Array
(
[0] => WP_Post Object
(
[ID] => 643357
[post_author] => 27
[post_date] => 2026-09-15 07:30:08
[post_date_gmt] => 2026-09-15 04:30:08
[post_content] => Στο Μέγαρο Μαξίμου έχουν αρχίσει πλέον να μετρούν διαφορετικά την πολιτική εξίσωση ενόψει της ανακοίνωσης του νέου κόμματος του Αντώνη Σαμαρά. Η αρχική λογική του «δεν μας αφορά» έχει υποχωρήσει και τη θέση της έχει πάρει ένας πολύ πιο συγκεκριμένος προβληματισμός: πόσο θα γράψει ο Σαμαράς στην κάλπη και, κυρίως, από πού θα αντλήσει τις ψήφους του.
Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη αγωνία της κυβέρνησης. Γιατί το ποσοστό του νέου κόμματος δεν θα είναι απλώς ένας ακόμη αριθμός στον εκλογικό χάρτη ή σε ένα παράλληλο σύμπαν. Θα αποτελεί σε μεγάλο βαθμό τον δείκτη της φθοράς της Νέας Δημοκρατίας και της προσωπικής επιρροής του Κυριάκου Μητσοτάκη στον παραδοσιακό δεξιό ψηφοφόρο.
Η οποία γενικά μιλώντας, έχει πέσει. Ειδικά αν υπολογίσουμε ότι επι ημερών Μητσοτάκης, ο Βελόπουλος έχει ενισχυθεί, η Λατινοπούλου μπήκε ευρωβουλή και ο Σαμαράς κερδίζει καθημερινά κόσμο.
Το «καλό» σενάριο: Σαμαράς στο 3%-4%
Στο Μαξίμου το ευνοϊκό σενάριο είναι σαφές: ο Αντώνης Σαμαράς να κινηθεί στην περιοχή του 3%-4%. Σε αυτή την περίπτωση, εκτιμούν ότι η ζημιά στη Νέα Δημοκρατία θα είναι διαχειρίσιμη. Το κυβερνών κόμμα μπορεί να υποστεί απώλειες, αλλά θα εξακολουθήσει να βρίσκεται σε απόσταση από τους αντιπάλους του και να διατηρεί την πρωτοβουλία των κινήσεων.
Ακόμη και τότε, όμως, το πρόβλημα δεν εξαφανίζεται. Ένα κόμμα που θα καταφέρει να συγκεντρώσει ένα αξιοσημείωτο ποσοστό, έχοντας δημιουργηθεί ουσιαστικά από την αποχώρηση ενός πρώην πρωθυπουργού και πρώην προέδρου της ΝΔ, θα έχει αποκτήσει κοινοβουλευτικό και πολιτικό λόγο.
Και η επόμενη ημέρα θα είναι δύσκολη για το Μαξίμου, ιδιαίτερα εάν δεν υπάρχει αυτοδυναμία. Το Μαξίμου υπολόγιζε ότι σε δεύτερες εκλογές ο Σαμαράς θα μπορούσε να υποστεί σοβαρή μείωση ποσοστών διότι αν υπάρχει ακυβερνησία όλοι θα πάνε στο πρώτο κόμμα- κακά τα ψέματα.
Το «κακό» σενάριο: Σαμαράς στο 7%-9%
Το πραγματικό σενάριο-εφιάλτης για την κυβέρνηση είναι διαφορετικό. Αν ο Σαμαράς καταφέρει να κινηθεί στο 7%-9%, τότε η κατάσταση αλλάζει δραματικά.
Με βάση τις εκτιμήσεις που κυκλοφορούν στο πολιτικό παρασκήνιο, μια τέτοια επίδοση θα μπορούσε να συμπαρασύρει τη Νέα Δημοκρατία ακόμη και κάτω από το 25%, με ορισμένους να θεωρούν πιθανή μια επίδοση ακόμη και κοντά στο 20%, ανάλογα βεβαίως με τη συνολική εκλογική συμπεριφορά. Βέβαια, είναι κοινά παραδεκτό ότι έρχεται ένας πολύ δύσκολος χειμώνας με την ακρίβεια να καραδοκεί ακόμα πιο ενισχυμένη.
Σε αυτή την περίπτωση δεν θα μιλάμε πλέον για απλή εκλογική διαρροή. Θα πρόκειται για ευθεία αμφισβήτηση της πολιτικής κυριαρχίας της ΝΔ.
Και το σημαντικότερο: οι απώλειες δεν θα προέρχονται μόνο από τον Σαμαρά. Η παρουσία ενός ισχυρού δεξιού πόλου μπορεί να επηρεάσει συνολικά τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων της παράταξης, να ενθαρρύνει δυσαρεστημένα στελέχη και να δημιουργήσει νέο εσωκομματικό συσχετισμό.
Το μεγάλο ερώτημα: ποιος θα αντέξει την επόμενη ημέρα;
Στο Μαξίμου γνωρίζουν ότι το ποσοστό του Σαμαρά θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό και το πολιτικό σκηνικό μετά τις εκλογές.
Με ένα 3%-4%, η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να παρουσιάσει το αποτέλεσμα ως ελεγχόμενη απώλεια. Με ένα 7%-9%, όμως, το αφήγημα αλλάζει.
Τότε θα ανοίξει αναπόφευκτα η συζήτηση για την επόμενη ημέρα της ΝΔ, για το εάν ο Μητσοτάκης μπορεί να συνεχίσει να ηγείται της παράταξης και για το εάν η κυβέρνηση μπορεί να σχηματιστεί χωρίς ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις.
Γι’ αυτό και στο κυβερνητικό στρατόπεδο δεν περιμένουν απλώς την ανακοίνωση του κόμματος Σαμαρά. Περιμένουν το πρώτο πραγματικό μέτρημα της επιρροής του. Εκεί θα φανεί αν πρόκειται για μια ελεγχόμενη εκλογική απώλεια ή για τον καταλύτη μιας μεγάλης πολιτικής ανατροπής.
Διαβάστε ακόμη:
[post_title] => Αντώνης Σαμαράς: Το «καλό» και το «κακό» σενάριο για τη Νέα Δημοκρατία – Τι φοβάται το Μαξίμου και πού ποντάρει
[post_excerpt] => To ερώτημα που πλανάται πάνω από το Μαξίμου είναι πόσο θα γράψει ο Σαμαράς στην κάλπη και, κυρίως, από πού θα αντλήσει τις ψήφους του.
[post_status] => publish
[comment_status] => closed
[ping_status] => closed
[post_password] =>
[post_name] => antonis-samaras-to-kalo-kai-to-kako-senario-gia-ti-nea-dimokratia
[to_ping] =>
[pinged] =>
[post_modified] => 2026-09-15 17:35:45
[post_modified_gmt] => 2026-09-15 14:35:45
[post_content_filtered] =>
[post_parent] => 0
[guid] => https://radar.gr/?p=643357
[menu_order] => 0
[post_type] => post
[post_mime_type] =>
[comment_count] => 0
[filter] => raw
)
[1] => WP_Post Object
(
[ID] => 643439
[post_author] => 93
[post_date] => 2026-09-15 12:55:47
[post_date_gmt] => 2026-09-15 09:55:47
[post_content] => Σε θεαματική αναβάθμιση των εκτιμήσεών της για
Motor Oil και
HELLENiQ Energy προχωρά η
Eurobank Equities, καθώς η εκτίναξη των περιθωρίων διύλισης αλλάζει δραστικά την εικόνα της κερδοφορίας των δύο ελληνικών ομίλων. Ωστόσο, μετά το ισχυρό ράλι των μετοχών, η χρηματιστηριακή γίνεται πλέον πιο επιλεκτική: διατηρεί τη σύσταση
Buy για τη Motor Oil, ανεβάζοντας την τιμή-στόχο στα
€73,9 από €53,2, αλλά υποβαθμίζει τη HELLENiQ Energy σε
Hold από Buy, παρά τη σημαντική αύξηση της τιμής-στόχου στα
€17,5 από €12,6.
Το κεντρικό μήνυμα της νέας ανάλυσης είναι ότι τα περιθώρια διύλισης παραμένουν εξαιρετικά ισχυρά και οδηγούν σε νέα μεγάλη αναθεώρηση των εκτιμήσεων για το 2026 και το 2027. Την ίδια στιγμή, όμως, η αγορά έχει ήδη προεξοφλήσει σημαντικό μέρος αυτής της βελτίωσης, περιορίζοντας το περιθώριο περαιτέρω ανόδου των μετοχών.
Η θερινή «έκρηξη» των margins
Σύμφωνα με τη Eurobank Equities, οι συνθήκες στην αγορά διύλισης ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, με τα cracks του diesel και των αεροπορικών καυσίμων να κινούνται προς τα
$80 ανά βαρέλι, καθώς η στενότητα στην προσφορά προϊόντων έγινε εντονότερη.
Οι υπολογισμοί της χρηματιστηριακής δείχνουν περιθώριο διύλισης άνω των
$30 ανά βαρέλι στο γ' τρίμηνο του 2026, κάτι που συνεπάγεται νέα σημαντική διαδοχική αύξηση της κερδοφορίας. Ακόμη και για το δ' τρίμηνο, η καμπύλη της αγοράς ενσωματώνει ετήσια αύξηση των περιθωρίων άνω των
$20 ανά βαρέλι.
Η Eurobank Equities αποφεύγει να προεκτείνει αυτούσια τα εξαιρετικά υψηλά επίπεδα της spot αγοράς και χρησιμοποιεί πιο συντηρητικές παραδοχές για το τελευταίο τρίμηνο. Ακόμη και έτσι, όμως, το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό.
Για το σύνολο του 2026 προβλέπει πλέον προσαρμοσμένα EBITDA
€2,52 δισ. για τη Motor Oil και
€2,27 δισ. για τη HELLENiQ Energy. Πρόκειται για επίπεδα πολύ υψηλότερα από τα περίπου
€1,4-1,5 δισ. που ενσωμάτωνε το consensus στις αρχές του έτους.
Σε σχέση μάλιστα με τις εκτιμήσεις της Eurobank Equities μόλις τον περασμένο Ιούνιο, οι νέες προβλέψεις συνεπάγονται αναβάθμιση της κερδοφορίας κατά
πάνω από 80% και για τα δύο διυλιστήρια.
Η έκταση της μεταβολής γίνεται ακόμη πιο εμφανής σε σύγκριση με την προηγούμενη έκθεση της χρηματιστηριακής στα τέλη Ιουνίου. Τότε η Eurobank Equities είχε ανεβάσει τις τιμές-στόχους στα
€53,2 για τη Motor Oil και στα
€12,6 για τη HELLENiQ Energy, εκτιμώντας EBITDA περίπου €1,3 δισ. για καθεμία από τις δύο εταιρείες.
Το 2027 εξελίσσεται σε ακόμη μία εξαιρετική χρονιά
Η μεγάλη αλλαγή, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο 2026. Η Eurobank Equities εκτιμά ότι η ισχυρή αγορά διύλισης θα έχει μεγαλύτερη διάρκεια από ό,τι υπολόγιζε προηγουμένως.
Με τα futures να υποδεικνύουν υψηλά margins και μετά τη θερινή έξαρση, η χρηματιστηριακή ανεβάζει την παραδοχή της για τα πραγματοποιηθέντα περιθώρια διύλισης του 2027 στα περίπου
$25-26 ανά βαρέλι, έναντι μόλις
$15-16 προηγουμένως.
Αυτό μεταφράζεται σε EBITDA της τάξης των
€2-2,25 δισ. για τα ελληνικά διυλιστήρια το 2027, σχεδόν διπλάσια από τα περίπου
€1,1 δισ. των προηγούμενων εκτιμήσεων.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η επίδραση στην τελική γραμμή. Τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη εκτιμάται ότι θα κινηθούν περίπου στα
€1,2-1,6 δισ., δηλαδή σε επίπεδα περίπου
2,5 φορές υψηλότερα από τις προηγούμενες προβλέψεις της Eurobank Equities.
Γιατί τα υψηλά περιθώρια μπορεί να έχουν διάρκεια
Η χρηματιστηριακή θεωρεί ότι πίσω από την αλλαγή δεν βρίσκεται μόνο μια πρόσκαιρη γεωπολιτική διαταραχή. Η ευρωπαϊκή αγορά εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές μεσαίων αποσταγμάτων, ενώ η διαθέσιμη πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα παραμένει περιορισμένη και οι προσθήκες νέας δυναμικότητας είναι σχετικά μικρές.
Ταυτόχρονα, τα χαμηλά αποθέματα αφήνουν μικρό περιθώριο απορρόφησης νέων διαταραχών στην προσφορά.
Οι συνθήκες αυτές έχουν ήδη γίνει εμφανείς στα αποτελέσματα του κλάδου. Η HELLENiQ Energy, για παράδειγμα, ανακοίνωσε προσαρμοσμένα EBITDA
€318 εκατ. μόνο από τη διύλιση, την προμήθεια και το trading στο β' τρίμηνο, αυξημένα κατά
95% σε ετήσια βάση, αποδίδοντας τη βελτίωση κυρίως στα υψηλότερα refining margins.
Η Eurobank Equities εκτιμά έτσι ότι, ακόμη και όταν η σημερινή ακραία κατάσταση αρχίσει να εξομαλύνεται, η «κανονική» κερδοφορία των ελληνικών διυλιστηρίων θα βρίσκεται σε αισθητά υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με το παρελθόν.
Διόρθωση το 2028, αλλά όχι επιστροφή στα παλιά
Για το 2028 η χρηματιστηριακή εξακολουθεί να περιμένει σημαντική αποκλιμάκωση. Υπολογίζει τα cracks diesel και jet περίπου στα
$40 και $42 ανά βαρέλι, αντίστοιχα, και τα περιθώρια διύλισης στη ζώνη των
$17-18 ανά βαρέλι.
Παρά τη διόρθωση, οι νέες προβλέψεις για EBITDA τοποθετούνται περίπου στα
€1,3-1,5 δισ., δηλαδή είναι αυξημένες κατά περισσότερο από
20% έναντι των προηγούμενων εκτιμήσεων.
Το βασικό συμπέρασμα της Eurobank Equities είναι ότι το διατηρήσιμο «πάτωμα» της κερδοφορίας των ελληνικών διυλιστηρίων βρίσκεται πλέον πολύ υψηλότερα από όσο θεωρούσε η αγορά μέχρι πρόσφατα. Ακόμη και μετά την εξομάλυνση των σημερινών ακραίων margins, η επιστροφή στη βάση EBITDA περίπου
€1 δισ. που χαρακτήριζε τις παραδοσιακές mid-cycle εκτιμήσεις θεωρείται πλέον υπερβολικά συντηρητικό σενάριο.
Motor Oil: Προς καθαρό ταμείο €1,2 δισ.
Η έκρηξη της λειτουργικής κερδοφορίας μεταφράζεται και σε εντυπωσιακή παραγωγή ταμειακών ροών.
Για τη
Motor Oil, η Eurobank Equities προβλέπει ότι ο όμιλος θα περάσει σε καθαρή ταμειακή θέση περίπου
€200 εκατ. στο τέλος του 2026, η οποία μπορεί να εκτιναχθεί στα
€1,2 δισ. το 2027.
Παράλληλα, προβλέπει μέρισμα
€4 ανά μετοχή για το 2026 και
€4,23 για το 2027, που αντιστοιχεί σε μερισματικές αποδόσεις
6,1% και 6,4%, αντίστοιχα.
Και όλα αυτά με payout ratio μόλις
25%-30%, κάτι που σημαίνει ότι μεγάλο μέρος των κερδών μπορεί να παραμείνει διαθέσιμο για επενδύσεις, απομόχλευση και περαιτέρω ενίσχυση του ισολογισμού.
Με τη νέα τιμή-στόχο στα
€73,9, η Eurobank Equities εξακολουθεί να βλέπει συνολική δυνητική απόδοση άνω του
15%, συμπεριλαμβανομένων των μερισμάτων, και γι' αυτό διατηρεί τη σύσταση
Buy.
Υπάρχει, ωστόσο, μία σημαντική διαφοροποίηση: μετά το ισχυρό ράλι, η σχέση απόδοσης προς κίνδυνο δεν είναι πλέον τόσο ελκυστική όσο πριν από μερικούς μήνες και έτσι η
Motor Oil αφαιρείται από τη λίστα των top picks της χρηματιστηριακής.
HELLENiQ Energy: Στα €17,5 ο στόχος, αλλά Hold μετά το ράλι
Ανάλογα ισχυρή είναι η εικόνα των ταμειακών ροών για τη
HELLENiQ Energy.
Η Eurobank Equities προβλέπει ότι ο καθαρός δανεισμός θα μειωθεί περίπου στα
€1,3 δισ. στο τέλος του 2026 και περαιτέρω στα
€800 εκατ. το 2027. Ο δείκτης καθαρού χρέους προς προσαρμοσμένα EBITDA εκτιμάται ότι θα υποχωρήσει σε μόλις
0,6x και
0,4x, αντίστοιχα.
Οι προβλέψεις για το μέρισμα διαμορφώνονται σε
€1,64 ανά μετοχή για το 2026 και
€1,40 για το 2027, που συνεπάγονται ιδιαίτερα υψηλές μερισματικές αποδόσεις
9,2% και 7,8%.
Παρά την εντυπωσιακή αναβάθμιση των θεμελιωδών μεγεθών, όμως, η Eurobank Equities υποβαθμίζει τη σύσταση για τη μετοχή σε
Hold από Buy.
Ο λόγος δεν είναι επιδείνωση των προοπτικών της εταιρείας – το αντίθετο. Η τιμή-στόχος αυξάνεται κατά σχεδόν
39%, στα
€17,5 από €12,6. Ωστόσο, μετά το ισχυρό χρηματιστηριακό ράλι, η νέα αποτίμηση βρίσκεται πλέον περίπου στα επίπεδα της τρέχουσας τιμής της μετοχής, αφήνοντας περιορισμένο πρόσθετο upside.
Το μεγάλο re-rating έχει ήδη γίνει
Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο εστιάζει πλέον η Eurobank Equities. Η θεαματική αναβάθμιση της κερδοφορίας δεν περνά απαρατήρητη από το Χρηματιστήριο.
Από τα τέλη Ιουνίου, οι κεφαλαιοποιήσεις της
HELLENiQ Energy και της Motor Oil έχουν αυξηθεί κατά περίπου €2-3 δισ., αντίστοιχα. Η μεταβολή αυτή βρίσκεται σε γενικές γραμμές στην ίδια τάξη μεγέθους με τις σωρευτικές αναβαθμίσεις EBITDA που έχει πραγματοποιήσει η χρηματιστηριακή για την περίοδο 2026-2028.
Με άλλα λόγια, ένα σημαντικό μέρος του νέου περιβάλλοντος υψηλής κερδοφορίας έχει ήδη περάσει στις τιμές των μετοχών.
Η Eurobank Equities παραμένει ιδιαίτερα θετική για τα θεμελιώδη μεγέθη του ελληνικού κλάδου διύλισης, αλλά μετά το ράλι εγκαταλείπει την οριζόντια bullish προσέγγιση. Η
Motor Oil παραμένει Buy με τιμή-στόχο €73,9, αλλά παύει να αποτελεί top pick, ενώ για τη
HELLENiQ Energy η τιμή-στόχος ανεβαίνει στα €17,5, αλλά η σύσταση πέφτει σε Hold.
[post_title] => Eurobank Equities: Νέο άλμα στις τιμές-στόχους για Motor Oil και HELLENiQ – Ποια μετοχή παραμένει «Buy»
[post_excerpt] => Τα περιθώρια διύλισης παραμένουν εξαιρετικά ισχυρά και οδηγούν σε νέα μεγάλη αναθεώρηση των εκτιμήσεων για το 2026 και το 2027.
[post_status] => publish
[comment_status] => closed
[ping_status] => closed
[post_password] =>
[post_name] => eurobank-equities-neo-alma-stis-times-stochous-gia-motor-oil-kai-helleniq-poia-metochi-paramenei-buy
[to_ping] =>
[pinged] =>
[post_modified] => 2026-09-15 12:55:31
[post_modified_gmt] => 2026-09-15 09:55:31
[post_content_filtered] =>
[post_parent] => 0
[guid] => https://radar.gr/?p=643439
[menu_order] => 0
[post_type] => post
[post_mime_type] =>
[comment_count] => 0
[filter] => raw
)
[2] => WP_Post Object
(
[ID] => 643460
[post_author] => 93
[post_date] => 2026-09-15 13:15:02
[post_date_gmt] => 2026-09-15 10:15:02
[post_content] => Σχεδόν
10 τρισ. ευρώ ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων παραμένουν εγκλωβισμένα σε μετρητά και
τραπεζικές καταθέσεις χαμηλής απόδοσης, την ώρα που η Ευρώπη αναζητεί επειγόντως κεφάλαια για να χρηματοδοτήσει επενδύσεις, καινοτομία και ανάπτυξη. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή από το γεγονός ότι
οκτώ στα δέκα νοικοκυριά της ευρωζώνης δεν διαθέτουν μετοχές ή άλλα χρηματοοικονομικά προϊόντα που συνδέονται με τις αγορές.
Το επενδυτικό χάσμα με τις ΗΠΑ παραμένει τεράστιο και, σε αντίθεση με ό,τι θα περίμενε κανείς, δεν περιορίζεται στα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα. Αντίθετα, γίνεται ακόμη μεγαλύτερο μεταξύ των πλουσιότερων Ευρωπαίων, οι οποίοι εξακολουθούν να προτιμούν ακίνητα και καταθέσεις αντί για μετοχές, ομόλογα και αμοιβαία κεφάλαια.
Τα στοιχεία που παρουσιάζει η
Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δείχνουν ότι τα νοικοκυριά της ευρωζώνης διατηρούν κατά μέσο όρο περίπου
το ένα τρίτο των χρηματοοικονομικών τους περιουσιακών στοιχείων σε τραπεζικές καταθέσεις, έναντι μόλις
11% στις ΗΠΑ.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση στα υψηλότερα επίπεδα πλούτου. Στο πλουσιότερο
20% των αμερικανικών νοικοκυριών, πάνω από
65% κατέχει εισηγμένες μετοχές, ομόλογα ή αμοιβαία κεφάλαια. Στην ευρωζώνη, το αντίστοιχο ποσοστό παραμένει
κάτω από 45%.
Η σύγκριση καταρρίπτει σε μεγάλο βαθμό την άποψη ότι οι Ευρωπαίοι δεν επενδύουν στις αγορές απλώς επειδή δεν διαθέτουν αρκετά χρήματα. Στα νοικοκυριά χαμηλότερου πλούτου, πράγματι, η διαφορά μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ είναι μικρότερη, καθώς προτεραιότητα και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού είναι η δημιουργία ενός οικονομικού «μαξιλαριού» για έκτακτες ανάγκες.
Στους πιο εύπορους, όμως, η εικόνα αλλάζει. Εκεί μπαίνουν στην εξίσωση η επενδυτική κουλτούρα, η δομή των συνταξιοδοτικών συστημάτων, η διαθεσιμότητα απλών επενδυτικών προϊόντων, η φορολογία και κυρίως η εμπιστοσύνη στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Ακίνητα και καταθέσεις απορροφούν τον ευρωπαϊκό πλούτο
Η ανάλυση των χαρτοφυλακίων των νοικοκυριών της ευρωζώνης αποκαλύπτει τέσσερα διαφορετικά επενδυτικά προφίλ και εξηγεί σε σημαντικό βαθμό γιατί τόσο λίγα χρήματα φθάνουν τελικά στις κεφαλαιαγορές.
Η μεγαλύτερη ομάδα είναι οι ιδιοκτήτες ακινήτων. Πάνω από
60% των νοικοκυριών της ευρωζώνης έχει το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου του τοποθετημένο σε ακίνητα, είτε πρόκειται για την κύρια κατοικία είτε για επενδυτική περιουσία. Πρόκειται για μια μορφή πλούτου που μπορεί να έχει σημαντική αξία, αλλά χαρακτηρίζεται από χαμηλή ρευστότητα.
Ακολουθούν οι «καταθέτες», οι οποίοι αντιπροσωπεύουν περίπου
25% των νοικοκυριών και κρατούν το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων τους σε τραπεζικούς λογαριασμούς, με ελάχιστη ή μηδενική έκθεση στις αγορές.
Περίπου
10% συμμετέχει έμμεσα στις κεφαλαιαγορές μέσω επαγγελματικών και ιδιωτικών συνταξιοδοτικών ή ασφαλιστικών προϊόντων.
Και στο τέλος βρίσκεται μια εξαιρετικά μικρή ομάδα: μόλις
4% των νοικοκυριών της ευρωζώνης επενδύει σημαντικό τμήμα του πλούτου του απευθείας σε μετοχές, ομόλογα, αμοιβαία κεφάλαια ή ETFs.
Με άλλα λόγια, παρά τον τεράστιο όγκο ιδιωτικού πλούτου στην Ευρώπη, μόνο ένα πολύ μικρό κομμάτι των νοικοκυριών έχει ουσιαστική άμεση παρουσία στις κεφαλαιαγορές.
Γιατί οι Ευρωπαίοι δεν αγοράζουν μετοχές
Το εισόδημα αποτελεί μόνο ένα μέρος της απάντησης. Για τα νοικοκυριά που δεν αντιμετωπίζουν οικονομικούς περιορισμούς, βασικό εμπόδιο είναι η
αντίληψη ότι οι μετοχές έχουν υψηλό κίνδυνο.
Σε αυτή προστίθενται η περιορισμένη γνώση γύρω από τα επενδυτικά προϊόντα και η χαμηλή εμπιστοσύνη στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ο χρηματοοικονομικός αλφαβητισμός αποκτά έτσι κομβική σημασία, καθώς όσο μικρότερη είναι η κατανόηση ενός επενδυτικού προϊόντος τόσο μεγαλύτερος μπορεί να φαίνεται ο κίνδυνός του.
Ρόλο παίζει και η ηλικία. Τα μεγαλύτερα σε ηλικία νοικοκυριά τείνουν να έχουν μεγαλύτερη έκθεση στα ακίνητα, ενώ οι νεότερες γενιές κατανέμουν περισσότερο τις αποταμιεύσεις τους μεταξύ μετρητών, τραπεζικών λογαριασμών, συνταξιοδοτικών προϊόντων και επενδύσεων στις αγορές.
Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει μία ενιαία λύση που θα μπορούσε να οδηγήσει μαζικά τους Ευρωπαίους από τις καταθέσεις στις κεφαλαιαγορές.
Το μεγάλο στοίχημα των €10 τρισ.
Το θέμα έχει πάψει πλέον να αφορά αποκλειστικά τις αποδόσεις που χάνουν οι Ευρωπαίοι αποταμιευτές. Έχει μετατραπεί σε κεντρικό οικονομικό και πολιτικό ζήτημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Ευρώπη χρειάζεται τεράστια κεφάλαια τα επόμενα χρόνια για επενδύσεις στην τεχνολογία, την ενέργεια, την άμυνα, την πράσινη μετάβαση και τις υποδομές. Το επενδυτικό κενό που έχει αναδείξει και η
έκθεση Ντράγκι δύσκολα μπορεί να καλυφθεί αποκλειστικά από δημόσιους πόρους.
Ένα μέρος της απάντησης βρίσκεται ακριβώς στα τρισεκατομμύρια των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων που σήμερα παραμένουν σε μετρητά και καταθέσεις.
Η πρόκληση είναι να διοχετευθεί μεγαλύτερο μέρος αυτών των χρημάτων σε παραγωγικές επενδύσεις, χωρίς ταυτόχρονα να ωθηθούν τα νοικοκυριά σε επίπεδα κινδύνου που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να αναλάβουν.
Υπάρχουν ήδη ευρωπαϊκά παραδείγματα. Στη
Φινλανδία, οι ειδικοί λογαριασμοί επενδύσεων σε μετοχές έχουν ενισχύσει τη συμμετοχή των πολιτών στις αγορές, με αποτέλεσμα στο τέλος του 2024 το
37% των νοικοκυριών να κατέχει αμοιβαία κεφάλαια, εισηγμένες μετοχές ή και τα δύο.
Στην
Ολλανδία, τα υποχρεωτικά επαγγελματικά συνταξιοδοτικά προγράμματα επιτρέπουν στα νοικοκυριά να επωφελούνται από τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις των κεφαλαιαγορών χωρίς να χρειάζεται να λαμβάνουν τα ίδια καθημερινές επενδυτικές αποφάσεις. Η
Σλοβενία, από την άλλη, έχει επενδύσει συστηματικά στη χρηματοοικονομική εκπαίδευση, επιτυγχάνοντας υψηλές επιδόσεις χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού.
Η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων
Σε αυτό το περιβάλλον αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ευρωπαϊκή ατζέντα για την
Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (Savings and Investments Union).
Ο στόχος είναι διπλός: αφενός να δοθούν στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά περισσότερες και απλούστερες επιλογές για την αξιοποίηση των αποταμιεύσεών τους και αφετέρου να κινητοποιηθεί ιδιωτικό κεφάλαιο για τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η ταχύτερη εφαρμογή των
λογαριασμών αποταμίευσης και επενδύσεων (SIAs), οι αλλαγές στα συνταξιοδοτικά συστήματα και η ενίσχυση της χρηματοοικονομικής παιδείας αποτελούν βασικά κομμάτια αυτού του σχεδιασμού.
Το διακύβευμα είναι μεγάλο. Η Ευρώπη διαθέτει τις αποταμιεύσεις, αλλά μεγάλο μέρος τους παραμένει αδρανές ή τοποθετημένο σε χαμηλής απόδοσης προϊόντα. Το ερώτημα είναι εάν θα καταφέρει να μετατρέψει ένα μέρος από το
«βουνό» των σχεδόν €10 τρισ. σε επενδυτικό κεφάλαιο που θα χρηματοδοτήσει την επόμενη φάση ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας – και ταυτόχρονα θα δώσει στα νοικοκυριά μεγαλύτερη δυνατότητα δημιουργίας πλούτου σε βάθος χρόνου.
Διαβάστε ακόμη:
[post_title] => ΕΚΤ: Το «βουνό» των €10 τρισ. που "κάθεται" στις τράπεζες – Γιατί οι Ευρωπαίοι δεν επενδύουν στις αγορές
[post_excerpt] => Τα νοικοκυριά της ευρωζώνης διατηρούν κατά μέσο όρο περίπου το ένα τρίτο των χρηματοοικονομικών τους περιουσιακών στοιχείων σε τραπεζικές καταθέσεις
[post_status] => publish
[comment_status] => closed
[ping_status] => closed
[post_password] =>
[post_name] => ekt-to-vouno-ton-e10-tris-pou-kathetai-stis-trapezes-giati-oi-evropaioi-den-ependyoun-stis-agores
[to_ping] =>
[pinged] =>
[post_modified] => 2026-09-15 13:55:03
[post_modified_gmt] => 2026-09-15 10:55:03
[post_content_filtered] =>
[post_parent] => 0
[guid] => https://radar.gr/?p=643460
[menu_order] => 0
[post_type] => post
[post_mime_type] =>
[comment_count] => 0
[filter] => raw
)
[3] => WP_Post Object
(
[ID] => 643455
[post_author] => 51
[post_date] => 2026-09-15 14:15:12
[post_date_gmt] => 2026-09-15 11:15:12
[post_content] => ΗΕλλάδα εισέρχεται σε μια νέα περίοδο μεγάλων
επενδυτικών ευκαιριών, καθώς μετά τη λήξη του
Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) διαμορφώνεται ένα νέο χρηματοδοτικό τοπίο για την οκταετία 2027–2034.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι διαθέσιμοι εθνικοί και ευρωπαϊκοί πόροι θα ξεπεράσουν τα 100 δισ. ευρώ, δημιουργώντας ένα ισχυρό
επενδυτικό απόθεμα για επιχειρήσεις, υποδομές, ενέργεια, τεχνολογία και περιφερειακή ανάπτυξη.
Τα βασικά χρηματοδοτικά εργαλεία της νέας περιόδου
Όπως αναφέρει ενημερωτικό δελτίο της Anodos Consulting, οι κύριες πηγές χρηματοδότησης περιλαμβάνουν:
- Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης: ~23 δισ. ευρώ
- ΕΣΠΑ 2021–2027 (υπόλοιπο): ~19 δισ. ευρώ
- Προγραμματική Περίοδος 2028–2034: ~38 δισ. ευρώ
- Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο: ~5,3 δισ. ευρώ
- Ταμείο Απανθρακοποίησης Νήσων: ~2,3 δισ. ευρώ
- Ταμείο Εκσυγχρονισμού: ~1,7 δισ. ευρώ
Οι πόροι αυτοί αναμένεται να κατευθυνθούν σε ένα ευρύ φάσμα επενδύσεων, με επίκεντρο τον ψηφιακό και πράσινο μετασχηματισμό της οικονομίας.
Οι τομείς που θα απορροφήσουν τις νέες επενδύσεις
Οι βασικές προτεραιότητες περιλαμβάνουν:
- ψηφιακό μετασχηματισμό και τεχνολογία,
- βιομηχανικό εκσυγχρονισμό,
- ενεργειακή αποδοτικότητα και ΑΠΕ,
- αποθήκευση ενέργειας και αναβάθμιση δικτύων,
- πράσινες μεταφορές,
- τουριστικές και περιφερειακές επενδύσεις,
- κοινωνικές υποδομές και ανάπτυξη.
Το στοίχημα της απορρόφησης
Όπως επισημαίνεται, η επόμενη ημέρα θα βασιστεί σε συνθετότερα χρηματοδοτικά μοντέλα που συνδυάζουν επιχορηγήσεις, δάνεια, ίδια κεφάλαια και ιδιωτικές επενδύσεις.
Η κύρια πρόκληση δεν έγκειται μόνο στην εξασφάλιση των κονδυλίων, αλλά στην έγκαιρη προετοιμασία, τη σύνταξη ολοκληρωμένων επιχειρηματικών σχεδίων (business plans) και την ουσιαστική μετατροπή των πόρων σε ώριμα, υλοποιήσιμα έργα που θα αποφέρουν πραγματική παραγωγική αναβάθμιση.
https://radar.gr/article/ependyseis-40-dis-evro-sti-germania-schediazoun-ta-iae-sto-epikentro-data-centers-ai-kai-amyntiki-synergasia
Διαβάστε ακόμη:
[post_title] => Νέες χρηματοδοτήσεις 2027-2034: Πάνω από 100 δισ. ευρώ για επενδύσεις στην Ελλάδα
[post_excerpt] => Το νέο επενδυτικό τοπίο μετά το Ταμείο Ανάκαμψης και η πρόκληση της ωρίμανσης έργων
[post_status] => publish
[comment_status] => closed
[ping_status] => closed
[post_password] =>
[post_name] => nees-chrimatodotiseis-2027-2034-pano-apo-100-dis-evro-gia-ependyseis-stin-ellada
[to_ping] =>
[pinged] =>
[post_modified] => 2026-09-15 12:59:39
[post_modified_gmt] => 2026-09-15 09:59:39
[post_content_filtered] =>
[post_parent] => 0
[guid] => https://radar.gr/?p=643455
[menu_order] => 0
[post_type] => post
[post_mime_type] =>
[comment_count] => 0
[filter] => raw
)
[4] => WP_Post Object
(
[ID] => 643463
[post_author] => 8
[post_date] => 2026-09-15 15:20:56
[post_date_gmt] => 2026-09-15 12:20:56
[post_content] => Μια μεγάλη ανανέωση έχει επέλθει στη λίστα των κορυφαίων επιλογών των αναλυτών της
Morgan Stanley στην Ευρώπη, καθώς πλέον στρέφεται κυρίως σε μετοχές που προσφέρουν διαφοροποίηση και έχουν πιο ιδιαίτερα, εταιρικά χαρακτηριστικά, ενώ μικρότερη είναι η έκθεση σε εταιρείες που συνδέονται άμεσα με τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη.
Όπως επισημαίνει η Morgan Stanley, μόλις τις τελευταίες εβδομάδες προστέθηκαν 15 νέες επιλογές με σύσταση Overweight στις κορυφαίες επιλογές των αναλυτών της. Συνολικά, οι ευρωπαϊκές Top Picks με σύσταση Overweight ανέρχονται πλέον σε 43, γεγονός που σηματοδοτεί μια ασυνήθιστα μεγάλη ανανέωση του καταλόγου. Ανάμεσα σε αυτά, δύο ελληνικά «ονόματα», η Alpha Bank και ΔΕΗ.
Από τις συνολικά 43 ευρωπαϊκές Top Picks με σύσταση Overweight, περίπου το 60% έχει προστεθεί τους τελευταίους τρεις μήνες, γεγονός που δείχνει τη σημαντική αναδιάταξη των επενδυτικών προτιμήσεων των αναλυτών του οίκου.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει η Morgan Stanley στην Ελλάδα, η οποία εντάσσεται όλο και περισσότερο στη συζήτηση για την ευρωπαϊκή αγορά των ανεπτυγμένων χωρών, καθώς η χώρα αναμένεται να ενταχθεί στους δείκτες της STOXX αυτόν τον μήνα.
Σύσταση Overweight και τιμή-στόχο στα 5,5 ευρώ δίνει για την Alpha Bank η Morgan Stanley
Η Alpha Bank στις κορυφαίες επιλογές
Σύσταση Overweight και τιμή-στόχο στα 5,5 ευρώ δίνει για την Alpha Bank η Morgan Stanley, εντάσσοντάς την παράλληλα στις κορυφαίες επιλογές της μεταξύ των ελληνικών τραπεζών. Η τιμή-στόχος προσφέρει περιθώριο ανόδου 12% από τα τρέχοντα επίπεδα.
Η επενδυτική της θέση για την Alpha Bank στηρίζεται καταρχάς στη θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας, η οποία, σύμφωνα με τον οίκο, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για διατηρήσιμη αύξηση τόσο των χορηγήσεων όσο και των καταθέσεων.
Το Investor Day και οι εκτιμήσεις για τα κέρδη
Κομβικό σημείο για τη μετοχή θεωρεί η Morgan Stanley το Investor Day της 5ης Νοεμβρίου 2026, όπου αναμένει από την Alpha Bank να παρουσιάσει το νέο στρατηγικό της σχέδιο.
Ο οίκος εκτιμά ότι η διοίκηση μπορεί να οδηγήσει σε αναβάθμιση των εκτιμήσεων της αγοράς για τα κέρδη ανά μετοχή κατά 4%-5%, κυρίως μέσω της ενίσχυσης των εσόδων από προμήθειες και των πρόσφατων συμφωνιών εξαγορών και συγχωνεύσεων.
Ειδικότερα, η Morgan Stanley υπολογίζει ότι οι συμφωνίες για την Alpha Trust και την Universal/Altius μπορούν να προσθέσουν περίπου 65 εκατ. ευρώ στα έσοδα από προμήθειες έως το 2028.
Παράλληλα, ο οίκος βλέπει περιθώριο για αναβάθμιση της υφιστάμενης πολιτικής επιστροφής κεφαλαίου προς τους μετόχους, εφόσον υπάρξουν πρόσθετες θετικές επιδράσεις από τις αναπροσαρμογές που σχετίζονται με τις TLCF.
η Morgan Stanley εκτιμά ότι η Alpha Bank διαπραγματεύεται στις 7,6 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2028, αφού ληφθεί υπόψη το πλεονάζον κεφάλαιο.
Η αποτίμηση και το discount
Σε επίπεδο αποτίμησης, η Morgan Stanley εκτιμά ότι η Alpha Bank διαπραγματεύεται στις 7,6 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2028, αφού ληφθεί υπόψη το πλεονάζον κεφάλαιο.
Ο πολλαπλασιαστής αυτός αντιστοιχεί σε discount 17% έναντι του κλάδου, το οποίο ο οίκος θεωρεί αδικαιολόγητο, δεδομένων των προοπτικών ανάπτυξης της τράπεζας αλλά και της κεφαλαιακής της θέσης.
Σε ό,τι αφορά την κερδοφορία, η Morgan Stanley προβλέπει ότι τα καθαρά κέρδη της Alpha Bank για το 2027-2028 θα διαμορφωθούν υψηλότερα από τις εκτιμήσεις της αγοράς, κατά ένα μεσαίο μονοψήφιο ποσοστό.
Η υπεραπόδοση αυτή αναμένεται να προέλθει από υψηλότερα καθαρά έσοδα από τόκους και έσοδα από προμήθειες, σε συνδυασμό με καλύτερο κόστος πιστωτικού κινδύνου.
Οι βασικοί καταλύτες και οι κίνδυνοι
Πέρα από το Investor Day του Νοεμβρίου, ένας ακόμη παράγοντας που παρακολουθούν οι επενδυτές είναι η ευελιξία της UniCredit ως προς τη διάθεση κεφαλαίων. Ωστόσο, η Morgan Stanley δεν αναμένει κάποια σημαντική στρατηγική εξέλιξη στο άμεσο μέλλον, καθώς η UniCredit έχει αυτή την περίοδο ως βασικές προτεραιότητες τη Γερμανία και την Ιταλία.
Στους βασικούς κινδύνους για την επενδυτική της θέση η Morgan Stanley εντάσσει τον αυξημένο ανταγωνισμό στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων, τις εκλογές, ενδεχόμενη επιβράδυνση των επενδύσεων και πιθανή κάμψη της τουριστικής δραστηριότητας.
Με βάση το σύνολο των παραπάνω, η Morgan Stanley διατηρεί την Alpha Bank ως Top Pick στις ελληνικές τράπεζες, θεωρώντας ότι η αναπτυξιακή δυναμική, η ενίσχυση των εσόδων από προμήθειες και η κεφαλαιακή της θέση δεν αποτυπώνονται επαρκώς στην τρέχουσα αποτίμηση.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυλώνα της επενδυτικής ιστορίας της ΔΕΗ, καθώς αντιστοιχεί περίπου στο 52% των επενδύσεων της περιόδου 2026-2030 και στο 63% του EBITDA του 2030
Η ΔΕΗ μετατρέπεται σε περιφερειακή πλατφόρμα ανάπτυξης
Σε περιφερειακή πλατφόρμα ανάπτυξης έχει μετατραπεί η ΔΕΗ, αφήνοντας πίσω της τον χαρακτήρα μιας ελληνικής εταιρείας που βρισκόταν σε φάση αναδιάρθρωσης, σύμφωνα με τη Morgan Stanley. Ο οίκος διατηρεί σύσταση Overweight για τη μετοχή, με τιμή-στόχο τα 27,5 ευρώ, που υποδηλώνει περιθώριο ανόδου 12%.
Η Morgan Stanley προβλέπει αύξηση των κερδών ανά μετοχή κατά 18% ετησίως κατά μέσο όρο την περίοδο 2025-2030, με βασικούς μοχλούς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την ευέλικτη παραγωγή, τα ρυθμιζόμενα δίκτυα, την επέκταση στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη και τις υποδομές data centers.
Η καθετοποιημένη δομή της ΔΕΗ προσφέρει, σύμφωνα με τον οίκο, μεγαλύτερη ορατότητα στα κέρδη και ευελιξία, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως δίαυλος για την αξιοποίηση της νέας παραγωγικής δυναμικότητας. Η εταιρεία είχε έλλειμμα παραγωγής περίπου 11 TWh το 2025, το οποίο εκτιμάται ότι θα περιοριστεί σε περίπου 1 TWh έως το 2030, έναντι εκτίμησης της Morgan Stanley για περίπου 2 TWh.
Η Ελλάδα παραμένει ο βασικός πυλώνας
Η Ελλάδα εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυλώνα της επενδυτικής ιστορίας, καθώς αντιστοιχεί περίπου στο 52% των επενδύσεων της περιόδου 2026-2030 και στο 63% του EBITDA του 2030. Η Ρουμανία αποτελεί τη δεύτερη σημαντική αγορά, ενώ τα χαρτοφυλάκια που έχει ήδη εξασφαλίσει η ΔΕΗ σε Πολωνία και Ουγγαρία φτάνουν συνολικά περίπου τα 2,5 GW, έναντι στόχου 2,2 GW για το 2030.
Ωστόσο, περίπου το 87% αυτής της δυναμικότητας βρίσκεται ακόμη υπό ανάπτυξη. Η Morgan Stanley πλέον υπολογίζει ότι περίπου 70% θα υλοποιηθεί έως το 2030, έναντι προηγούμενης εκτίμησης 50%.
Κατά τον οίκο, η πρόσφατη αύξηση κεφαλαίου ύψους 4,3 δισ. ευρώ μειώνει σημαντικά τον χρηματοδοτικό κίνδυνο. Έτσι, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται πλέον στην εκτέλεση των επενδύσεων, στις αποδόσεις τους και στην ικανότητα της ΔΕΗ να μετατρέψει το υφιστάμενο pipeline σε πραγματικά έργα.
Τα data centers δίνουν επιπλέον προοπτική
Η επενδυτική περίπτωση της ΔΕΗ παραμένει πρωτίστως μια ιστορία οργανικής ανάπτυξης, ωστόσο η Morgan Stanley βλέπει και σημαντικό περιθώριο ανόδου από την τεχνητή νοημοσύνη και τις υποδομές data centers.
Στην Κοζάνη, η ΔΕΗ σχεδιάζει να μετατρέψει την πρώην λιγνιτική εγκατάσταση σε campus υπερμεγέθους data center, αξιοποιώντας την υφιστάμενη γη, τη σύνδεση με το δίκτυο υψηλής τάσης, τις υποδομές παραγωγής ενέργειας και το δίκτυο οπτικών ινών.
Η ΔΕΗ θα διατηρήσει την ιδιοκτησία των μη πληροφοριακών υποδομών και θα αποκομίζει έσοδα από μακροχρόνιες μισθώσεις, την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας και υπηρεσιών οπτικών ινών, ενώ ο πάροχος του data center θα έχει στην ιδιοκτησία και λειτουργία τον εξοπλισμό πληροφορικής.
Η πρώτη φάση προβλέπει δυναμικότητα 300 MW έως το τέλος του 2028, με επενδύσεις περίπου 1,2 δισ. ευρώ και EBITDA σε ετήσια βάση περίπου 170 εκατ. ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα περιθώρια από τις συμβάσεις προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας. Στο θετικό σενάριο της Morgan Stanley, η δυναμικότητα θα μπορούσε να φτάσει το 1 GW έως το 2030.
Ο οίκος επισημαίνει, πάντως, ότι η τεχνητή νοημοσύνη προσφέρει σημαντικό πρόσθετο περιθώριο ανόδου, αλλά δεν αποτελεί τον πυρήνα της επενδυτικής υπόθεσης για τη ΔΕΗ.
Στην Κοζάνη, η ΔΕΗ σχεδιάζει να μετατρέψει την πρώην λιγνιτική εγκατάσταση σε campus υπερμεγέθους data center, αξιοποιώντας την υφιστάμενη γη, τη σύνδεση με το δίκτυο υψηλής τάσης, τις υποδομές παραγωγής ενέργειας και το δίκτυο οπτικών ινών
Η αποτίμηση
Η ΔΕΗ διαπραγματεύεται περίπου στις 8,3 φορές τον δείκτη EV/EBITDA για το 2027 και στις 15,1 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027.
Η αποτίμηση τοποθετεί τη μετοχή μεταξύ δύο διαφορετικών ομάδων ομοειδών εταιρειών. Η ΔΕΗ διαπραγματεύεται με έκπτωση περίπου 10% έναντι των ευρωπαϊκών εταιρειών κοινής ωφέλειας, οι οποίες κατά μέσο όρο αποτιμώνται στις 8,8 φορές EV/EBITDA για το 2027, αλλά με premium περίπου 17% έναντι των εταιρειών κοινής ωφέλειας της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, που διαπραγματεύονται στις 6,8 φορές.
Η Morgan Stanley θεωρεί δικαιολογημένο το premium έναντι των εταιρειών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, λόγω του υψηλότερου ρυθμού ανάπτυξης των κερδών της ΔΕΗ, της καθετοποιημένης δραστηριότητας, της έκθεσης στα ρυθμιζόμενα δίκτυα και της προοπτικής των data centers. Παράλληλα, η έκπτωση έναντι των ευρωπαϊκών ομίλων δείχνει ότι η βελτίωση του αναπτυξιακού προφίλ της ΔΕΗ δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στη μετοχή.
Η τιμή-στόχος των 27,5 ευρώ βασίζεται κατά 50% σε προεξοφλημένες ταμειακές ροές και κατά 50% σε αποτίμηση βάσει EV/EBITDA. Η Morgan Stanley χρησιμοποιεί WACC 7,3% και μακροπρόθεσμο ρυθμό ανάπτυξης 1,8%, ενώ στην αποτίμηση με βάση τον πολλαπλασιαστή εφαρμόζει 9 φορές τα EBITDA του 2028.
Παρά το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος πολλαπλασιαστής είναι υψηλότερος από τον ιστορικό μέσο όρο της ΔΕΗ, που βρίσκεται στις 5,3 φορές, η Morgan Stanley θεωρεί ότι το προφίλ ανάπτυξης και η σύνθεση του ενεργητικού της εταιρείας έχουν βελτιωθεί σημαντικά. Οι εκτιμήσεις της για το EBITDA και τα κέρδη ανά μετοχή του 2027 είναι αντίστοιχα 4,9% και 11,2% υψηλότερες από το τρέχον consensus της FactSet.
Περιορισμένη έκθεση στην ενεργειακή κρίση
Η άμεση έκθεση της ΔΕΗ στον κίνδυνο ενεργειακής έλλειψης λόγω των συνεχιζόμενων προβλημάτων στα Στενά του Ορμούζ χαρακτηρίζεται περιορισμένη. Ωστόσο, βραχυπρόθεσμα η ευαισθησία είναι ελαφρώς αρνητική, καθώς η εταιρεία εξακολουθεί να έχει έλλειμμα παραγωγής και επομένως μια άνοδος στις τιμές φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να αυξήσει το κόστος προμήθειας πριν ενεργοποιηθούν πλήρως οι μηχανισμοί μετακύλισης και αντιστάθμισης.
Η ΔΕΗ αντισταθμίζει συνήθως περίπου το 50% της έκθεσής της σε όλες τις βασικές εμπορευματικές κατηγορίες, ενώ η ίδια παραγωγή, η διαχείριση ενέργειας και τα ρυθμιζόμενα δίκτυα λειτουργούν ως πρόσθετες δικλίδες προστασίας.
Η διοίκηση είχε επικαλεστεί τη μεταβλητότητα στις τιμές των εμπορευμάτων λόγω του Ορμούζ ως έναν από τους λόγους για τους οποίους δεν αύξησε την καθοδήγηση για το 2026, παρά το γεγονός ότι το πρώτο εξάμηνο κινήθηκε σύμφωνα με το σχέδιο. Δεν είχε, ωστόσο, εντοπίσει κάποια συγκεκριμένη επιδείνωση για το δεύτερο εξάμηνο.
H Morgan Stanley προειδοποιεί ότι ο περιορισμός της παραγωγής από ΑΠΕ και η πίεση στις τιμές μπορεί να ενταθούν εάν οι επενδύσεις σε αποθήκευση ενέργειας και δίκτυα δεν ακολουθήσουν τον ρυθμό ανάπτυξης των ΑΠΕ
Τα επόμενα ορόσημα
Η Morgan Stanley βλέπει ως βασικούς καταλύτες για τη μετοχή μια δεσμευτική συμφωνία με μεγάλο πάροχο τεχνολογίας για την πρώτη φάση των 300 MW στην Κοζάνη έως το τέλος του 2026, την υλοποίηση των επενδύσεων σε Πολωνία και Ουγγαρία με αποδόσεις τουλάχιστον 9%-10%, την επίτευξη της καθοδήγησης για το 2026 και τη συνεχιζόμενη αύξηση της ρυθμιζόμενης περιουσιακής βάσης.
Σε ό,τι αφορά τα αποτελέσματα, ο οίκος αναμένει ένα κατά βάση ουδέτερο σκηνικό ελλείψει κάποιας στρατηγικής εξέλιξης. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, το προσαρμοσμένο EBITDA ανήλθε σε 552,2 εκατ. ευρώ, 1,5% πάνω από την εκτίμηση της Morgan Stanley αλλά 7% χαμηλότερα από το consensus. Η καθοδήγηση για το 2026 επαναλήφθηκε, μετά την επίτευξη περίπου του 50% του στόχου για το EBITDA και του 55% του στόχου για τα καθαρά κέρδη στο πρώτο εξάμηνο.
Η Morgan Stanley εκτιμά ότι το EBITDA του 2026 θα είναι μόλις 0,4% υψηλότερο από το consensus της FactSet, ενώ τα κέρδη ανά μετοχή θα είναι 1,9% χαμηλότερα. Ως εκ τούτου, το ενδιαφέρον, σύμφωνα με τον οίκο, θα πρέπει να παραμείνει στην πορεία των επενδύσεων, των data centers και της ανάπτυξης στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη και όχι στην προσδοκία μιας σημαντικής θετικής έκπληξης από τα βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα.
Οι κίνδυνοι
Στους βασικούς κινδύνους περιλαμβάνονται καθυστερήσεις σε αδειοδοτήσεις και συνδέσεις στο δίκτυο, ο πληθωρισμός του κόστους, χαμηλότερες αποδόσεις των έργων, βραδύτερη υλοποίηση του pipeline στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη και καθυστερήσεις στην ανάπτυξη των data centers.
Παράλληλα, η Morgan Stanley προειδοποιεί ότι ο περιορισμός της παραγωγής από ΑΠΕ και η πίεση στις τιμές μπορεί να ενταθούν εάν οι επενδύσεις σε αποθήκευση ενέργειας και δίκτυα δεν ακολουθήσουν τον ρυθμό ανάπτυξης των ΑΠΕ. Πιέσεις στον ανταγωνισμό στη λιανική, κρατικές παρεμβάσεις και χαμηλότερες ρυθμιζόμενες αποδόσεις θα μπορούσαν επίσης να περιορίσουν το όφελος από την καθετοποιημένη δομή.
Ο οίκος προβλέπει επενδύσεις 15,4 δισ. ευρώ την περίοδο 2026-2028, με τον δείκτη καθαρού χρέους προς EBITDA να αυξάνεται από 1,8 φορές το 2026 σε 3,6 φορές το 2028.
Διαβάστε ακόμη:
[post_title] => Morgan Stanley: ΔΕΗ και Alpha στα 43 ευρωπαϊκά top picks
[post_excerpt] => Οι ευρωπαϊκές Top Picks της Morgan Stanley με σύσταση Overweight ανέρχονται πλέον σε 43, γεγονός που σηματοδοτεί μια ασυνήθιστα μεγάλη ανανέωση του καταλόγου
[post_status] => publish
[comment_status] => closed
[ping_status] => closed
[post_password] =>
[post_name] => morgan-stanley-dei-kai-alpha-sta-43-evropaika-top-picks
[to_ping] =>
[pinged] =>
[post_modified] => 2026-09-15 13:51:29
[post_modified_gmt] => 2026-09-15 10:51:29
[post_content_filtered] =>
[post_parent] => 0
[guid] => https://radar.gr/?p=643463
[menu_order] => 0
[post_type] => post
[post_mime_type] =>
[comment_count] => 0
[filter] => raw
)
[5] => WP_Post Object
(
[ID] => 643465
[post_author] => 8
[post_date] => 2026-09-15 15:30:39
[post_date_gmt] => 2026-09-15 12:30:39
[post_content] =>
Η
απόδοση του
10ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου σκαρφάλωσε στο
υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων σχεδόν δύο δεκαετιών, σηματοδοτώντας ακόμη ένα ορόσημο στο ισχυρό
παγκόσμιο sell-off των ομολόγων, το οποίο τροφοδοτούν η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας, η αύξηση του χρέους και οι πληθωριστικές πιέσεις.
Η απόδοση του τίτλου που λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την παγκόσμια αγορά ομολόγων αυξήθηκε σήμερα έως και
5 μονάδες βάσης, στο 5,04%, ξεπερνώντας το υψηλό του 2023 και
αγγίζοντας το υψηλότερο επίπεδο από το 2007.
Η τελευταία ανοδική κίνηση ακολούθησε τη νέα άνοδο των
διεθνών τιμών του πετρελαίου, καθώς ενισχύονται οι κίνδυνοι για τις ενεργειακές προμήθειες από τη
Μέση Ανατολή.
Η Fed στο επίκεντρο
Όπως αναφέρει το
Bloomberg, η πτώση των ομολόγων ανεβάζει ακόμη περισσότερο τον πήχη ενόψει της
απόφασης της Fed για τα επιτόκια την Τετάρτη, με τους επενδυτές να περιμένουν ότι οι αξιωματούχοι θα αυξήσουν το
βραχυπρόθεσμο κόστος δανεισμού για πρώτη φορά από τον Ιούλιο του 2023.
Εάν η
Fed δεν αυξήσει τα
επιτόκια ή εάν ο Πρόεδρός της,
Κέβιν Γουόρς, σηματοδοτήσει μικρότερη νομισματική σύσφιγξη τους επόμενους μήνες από εκείνη που έχουν ήδη προεξοφλήσει οι χρηματαγορές, οι
επενδυτές στα
ομόλογα ενδέχεται να απαιτήσουν ακόμη υψηλότερες αποδόσεις ως αντιστάθμισμα έναντι των πληθωριστικών κινδύνων.
«
Θα ήταν πολύ δύσκολο για τη Fed να αφήσει αμετάβλητα τα επιτόκια αυτή την εβδομάδα χωρίς να πλήξει την αξιοπιστία της στη μάχη κατά του πληθωρισμού», δήλωσε ο Βέιλ Χάρτμαν,
στρατηγικός αναλυτής της BMO Capital Markets.
Όπως πρόσθεσε, «η
αγορά είναι
ευάλωτη όχι μόνο σε μια απροσδόκητη διατήρηση των επιτοκίων, αλλά και σε μια “dovish” αύξηση, η οποία θα συνοδευόταν από ένα πιο υπομονετικό μήνυμα μέσω του dot plot ή της συνέντευξης Τύπου».
Πετρέλαιο, Ιράν και ΑΙ πιέζουν τα ομόλογα
Οι αποδόσεις των ομολόγων αυξάνονται διεθνώς από τότε που
οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπέλυσαν επίθεση κατά του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, προκαλώντας αναταράξεις στις προμήθειες πετρελαίου και φυσικού αερίου από τη Μέση Ανατολή. Στις πιέσεις προστίθενται και άλλοι παράγοντες, όπως ο
τεράστιος εταιρικός δανεισμός για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη. Η εξέλιξη αυτή αφενός πλημμυρίζει τις αγορές με νέο χρέος και αφετέρου διοχετεύει πρόσθετη τόνωση σε μια ήδη ανθεκτική αμερικανική οικονομία.
Την ίδια στιγμή, αυξάνεται σταθερά και ο όγκος του χρέους που εκδίδουν οι κυβερνήσεις, τόσο για να αναχρηματοδοτήσουν ομόλογα που λήγουν όσο και για να καλύψουν τις δημοσιονομικές τους ανάγκες.
Παράλληλα, οι κεντρικές τράπεζες
δεν απορροφούν πλέον μαζικά κρατικά ομόλογα μέσω προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης, ενώ η ζήτηση από άλλους παραδοσιακούς αγοραστές εξασθενεί. Αυτό αυξάνει την εξάρτηση των αγορών από επενδυτές που είναι περισσότερο ευαίσθητοι στις τιμές και στις αποδόσεις.
«Τα περιθώρια για πτώση των μακροπρόθεσμων αποδόσεων είναι σχετικά περιορισμένα, δεδομένου ότι δεν βλέπουμε ενδείξεις αδυναμίας στην πραγματική οικονομία και ότι η δυναμική προσφοράς στην αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων είναι πολύ διαφορετική σε σχέση με το 2007», δήλωσε η
Φίμπι Γουάιτ, επικεφαλής στρατηγικής αμερικανικών επιτοκίων της UBS.
«Η διαρθρωτική ζήτηση για αμερικανικά κρατικά ομόλογα, ιδιαίτερα από ξένους θεσμικούς επενδυτές του επίσημου τομέα, είναι αισθητά ασθενέστερη», πρόσθεσε.
Δείκτης του Bloomberg που παρακολουθεί τις αποδόσεις των αμερικανικών κρατικών ομολόγων έχει υποχωρήσει κατά
1% από τις αρχές του μήνα και περίπου 1,5% από την αρχή του έτους.
Παγκόσμιο το sell off
Περίπου
ένας στους τρεις διαχειριστές κεφαλαίων που συμμετείχαν σε έρευνα της
Bank of America χαρακτήρισε μια άτακτη άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων ως τον μεγαλύτερο «tail risk» για τις αγορές, πάνω ακόμη και από το ενδεχόμενο μιας φούσκας στην τεχνητή νοημοσύνη ή ενός δεύτερου κύματος πληθωρισμού.
Η πτώση των αμερικανικών κρατικών ομολόγων αποτελεί μέρος ενός
ευρύτερου παγκόσμιου κύματος πωλήσεων.
Η απόδοση του
10ετούς γερμανικού ομολόγου έχει φθάσει στο υψηλότερο επίπεδο από το 2009, ενώ η αντίστοιχη απόδοση στην
Αυστραλία άγγιξε υψηλό 15 ετών.
Πιέσεις δέχθηκαν και τα
ιαπωνικά ομόλογα, μετά τις πληροφορίες ότι οι αρχές εξετάζουν νέο μεσοπρόθεσμο στόχο για τις
αμυντικές δαπάνες στο 3,5% του ΑΕΠ, σε ευθυγράμμιση με το ΝΑΤΟ και άλλους συμμάχους των ΗΠΑ. Νωρίτερα, πάντως, δημοπρασία 20ετών ιαπωνικών ομολόγων είχε καταγράψει ισχυρή ζήτηση, καθώς οι αυξημένες αποδόσεις προσέλκυσαν αγοραστές.
Σύμφωνα με τη
Westpac Banking, ενδεχόμενη πρόσθετη αύξηση των αμυντικών δαπανών της Ιαπωνίας είναι πιθανό να
εντείνει τις πιέσεις στην παγκόσμια αγορά ομολόγων.
«Μια αύξηση επιτοκίων από τη Fed και η συνεχιζόμενη άνοδος του πετρελαίου θα ωθήσουν ξανά υψηλότερα τις αποδόσεις στις ΗΠΑ και η προσέγγιση του 5% στη συνεδρίαση της Δευτέρας θα πρέπει να θεωρείται πλέον ο κανόνας και όχι η εξαίρεση», δήλωσε ο
Μάρτιν Γουέτον, επικεφαλής στρατηγικής χρηματοπιστωτικών αγορών της Westpac.
Bloomberg: Εύθραυστη η εικόνα στα μακροπρόθεσμα ομόλογα
Σύμφωνα με τον μακροοικονομικό στρατηγικό αναλυτή του Bloomberg
Ντέιβιντ Σάβατζ, τα μακροπρόθεσμα αμερικανικά κρατικά ομόλογα βρίσκονται σε εύθραυστη θέση ενόψει της απόφασης της Fed.
Το term premium του 10ετούς παραμένει χαμηλότερα από το επίπεδο στο οποίο ξεκίνησε τη χρονιά. Αν και οι τιμές του πετρελαίου αναμένεται να καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τη βραχυπρόθεσμη κατεύθυνση των αμερικανικών αποδόσεων,
τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα και ο εντεινόμενος ανταγωνισμός για κεφάλαια σημαίνουν ότι οποιοδήποτε ράλι στα ομόλογα μεγαλύτερης διάρκειας πιθανότατα θα είναι βραχύβιο.
Γιατί το 5% ανησυχεί και τον Τραμπ
Στις
ΗΠΑ, η άνοδος της απόδοσης του 10ετούς έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελεί σημείο αναφοράς για την τιμολόγηση πολλών άλλων μορφών δανεισμού, μεταξύ των οποίων και τα
στεγαστικά δάνεια.
Η άνοδος αυτή αποτελεί επομένως πονοκέφαλο για τον
Ντόναλντ Τραμπ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, καθώς ο υπουργός Οικονομικών
Σκοτ Μπέσεντ είχε δηλώσει στο παρελθόν ότι η αποκλιμάκωση των αποδόσεων του 10ετούς αποτελεί βασικό στόχο της κυβέρνησης.
Το
σημερινό sell-off αποτελεί την τελευταία επίθεση των «bears» της αγοράς ομολόγων στο
κρίσιμο επίπεδο του 5%, ένα όριο που παρακολουθείται στενά από τις αγορές.
Τέτοια στρογγυλά επίπεδα συχνά μετατρέπονται σε κομβικά σημεία, τα οποία μπορούν να επιταχύνουν τις αποφάσεις τόσο των επενδυτών όσο και των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Παρότι η απόδοση ξεπέρασε το 5% για λίγες ώρες στις
23 Οκτωβρίου 2023 και ξανά τη Δευτέρα, το αμερικανικό 10ετές
δεν έχει κλείσει πάνω από αυτό το επίπεδο από το 2007.
Το 5% μπορεί να τραβήξει κεφάλαια από τις μετοχές
Οι επενδυτές σε άλλες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων μπορεί να μπουν στον πειρασμό να «κλειδώσουν»
ετησιοποιημένες αποδόσεις 5% για την επόμενη δεκαετία, διοχετεύοντας ενδεχομένως κεφάλαια μακριά από τη χρηματιστηριακή αγορά.
«
Πάνω από το 5% αρχίζει να γίνεται ανησυχητικό για τα περιουσιακά στοιχεία υψηλού κινδύνου», δήλωσε ο Τζέσι Μαρ, ανώτερος διαχειριστής χαρτοφυλακίου στη Hilbert Group.
Η ανησυχία για τους κατόχους ομολόγων είναι ότι μπορεί να μην υπάρχουν αρκετοί αγοραστές πρόθυμοι να εκμεταλλευτούν την πτώση των τιμών ώστε να ανακόψουν την εκτίναξη των αποδόσεων. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί εάν οι τιμές της ενέργειας συνεχίσουν να αυξάνονται ή εάν η Fed απογοητεύσει τις αγορές.
Σε ένα τέτοιο σενάριο,
το κόστος δανεισμού της αμερικανικής κυβέρνησης –και κατ’ επέκταση οποιουδήποτε αναζητεί χρηματοδότηση σε δολάρια– θα μπορούσε να περάσει σε επίπεδα που δεν έχουν παρατηρηθεί εδώ και μία γενιά.
Και ο κίνδυνος δεν σταματά απαραίτητα στο 5%.
«Θα μπορούσαν τα πράγματα να γίνουν ακόμη πιο δυσοίωνα; Ναι. Μια διάσπαση του 5% στην απόδοση του 10ετούς μπορεί απλώς να φέρει στο προσκήνιο το
6%», δήλωσε ο
Πάντρικ Γκάρβεϊ, επικεφαλής έρευνας για την αμερικανική ήπειρο στην ING.
«
Μια τέτοια διαδρομή από το 5% στο 6% θα ήταν πολύ δυσκολότερο να την αντέξει η ευρύτερη αγορά», προειδοποίησε.
Wall Street Journal: Το πετρέλαιο μπορεί να αλλάξει ξανά τα δεδομένα
Ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας που ωθεί αυτή τη στιγμή τη
Fed προς
αυξήσεις επιτοκίων είναι οι
τιμές του πετρελαίου. Οποιαδήποτε αποκλιμάκωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε, επομένως, να λειτουργήσει ως βαλβίδα αποσυμπίεσης για την αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων, σημειώνει σε ανάλυσή της η
Wall Street Journal.
Είναι επίσης πιθανό δύο αυξήσεις επιτοκίων τώρα,
εφόσον συνοδευτούν από καθησυχαστικά μηνύματα από τη Fed, να οδηγήσουν τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις χαμηλότερα, περιορίζοντας τους φόβους ότι η κεντρική τράπεζα έχει μείνει πίσω από τις εξελίξεις στη μάχη κατά του πληθωρισμού.
Τέλος, μια
υποχώρηση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε επίσης να πιέσει χαμηλότερα τις
μακροπρόθεσμες αποδόσεις, περιορίζοντας τις εκδόσεις εταιρικών ομολόγων και ενδεχομένως επιβραδύνοντας την οικονομική ανάπτυξη.
Μια
πραγματική ύφεση θα οδηγούσε τις αποδόσεις χαμηλότερα πολύ γρήγορα.
Με άλλα λόγια, παρά τα όσα υποστηρίζουν ορισμένοι υπέρμαχοι της
δημοσιονομικής πειθαρχίας τις τελευταίες εβδομάδες, δεν απαιτείται απαραίτητα μια ξαφνική στροφή της Ουάσιγκτον προς τη δημοσιονομική υπευθυνότητα για να υποχωρήσουν οι αποδόσεις από τα πρόσφατα υψηλά τους. Υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυτό το αποτέλεσμα.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το 5% αποτελεί οροφή για τις αποδόσεις ή ότι το συγκεκριμένο επίπεδο θα πρέπει να λειτουργήσει ως σήμα για μαζικές αγορές αμερικανικών κρατικών ομολόγων. Ωστόσο, η προοπτική υποχώρησης των αποδόσεων σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα δεν είναι τόσο μακρινή όσο αφήνουν να εννοηθεί τα πιο απαισιόδοξα σενάρια, καταλήγει η
Wall Street Journal.
Διαβάστε ακόμη:
[post_title] => Παγκόσμιο sell-off στα ομόλογα: Στο υψηλότερο σημείο από το 2007 η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς – Τι φοβούνται οι αγορές
[post_excerpt] => Η τελευταία ανοδική κίνηση ακολούθησε τη νέα άνοδο των διεθνών τιμών του πετρελαίου, καθώς ενισχύονται οι κίνδυνοι για τις ενεργειακές προμήθειες από τη Μέση Ανατολή.
[post_status] => publish
[comment_status] => closed
[ping_status] => closed
[post_password] =>
[post_name] => pagkosmio-sell-off-sta-omologa-sto-ypsilotero-simeio-apo-to-2007-i-apodosi-tou-amerikanikou-10etous-ti-fovountai-oi-agores
[to_ping] =>
[pinged] =>
[post_modified] => 2026-09-15 13:56:46
[post_modified_gmt] => 2026-09-15 10:56:46
[post_content_filtered] =>
[post_parent] => 0
[guid] => https://radar.gr/?p=643465
[menu_order] => 0
[post_type] => post
[post_mime_type] =>
[comment_count] => 0
[filter] => raw
)
[6] => WP_Post Object
(
[ID] => 643468
[post_author] => 8
[post_date] => 2026-09-15 15:40:22
[post_date_gmt] => 2026-09-15 12:40:22
[post_content] => Την ανάγκη για
δημοσιονομική πειθαρχία,
μεταρρυθμίσεις και
ταχύτερη ευρωπαϊκή ενοποίηση των
αγορών υπογραμμίζει ο Πρόεδρος του
Eurogroup και υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών,
Κυριάκος Πιερρακάκης, σε συνέντευξή του στη γερμανική
Handelsblatt.
Με αφορμή την επίσκεψή του στο
Βερολίνο και τη συνάντησή του με τον αντικαγκελάριο και ομοσπονδιακό υπουργό Οικονομικών
Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, ο Kυριάκος Πιερρακάκης μιλά για την
άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, τη
δημοσιονομική κατάσταση στην Ευρώπη, την
Ένωση Αποταμιεύσεων και
Επενδύσεων και τις
διασυνοριακές τραπεζικές συγχωνεύσεις.
«Οι μεταρρυθμίσεις μπορεί να είναι επώδυνες, αλλά αποδίδουν»
Ερωτηθείς εάν η Ελλάδα, μετά την εμπειρία της
κρίσης χρέους, μπορεί να δώσει συμβουλές στη
Γερμανία, ο κ. Πιερρακάκης αποφεύγει να εμφανιστεί ως «δάσκαλος» του Βερολίνου.
«Συνεργάζομαι πολύ στενά με τον αντικαγκελάριο
Λαρς Κλίνγκμπαϊλ. Είναι εξαιρετικός συνάδελφος και δεν χρειάζεται συμβουλές από εμένα», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι μεταρρυθμίσεις που λειτουργούν σε μία χώρα δεν είναι απαραίτητο να έχουν τα ίδια αποτελέσματα σε μια άλλη.
Ωστόσο, θεωρεί ότι
η ελληνική εμπειρία μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης. Όπως σημειώνει, η Ελλάδα κατάφερε να ξεπεράσει «μια δεκαετία γεμάτη στερήσεις», έχοντας βρεθεί αντιμέτωπη με μια υπαρξιακή κρίση.
«Τώρα βρισκόμαστε κοντά σε ένα ιστορικά χαμηλό επίπεδο ανεργίας. Πετυχαίνουμε πρωτογενή πλεονάσματα στον προϋπολογισμό και οι ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομίας είναι διπλάσιοι από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης», τονίζει.
Το βασικό μήνυμα από την ελληνική περίπτωση, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι ότι
«οι μεταρρυθμίσεις μπορεί αρχικά να είναι επώδυνες, αλλά αποδίδουν τόσο πολιτικά όσο και οικονομικά».
«Η Γερμανία είναι η βιομηχανική ατμομηχανή της Ευρώπης»
Ο
Πρόεδρος του Eurogroup εμφανίζεται αισιόδοξος για τις
προοπτικές της γερμανικής οικονομίας, παρά την παρατεταμένη αδυναμία ανάπτυξης.
«Η Γερμανία είναι η βιομηχανική ατμομηχανή της Ευρώπης», τονίζει, προσθέτοντας ότι διαθέτει τεράστιες δυνατότητες να δημιουργήσει ανάπτυξη τόσο στο εσωτερικό της όσο και συνολικά στην Ευρώπη.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η χώρα βρίσκεται σε ισχυρή θέση χάρη στο συγκριτικά
χαμηλό δημόσιο χρέος της και εκφράζει την πεποίθηση ότι η γερμανική κυβέρνηση θα προχωρήσει στις μεταρρυθμίσεις που έχει εξαγγείλει και τις οποίες ζητεί η επιχειρηματική κοινότητα.
Τι λέει για την άνοδο των αποδόσεων
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο κ. Πιερρακάκης στην
αναταραχή στις διεθνείς αγορές ομολόγων και στην άνοδο των αποδόσεων.
Όπως εξηγεί, η αύξηση των αποδόσεων
δεν αποτελεί πρόβλημα αποκλειστικά της Ευρωζώνης, αλλά αντανακλά παράγοντες που επηρεάζουν όλες τις μεγάλες οικονομίες: υψηλότερες τιμές ενέργειας, αυξημένες πληθωριστικές προσδοκίες και ισχυρή παγκόσμια ζήτηση για κεφάλαια, κυρίως λόγω των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.
Τα
θεμελιώδη μεγέθη της Ευρωζώνης, υποστηρίζει, παραμένουν ισχυρά, ενώ τα κράτη-μέλη χρηματοδοτούνται με χαμηλότερα επιτόκια σε σύγκριση με τις ΗΠΑ ή τη Βρετανία. Τα spreads μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης παραμένουν επίσης περιορισμένα.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η άνοδος των επιτοκίων δεν αποτελεί πρόβλημα.
«Τα υψηλότερα επιτόκια
αυξάνουν την πίεση στους κρατικούς προϋπολογισμούς», επισημαίνει. Οι μεγάλες μέσες διάρκειες των κρατικών ομολόγων περιορίζουν προσωρινά τις επιπτώσεις, καθώς τα σημερινά επιτόκια της αγοράς περνούν σταδιακά στους προϋπολογισμούς. «Αυτό δίνει χρόνο στις κυβερνήσεις, αλλά δεν αποτελεί λόγο εφησυχασμού. Η υγιής δημοσιονομική πολιτική αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία».
Οι τρεις προτεραιότητες του Eurogroup
Ο κ. Πιερρακάκης περιγράφει τρεις βασικές προτεραιότητες για την οικονομική πολιτική της Ευρωζώνης.
Πρώτον, τα κράτη πρέπει να διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών τους και να τηρούν τις συμφωνημένες πορείες δαπανών. Οι χώρες που κινδυνεύουν να παραβιάσουν τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, όπως λέει, θα πρέπει να λαμβάνουν πρόσθετα μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Δεύτερον, δεν αρκούν μόνο οι περικοπές δαπανών. Οι δημόσιες δαπάνες πρέπει να συμβάλλουν περισσότερο στην ανάπτυξη, με πιο στοχευμένες επενδύσεις στην παραγωγικότητα, την ενέργεια, την ψηφιοποίηση και την άμυνα. Μια κοινή ευρωπαϊκή προμήθεια στον αμυντικό τομέα θα μπορούσε, σύμφωνα με τον ίδιο, να αποφέρει σημαντικά οφέλη αποδοτικότητας.
Τρίτη προτεραιότητα είναι η ταχεία πρόοδος της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, καθώς οι επενδύσεις που χρειάζεται η Ευρώπη δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν αποκλειστικά από τους δημόσιους προϋπολογισμούς. «Η Ευρώπη πρέπει να κινητοποιήσει καλύτερα τα ιδιωτικά κεφάλαια», τονίζει.
«Δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε την επόμενη κρίση»
Ο Πρόεδρος του Eurogroup εκτιμά ότι η Ευρώπη είναι σήμερα καλύτερα προετοιμασμένη για μια νέα κρίση από ό,τι πριν από μία δεκαετία.
Υπενθυμίζει ότι τα διδάγματα της κρίσης δημόσιου χρέους επέτρεψαν στην ΕΕ να αντιδράσει ταχύτερα και πιο στοχευμένα στην
πανδημία του κορωνοϊού το 2020, αλλά και μετά τη
ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Προειδοποιεί, ωστόσο, ότι η δημοσιονομική κατάσταση των περισσότερων χωρών είναι σήμερα πιο πιεσμένη σε σχέση με το 2022.
«Δεν μπορούμε να έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε μέχρι να ξεσπάσει μια κρίση», αναφέρει, ζητώντας ταχύτερες μεταρρυθμίσεις στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, ιδιαίτερα στους τομείς των κεφαλαιαγορών, των τραπεζών και της τεχνολογίας.
Τα «κρυφά δασμολογικά τείχη» μέσα στην ΕΕ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία που επικαλείται από
μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τα εμπόδια στην εσωτερική ευρωπαϊκή αγορά.
Σύμφωνα με αυτά, τα εμπόδια στις υπηρεσίες μεταξύ των κρατών-μελών ισοδυναμούν με δασμό 110%, ενώ στα βιομηχανικά προϊόντα με δασμό 44%.
«Πρόκειται για τεράστιο αναπτυξιακό δυναμικό και είναι εύκολο να το αξιοποιήσουμε. Αρκεί να καταργήσουμε τα εμπόδια, για παράδειγμα στις κεφαλαιαγορές», επισημαίνει.
Παράλληλα, αναφέρει ότι το 2024 η χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση των ευρωπαϊκών αγορών αντιστοιχούσε περίπου στο 73% του ΑΕΠ της ΕΕ, έναντι 270% στις ΗΠΑ, αναδεικνύοντας το χάσμα που χωρίζει τις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Τράπεζες: «Χρειαζόμαστε ευρωπαϊκούς πρωταθλητές»
Για το επίμαχο ζήτημα της κοινής ευρωπαϊκής εγγύησης καταθέσεων, ο κ. Πιερρακάκης αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει ακόμη συμφωνία μεταξύ των κρατών-μελών.
Εκτιμά ότι η Ευρώπη πρέπει αρχικά να επικεντρωθεί στους τομείς όπου μπορεί να σημειωθεί γρήγορη πρόοδος, όπως η ενοποίηση των αγορών, η εποπτεία, οι τιτλοποιήσεις και η ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού κλάδου.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στις
διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα έχει ήδη αποδείξει πως αυτού του είδους η ενοποίηση είναι εφικτή και αναγκαία.
Αναφέρεται χαρακτηριστικά στην
είσοδο της UniCredit στην Alpha Bank, στην
εξαγορά του ελληνικού τηλεπικοινωνιακού ομίλου από την Deutsche Telekom, καθώς και στην
εξαγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών από τη Euronext, η οποία, όπως σημειώνει, προσφέρει πρόσβαση σε μεγαλύτερη δεξαμενή ρευστότητας.
Ερωτηθείς ειδικά για την αντίθεση που είχε εκφράσει η γερμανική κυβέρνηση στην προοπτική εξαγοράς της Commerzbank από τη UniCredit, αποφεύγει να σχολιάσει τη συγκεκριμένη υπόθεση.
Διατυπώνει, ωστόσο, ξεκάθαρα τη θέση του για την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει η Ευρώπη: «Για κάθε κλάδο στην Ευρώπη ισχύει ότι η διασυνοριακή ενοποίηση αποτελεί υπαρξιακή αναγκαιότητα. Χρειαζόμαστε ευρωπαϊκούς πρωταθλητές — όσο το δυνατόν περισσότερους και όσο το δυνατόν γρηγορότερα».
Διαβάστε ακόμη:
[post_title] => Πιερρακάκης στη Handelsblatt: Η ελληνική εμπειρία μπορεί να εμπνεύσει τη Γερμανία
[post_excerpt] => «Οι μεταρρυθμίσεις μπορεί να είναι επώδυνες, αλλά αποδίδουν», σχολιάζει στη Handelsblatt ο Κυριάκος Πιερρακάκης αναφερόμενος στην πορεία της Ελλάδας από την κρίση χρέους μέχρι σήμερα
[post_status] => publish
[comment_status] => closed
[ping_status] => closed
[post_password] =>
[post_name] => pierrakakis-sti-handelsblatt-i-elliniki-ebeiria-borei-na-ebnefsei-ti-germania
[to_ping] =>
[pinged] =>
[post_modified] => 2026-09-15 13:59:39
[post_modified_gmt] => 2026-09-15 10:59:39
[post_content_filtered] =>
[post_parent] => 0
[guid] => https://radar.gr/?p=643468
[menu_order] => 0
[post_type] => post
[post_mime_type] =>
[comment_count] => 0
[filter] => raw
)
[7] => WP_Post Object
(
[ID] => 643520
[post_author] => 93
[post_date] => 2026-09-15 17:46:19
[post_date_gmt] => 2026-09-15 14:46:19
[post_content] => Ο
Όμιλος Qualco Α.Ε. ανακοίνωσε σήμερα τα οικονομικά αποτελέσματα για το εξάμηνο που έληξε στις 30 Ιουνίου 2026. Τα έσοδα αυξήθηκαν κατά 14%, στα €101,1 εκατ., ενώ το EBITDA ενισχύθηκε στα €13,4 εκατ. Το περιθώριο EBITDA διαμορφώθηκε σε 13,2%, έναντι 14,7% την αντίστοιχη περίοδο του 2025, αντανακλώντας τις αυξημένες δαπάνες για την ενίσχυση των δυνατοτήτων υλοποίησης έργων, την τεχνητή νοημοσύνη και την ανάπτυξη τεχνολογίας διττής χρήσης.
Στο δωδεκάμηνο από τον Ιούλιο 2025 έως τον Ιούνιο 2026, τα έσοδα ανήλθαν σε €228,2 εκατ., αυξημένα κατά 16%, και το προσαρμοσμένο EBITDA σε €43,6 εκατ. Πρόκειται για τις υψηλότερες επιδόσεις δωδεκαμήνου στην ιστορία του Ομίλου, με περιθώριο EBITDA 19,1%.
Ανεκτέλεστο που στηρίζει την ανάπτυξη της επόμενης πενταετίας
Στις 30 Ιουνίου 2026, το ανεκτέλεστο έργων για την επόμενη πενταετία ανήλθε σε €762 εκατ. Από το σύνολο αυτό, €335 εκατ., ή 44%, προέρχονται από διεθνείς πελάτες. Τα ποσά αφορούν έργα που έχουν ήδη ανατεθεί και όχι εκτιμήσεις για μελλοντικές αναθέσεις, ενώ μέρος των συμβάσεων εκτείνεται πέρα από τον πενταετή ορίζοντα.
Επιτάχυνση της διεθνούς παρουσίας
Τα διεθνή έσοδα αυξήθηκαν κατά 24%, και αντιστοιχούν πλέον στο 32% των εσόδων του Ομίλου, από 29% το πρώτο εξάμηνο του 2025.
Η Bank AlJazira στη Σαουδική Αραβία επέλεξε το Qualco ProximaPlus για λύσεις χρηματοδότησης της εφοδιαστικής αλυσίδας συμβατές με τη Σαρία, αποτελώντας τον 13ο μεγάλο πελάτη του Ομίλου στη Μέση Ανατολή. Η Quento συγκαταλέγεται στους επιλεγέντες αναδόχους της σύμβασης πλαισίου DIGIT TM III της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, συνολικής αξίας άνω των €3,97 δισ., ενώ η πλήρης παροχή υπηρεσιών προς τη Thames Water στο Ηνωμένο Βασίλειο ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο.
Ανάπτυξη των βασικών δραστηριοτήτων και διαφοροποίηση εσόδων
Ο τομέας Platform as a Service κατέγραψε αύξηση εσόδων 18%, ο τομέας Λογισμικού και Τεχνολογίας 16% και ο τομέας Διαχείρισης Χαρτοφυλακίων 2%. Παράλληλα, διευρύνεται η συμμετοχή κλάδων όπως οι τηλεπικοινωνίες, η μεταποίηση, οι μεταφορές, το λιανεμπόριο και η ναυτιλία.
Συγκεκριμένα, η Qualco Intelligent Finance ανανέωσε και επέκτεινε με τη ΔΕΗ την τιτλοποίηση απαιτήσεών της στο σύνολο του χαρτοφυλακίου χαμηλής και μέσης τάσης, στο φυσικό αέριο και στις μεγάλες επιχειρήσεις. Παράλληλα, η QQuant πρόσθεσε τέσσερα χαρτοφυλάκια, ανεβάζοντας τα υπό διαχείριση στοιχεία ενεργητικού σε €21,4 δισ., υπερδιπλάσια σε σχέση με το 2024.
Τρεις αγορές με κοινή βάση την ιδιόκτητη τεχνολογία
Αξιοποιώντας τεχνογνωσία 25 ετών, ο Όμιλος επεκτείνει τις εφαρμογές της τεχνολογίας του στην ακίνητη περιουσία, στην πολιτική προστασία και την άμυνα, καθώς και στο embedded finance. Κοινή βάση αποτελεί η ιδιόκτητη τεχνολογική υποδομή του, με την τεχνητή νοημοσύνη στον πυρήνα της.
Ακίνητη περιουσία
Το Uniko, που δημιουργήθηκε σε συνεργασία με την Εθνική Τράπεζα, και η ODS, κοινοπραξία με την Τράπεζα Πειραιώς, διευρύνουν την παρουσία του Ομίλου στην αγορά ακινήτων. Η ODS προγραμματίζει για τον Δεκέμβριο την έναρξη υπηρεσιών χορήγησης στεγαστικών δανείων με αξιοποίηση agentic AI.
Στον δημόσιο τομέα, κοινοπραξία στην οποία ο Όμιλος συμμετέχει με ποσοστό άνω του 90% ανέλαβε την ψηφιακή χαρτογράφηση, τακτοποίηση και αποτίμηση περίπου 4.000 ακινήτων του Υπουργείου Υγείας. Το έργο, που ανακοινώθηκε τον Αύγουστο, έχει προϋπολογισμό σχεδόν
€10 εκατ., διάρκεια 24 μηνών και δικαίωμα προαίρεσης για πρόσθετες υπηρεσίες έως €5 εκατ.
Τεχνολογία διττής χρήσης (Dual-Use)
Μέσω του QART, ο Όμιλος έχει αναπτύξει δύο τεχνολογικές λύσεις με 100% ελληνική πνευματική ιδιοκτησία: ένα σύστημα Κοινής Επιχειρησιακής Εικόνας και λογισμικό αυτόνομης λειτουργίας μη επανδρωμένων πλατφορμών. Οι εγκαταστάσεις και το προσωπικό του QART διαθέτουν διαβάθμιση ασφαλείας σε επίπεδο κράτους, NATO και EU SECRET.
Τον Αύγουστο υπογράφηκε Μνημόνιο Συνεργασίας με τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά για την ανάπτυξη μη επανδρωμένου σκάφους επιφανείας πολλαπλών χρήσεων, ελληνικού σχεδιασμού και κατασκευής. Η Qualco θα παρέχει το λογισμικό, την τεχνητή νοημοσύνη και τους αλγορίθμους, για εφαρμογές στην άμυνα, την ασφάλεια και τη γαλάζια οικονομία, με προσανατολισμό τόσο στην εγχώρια όσο και στις διεθνείς αγορές
Embedded Finance
Ο Όμιλος έχει υποβάλει αίτηση στην Τράπεζα της Ελλάδος για άδεια πιστωτικού ιδρύματος, με στόχο την έναρξη λειτουργίας το πρώτο εξάμηνο του 2027, υπό την προϋπόθεση χορήγησης της απαιτούμενης άδειας. Το σχεδιαζόμενο μοντέλο προβλέπει την παροχή καταναλωτικής πίστης από λιανεμπόρους στο σημείο πώλησης, με έγκριση και εξυπηρέτηση μέσω της πλατφόρμας της Qualco και χρηματοδότηση από συνεργαζόμενες τράπεζες.
Η τεχνητή νοημοσύνη ενισχύει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα
O Όμιλος θα ολοκληρώσει μέσα σε έναν χρόνο τη διάθεση πέντε νέων προϊόντων τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία περιλαμβάνουν το ML Studio, που κυκλοφόρησε τον Μάιο, το Agenly, που περνά σε πλήρη εμπορική διάθεση τον Οκτώβριο, και το Agentic Studio, που ακολουθεί τον Δεκέμβριο. Παράλληλα, ο AI Security Analyst της Cenobe έχει τεθεί σε λειτουργία για συνεχή κυβερνοάμυνα.
Πάνω από το 50% των ομάδων υλοποίησης χρησιμοποιεί ήδη καθημερινά την τεχνητή νοημοσύνη, με στόχο το 90% έως το τέλος του έτους. Η αυτοματοποίηση της επικοινωνίας με πελάτες, της διαχείρισης εγγράφων και των υποστηρικτικών διαδικασιών, σε συνδυασμό με το Πρόγραμμα Λειτουργικής Αποδοτικότητας του Ομίλου, αναμένεται να βελτιώσει την παραγωγικότητα και τα περιθώρια κερδοφορίας.
Επενδύσεις, ταμειακές ροές και χρηματοοικονομική θέση
Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες διαμορφώθηκαν στο 10,0% των εσόδων, έναντι 8,4% το πρώτο εξάμηνο του 2025, καθώς ο Όμιλος επιτάχυνε τις επενδύσεις σε τεχνητή νοημοσύνη, πλατφόρμες και δυνατότητες υλοποίησης έργων στο εξωτερικό. Έως τις 30 Ιουνίου είχε διατεθεί το 80% των κεφαλαίων της δημόσιας εγγραφής, νωρίτερα από το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα των 18 μηνών.
Οι λειτουργικές ταμειακές ροές εμφάνισαν εκροή €2,8 εκατ. στο εξάμηνο. Σύμφωνα με τη διοίκηση, η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την εποχικότητα, την πραγματοποίηση δαπανών πριν από τα αντίστοιχα έσοδα και τον χρόνο είσπραξης απαιτήσεων από ολοκληρωμένα έργα, ιδίως στον δημόσιο τομέα, στη Μέση Ανατολή και σε ευρωπαϊκές συμβάσεις πλαισίου. Η σταδιακή εξόφληση των απαιτήσεων αναμένεται να οδηγήσει σε θετικές λειτουργικές ταμειακές ροές για το σύνολο του έτους, κοντά στα ιστορικά επίπεδα του Ομίλου.
Τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα ανήλθαν σε €21,0 εκατ., έναντι €55,1 εκατ. στην αρχή του έτους, ενώ ο συνολικός δανεισμός μειώθηκε σε €67 εκατ., από €73 εκατ. Ο δείκτης καθαρού δανεισμού προς προσαρμοσμένο EBITDA δωδεκαμήνου, εξαιρουμένων SCI και μισθώσεων, διαμορφώθηκε σε 1,3x, έναντι 0,8x στο τέλος του 2025, με εκτίμηση επαναφοράς περίπου στο 1,0x έως το τέλος του 2026. Το μέσο κόστος δανεισμού ήταν 4,15%.
Προοπτικές και δημιουργία αξίας για τους μετόχους μας
Ο Όμιλος επιβεβαιώνει τις εκτιμήσεις του για αύξηση εσόδων της τάξης του 15% και περιθώριο EBITDA περίπου 20% για το σύνολο του 2026. Η εκτίμηση λαμβάνει υπόψη την εποχικότητα της δραστηριότητας, καθώς περίπου το 60% των ετήσιων εσόδων καταγράφεται στο δεύτερο εξάμηνο, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του κόστους κατανέμεται ομοιόμορφα μέσα στο έτος.
Από τη χρήση 2027, η διοίκηση αναμένει αναβαθμισμένο περιθώριο EBITDA 22%, κεφαλαιουχικές δαπάνες περίπου στο 7% των εσόδων και δείκτη μόχλευσης κάτω από 1,0x. Έως το 2028, στόχος είναι τα διεθνή έσοδα να υπερβαίνουν το 40% του συνόλου και τα έσοδα του Ομίλου να διπλασιαστούν σε σχέση με το επίπεδο πριν από τη δημόσια εγγραφή.
Παράλληλα, ο Όμιλος εξετάζει τρόπους ενίσχυσης των αποδόσεων για τους μετόχους του, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος επαναγοράς ιδίων μετοχών, υπό την επιφύλαξη των απαιτούμενων εταιρικών εγκρίσεων και σύμφωνα με το ισχύον ευρωπαϊκό και ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο.
Διαβάστε ακόμη:
[post_title] => Qualco: Άνοδος 14% στα έσοδα στα €101,1 εκατ. – EBITDA €13,4 εκατ. στο εξάμηνο
[post_excerpt] => Tο προσαρμοσμένο EBITDA δωδεκαμήνου φθάνει σε ρεκόρ €43,6 εκατ. και επιβεβαιώνονται οι εκτιμήσεις για το σύνολο του έτους.
[post_status] => publish
[comment_status] => closed
[ping_status] => closed
[post_password] =>
[post_name] => qualco-anodos-14-sta-esoda-sta-e1011-ekat-ebitda-e134-ekat-sto-examino
[to_ping] =>
[pinged] =>
[post_modified] => 2026-09-15 17:47:08
[post_modified_gmt] => 2026-09-15 14:47:08
[post_content_filtered] =>
[post_parent] => 0
[guid] => https://radar.gr/?p=643520
[menu_order] => 0
[post_type] => post
[post_mime_type] =>
[comment_count] => 0
[filter] => raw
)
[8] => WP_Post Object
(
[ID] => 643521
[post_author] => 93
[post_date] => 2026-09-15 18:00:33
[post_date_gmt] => 2026-09-15 15:00:33
[post_content] => Ισορροπημένο ήταν το σκηνικό στη σημερινή συνεδρίαση του
Χρηματιστηρίου Αθηνών, με αγοραστές και πωλητές να μένουν ουσιαστικά στο «Χ» και τον Γενικό Δείκτη να διατηρεί την επαφή του με τη ζώνη των
2.700 μονάδων. Οι αγοραστικές τοποθετήσεις ενισχύθηκαν στο δεύτερο μισό της συνεδρίασης, χωρίς όμως να αποκτήσουν την απαιτούμενη δυναμική ώστε να οδηγήσουν την αγορά σε σαφή ανοδική κατεύθυνση.
Οι «αψιμαχίες» μεταξύ αγοραστών και πωλητών συνεχίστηκαν μέχρι και τις δημοπρασίες, με το ενδιαφέρον να μεταφέρεται κυρίως σε επιμέρους τίτλους της υψηλής και της μεσαίας κεφαλαιοποίησης. Ο FTSE Large Cap ολοκλήρωσε τη συνεδρίαση στις
6.919,99 μονάδες με πτώση 0,10%, ενώ καλύτερη ήταν η εικόνα στον FTSE Mid Cap, ο οποίος ενισχύθηκε κατά
0,74% στις 3.017,20 μονάδες.
Ο Γενικός Δείκτης έκλεισε με κέρδη 0,01% στις 2.695,21 μονάδες, ενώ σήμερα κινήθηκε μεταξύ 2.671,20 μονάδων (-0,88%) και 2.701,03 μονάδων (+0,23%).
Ο τζίρος ανήλθε στα 338,9 εκατ. ευρώ και ο όγκος στα 39,9 εκατ. τεμάχια, ενώ μέσω προσυμφωνημένων πράξεων διακινήθηκαν 1,2 εκατ. τεμάχια αξίας 17,7 εκατ. ευρώ.
Στο επίκεντρο βρέθηκαν μετοχές της υψηλής κεφαλαιοποίησης που είχαν πιεστεί στην προηγούμενη συνεδρίαση. Η
AKTOR πραγματοποίησε ισχυρή αντίδραση, κλείνοντας στα
10,18 ευρώ με άνοδο 3,98%, ενώ η
Lamda Development ακολούθησε με κέρδη
3,19% στα 6,63 ευρώ. Σημαντική άνοδο
2,36% κατέγραψε και ο
Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών, στα
10,83 ευρώ, ενώ η
ΕΥΔΑΠ ενισχύθηκε κατά
1,90% στα 11,80 ευρώ.
Ιδιαίτερα θετική ήταν η εικόνα στα διυλιστήρια, στον απόηχο της αύξησης των τιμών-στόχων από τη Eurobank Equities. Η
Motor Oil ενισχύθηκε κατά
2,97% στα 67,60 ευρώ, κινούμενη ενδοσυνεδριακά κοντά στα
68 ευρώ και καταγράφοντας νέο ιστορικό υψηλό. Η χρηματιστηριακή έχει ανεβάσει την τιμή-στόχο για τη Motor Oil στα
73,90 ευρώ από 53,20 ευρώ, διατηρώντας τη σύσταση Buy.
Ανάλογα ισχυρή ήταν η εικόνα της
HELLENiQ ENERGY, η οποία έκλεισε ακριβώς στα
18 ευρώ με άνοδο 1,35%, φθάνοντας σε επίπεδα που αποτελούν υψηλό
27 ετών, από τον Οκτώβριο του 1999. Η Eurobank Equities αύξησε την τιμή-στόχο στα
17,50 ευρώ από 12,60 ευρώ, υποβαθμίζοντας πάντως τη σύσταση σε Hold από Buy, καθώς η ισχυρή χρηματιστηριακή άνοδος έχει πλέον απορροφήσει σημαντικό μέρος του περιθωρίου ανόδου.
Στον αντίποδα, οι τράπεζες αποτέλεσαν το βασικό βαρίδι για την αγορά, με τον τραπεζικό δείκτη να υποχωρεί κατά
0,48% στις 3.216,87 μονάδες. Η μεγαλύτερη πίεση ασκήθηκε στην
Optima Bank, η οποία έκλεισε στα
12,69 ευρώ με απώλειες 2,38%. Η
Alpha Bank υποχώρησε κατά
1,33% στα 4,824 ευρώ, ενώ η
Τράπεζα Πειραιώς έχασε
1,26% και έκλεισε στα 10,565 ευρώ. Η CrediaBank σημείωσε πτώση
0,52% στα 0,96 ευρώ.
Αντίθετα, θετικά πρόσημα διατήρησαν οι υπόλοιποι βασικοί τραπεζικοί τίτλοι. Η
Τράπεζα Κύπρου ενισχύθηκε κατά
0,29% στα 10,55 ευρώ, η
Eurobank κατά
0,21% στα 4,68 ευρώ και η
Εθνική Τράπεζα κατά
0,17% στα 17,415 ευρώ.
Στα υπόλοιπα blue chips, η
ΔΕΗ έκλεισε στα
24,54 ευρώ με άνοδο 0,41%. Στην πλευρά των πωλητών, η
Viohalco έχασε
1,87% στα 15,74 ευρώ, ενώ η
Titan υποχώρησε κάτω από το ψυχολογικό όριο των 50 ευρώ, κλείνοντας στα
49,80 ευρώ με πτώση 1,39%. Η
Cenergy διολίσθησε κατά
0,98% στα 22,30 ευρώ, η
Allwyn κατά
0,93% στα 12,80 ευρώ, η
ΕΛΒΑΛΧΑΛΚΟΡ κατά
0,85% στα 3,52 ευρώ και η
Jumbo κατά
0,78% στα 25,60 ευρώ.
Το ισχυρότερο, πάντως, «άλμα» της ημέρας ήρθε από τη μεσαία κεφαλαιοποίηση. Ο
ΟΛΠ εκτινάχθηκε κατά
5,71% στα 44,40 ευρώ, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη άνοδο μεταξύ των βασικών τίτλων και δίνοντας σημαντική ώθηση στον Mid Cap.
Ακολούθησε η
Ελλάκτωρ με +2,21% στα 1,296 ευρώ, ενώ η
Quest ενισχύθηκε κατά
1,60% στα 7,60 ευρώ και ο
ΑΔΜΗΕ Συμμετοχών κατά 1,18% στα 4,27 ευρώ. Η
ΑΒΑΞ έκλεισε με άνοδο
0,92% στα 3,29 ευρώ, ο
ΟΛΘ με
+0,77% στα 39,50 ευρώ, η
Σαράντης με
+0,65% στα 12,30 ευρώ και η
Fourlis με
+0,62% στα 4,045 ευρώ.
Κέρδη
0,52% στα 5,76 ευρώ σημείωσε η
Ideal Holdings, ενώ η
Alter Ego Media ενισχύθηκε κατά
0,32% στα 6,35 ευρώ. Αντίθετα, η
Intracom Holdings υποχώρησε κατά
1,38% στα 2,865 ευρώ, η
Dimand κατά
0,76% στα 13,10 ευρώ και η
Autohellas κατά
0,54% στα 11,02 ευρώ. Η
Euronext Athens έκλεισε στα
8,18 ευρώ με πτώση 0,24%, ενώ η
Trade Estates υποχώρησε οριακά κατά
0,20% στα 1,984 ευρώ.
Συνολικά 57 μετοχές κινήθηκαν καθοδικά, 44 μετοχές σημείωσαν αύξηση, ενώ 20 μετοχές παρέμειναν αμετάβλητες.
Η κεφαλαιοποίηση της αγοράς κυμάνθηκε στα 194,2 δισ. ευρώ.
Διαβάστε ακόμη:
[post_title] => Χρηματιστήριο: «Μάχη» στις 2.700 μονάδες – Ιστορικό υψηλό για Motor Oil, 27ετίας για HELLENiQ ENERGY
[post_excerpt] => Αγοραστές και πωλητές έμειναν ουσιαστικά στο «Χ» με τον Γενικό Δείκτη να διατηρεί την επαφή του με τη ζώνη των 2.700 μονάδων.
[post_status] => publish
[comment_status] => closed
[ping_status] => closed
[post_password] =>
[post_name] => chrimatistirio-machi-stis-2-700-monades-istoriko-ypsilo-gia-motor-oil-27etias-gia-helleniq-energy
[to_ping] =>
[pinged] =>
[post_modified] => 2026-09-15 19:02:08
[post_modified_gmt] => 2026-09-15 16:02:08
[post_content_filtered] =>
[post_parent] => 0
[guid] => https://radar.gr/?p=643521
[menu_order] => 0
[post_type] => post
[post_mime_type] =>
[comment_count] => 0
[filter] => raw
)
)
Τα περιθώρια διύλισης παραμένουν εξαιρετικά ισχυρά και οδηγούν σε νέα μεγάλη αναθεώρηση των εκτιμήσεων για το 2026 και το 2027.
Τα νοικοκυριά της ευρωζώνης διατηρούν κατά μέσο όρο περίπου το ένα τρίτο των χρηματοοικονομικών τους περιουσιακών στοιχείων σε τραπεζικές καταθέσεις
Το νέο επενδυτικό τοπίο μετά το Ταμείο Ανάκαμψης και η πρόκληση της ωρίμανσης έργων
Οι ευρωπαϊκές Top Picks της Morgan Stanley με σύσταση Overweight ανέρχονται πλέον σε 43, γεγονός που σηματοδοτεί μια ασυνήθιστα μεγάλη ανανέωση του καταλόγου
Η τελευταία ανοδική κίνηση ακολούθησε τη νέα άνοδο των διεθνών τιμών του πετρελαίου, καθώς ενισχύονται οι κίνδυνοι για τις ενεργειακές προμήθειες από τη Μέση Ανατολή.
«Οι μεταρρυθμίσεις μπορεί να είναι επώδυνες, αλλά αποδίδουν», σχολιάζει στη Handelsblatt ο Κυριάκος Πιερρακάκης αναφερόμενος στην πορεία της Ελλάδας από την κρίση χρέους μέχρι σήμερα
Tο προσαρμοσμένο EBITDA δωδεκαμήνου φθάνει σε ρεκόρ €43,6 εκατ. και επιβεβαιώνονται οι εκτιμήσεις για το σύνολο του έτους.
Αγοραστές και πωλητές έμειναν ουσιαστικά στο «Χ» με τον Γενικό Δείκτη να διατηρεί την επαφή του με τη ζώνη των 2.700 μονάδων.