Ενα ακόμη «μέτωπο» ανοίγει ο φοροελεγκτικός μηχανισμός στην αγορά ακινήτων, καθώς η ΑΑΔΕ περνάει από ηλεκτρονικό κόσκινο χιλιάδες μεταβιβάσεις που πραγματοποιήθηκαν το 2025. Στόχος είναι να εντοπιστούν περιπτώσεις στις οποίες δεν τηρήθηκαν οι υποχρεώσεις που προβλέπει η νομοθεσία για το πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ, ένα από τα βασικά δικαιολογητικά κάθε πράξης μεταβίβασης ακινήτου.
Σπίτια, οικόπεδα, επαγγελματικοί χώροι και καταστήματα που άλλαξαν ιδιοκτήτη μπαίνουν στο ελεγκτικό ραντάρ της φορολογικής διοίκησης. Οι διασταυρώσεις θα πραγματοποιηθούν με αξιοποίηση των ηλεκτρονικά διαθέσιμων δεδομένων και με κριτήρια ανάλυσης κινδύνου, ώστε οι υπηρεσίες της ΑΑΔΕ να εντοπίσουν πράξεις που παρουσιάζουν ενδείξεις φορολογικών παραβάσεων.
Στο επίκεντρο, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκονται τα πιστοποιητικά ΕΝΦΙΑ που συνόδευσαν τις συμβολαιογραφικές πράξεις, καθώς και η ορθή εφαρμογή των σχετικών διαδικασιών από συμβολαιογράφους, υποθηκοφύλακες και προϊσταμένους κτηματολογικών γραφείων.
Οι έλεγχοι θα πραγματοποιηθούν εξ αποστάσεως από τα Τμήματα ή Γραφεία Συμμόρφωσης και Σχέσεων με τους Φορολογουμένους των ΔΟΥ, αλλά και από τα Τμήματα Φορολογίας Κατοχής Ακινήτων των Κέντρων Φορολογίας Κεφαλαίου (ΚΕΦΟΚ). Η φορολογική διοίκηση μπορεί πλέον να πραγματοποιεί στοχευμένους ελέγχους χωρίς την ανάγκη φυσικής παρουσίας των ελεγκτών. Οπου διαπιστώνονται παραβάσεις, θα ενεργοποιούνται οι προβλεπόμενες κυρώσεις. Οι υπηρεσίες θα εξετάσουν κατά πόσο τηρήθηκαν, κατά τη διάρκεια του 2025, οι προβλεπόμενες διαδικασίες στις μεταβιβάσεις ακινήτων.
Η έκταση της αγοράς που βρίσκεται υπό έλεγχο αποτυπώνεται και στα στοιχεία των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Κατά τη διάρκεια του 2025 υποβλήθηκαν μέσω της πλατφόρμας myPROPERTY συνολικά 225.000 δηλώσεις φόρου μεταβίβασης ακινήτων. Παράλληλα, από τις αρχές του έτους έχουν υποβληθεί περισσότερες από 123.000 δηλώσεις που αφορούν αγοραπωλησίες ακινήτων, ενώ ο φόρος που έχει βεβαιωθεί ανέρχεται σε περίπου 335 εκατ. ευρώ. Οι αριθμοί αυτοί εξηγούν και το αυξημένο ενδιαφέρον της φορολογικής διοίκησης για την αυτοματοποίηση των ελέγχων και τον εντοπισμό αποκλίσεων. Η νομοθεσία προβλέπει ότι δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί υποσχετική ή εκποιητική δικαιοπραξία με την οποία συστήνονται, μεταβάλλονται ή μεταβιβάζονται δικαιώματα επί ακινήτου, ούτε να παρέχεται δικαίωμα προσημείωσης ή υποθήκης, χωρίς να μνημονεύεται και να επισυνάπτεται το απαιτούμενο πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ.
Στις αγοραπωλησίες και στις λοιπές μεταβιβάσεις ακινήτων από επαχθή αιτία, το πιστοποιητικό επιβεβαιώνει ότι το συγκεκριμένο ακίνητο περιλαμβάνεται στη δήλωση ΕΝΦΙΑ για τα πέντε προηγούμενα έτη της μεταβίβασης. Εφόσον το πιστοποιητικό εκδίδεται μετά την πράξη προσδιορισμού του ΕΝΦΙΑ του τρέχοντος έτους, η περίοδος αναφοράς επεκτείνεται στα έξι έτη, συμπεριλαμβανομένου και του έτους της μεταβίβασης.
Για τις υπόλοιπες δικαιοπραξίες, το πιστοποιητικό δεν περιορίζεται μόνο στην αναγραφή του ακινήτου. Βεβαιώνει επίσης ότι ο φορολογούμενος έχει εξοφλήσει ή έχει νόμιμα απαλλαγεί από τις ληξιπρόθεσμες οφειλές ΕΝΦΙΑ που αφορούν το συγκεκριμένο ακίνητο, αλλά και από τις αντίστοιχες υποχρεώσεις για τα υπόλοιπα ακίνητά του, σύμφωνα με τα χρονικά διαστήματα που ορίζει η νομοθεσία.
Ανάλογη υποχρέωση υπάρχει και στις συμβολαιογραφικές πράξεις αποδοχής κληρονομιάς. Στην περίπτωση αυτή, για τα έτη κατά τα οποία υπόχρεος στον ΕΝΦΙΑ ήταν ο κληρονομούμενος, το πιστοποιητικό χορηγείται εφόσον έχει καταβληθεί ο φόρος που αντιστοιχεί στο ποσοστό και το δικαίωμα επί του ακινήτου που κληρονομείται ή εφόσον υπήρχε νόμιμη απαλλαγή.


