Μετά την ολοκλήρωση των φορολογικών δηλώσεων του 2026, η ΑΑΔΕ περνάει στην επόμενη φάση των ελέγχων, βάζοντας στο στόχαστρο εκατομμύρια τραπεζικούς λογαριασμούς φυσικών και νομικών προσώπων.
Οπως αναφέρεται σε ρεπορτάζ, στο επίκεντρο βρίσκονται αδήλωτα εισοδήματα, αδικαιολόγητες αυξήσεις περιουσίας και αποκλίσεις ανάμεσα σε όσα δηλώνουν οι φορολογούμενοι στην εφορία και στην πραγματική οικονομική τους εικόνα, με την τεχνολογία και τους αλγόριθμους να αναλαμβάνουν πλέον πρωταγωνιστικό ρόλο στον εντοπισμό των ύποπτων περιπτώσεων. Το νέο κύμα ηλεκτρονικών διασταυρώσεων στηρίζεται σε έναν τεράστιο όγκο δεδομένων που προέρχεται όχι μόνο από τις φορολογικές δηλώσεις, αλλά και από τράπεζες, εργοδότες, ασφαλιστικά ταμεία, επιχειρήσεις και άλλους δημόσιους φορείς. Κεντρικό εργαλείο της διαδικασίας είναι το «Σύστημα Αυτοματοποιημένου Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας», γνωστό ως Bank Account Nexus Crosscheck Appplication (BANCAPP).
Μέσω του BANCAPP η διαδικασία συλλογής και επεξεργασίας των χρηματοοικονομικών στοιχείων αυτοματοποιείται, επιτρέποντας στις ελεγκτικές υπηρεσίες να αποκτούν γρήγορα εικόνα για τις τραπεζικές και λοιπές οικονομικές κινήσεις των προσώπων που ελέγχονται. Στόχος είναι να διαπιστωθεί εάν η κινητή περιουσία, οι συναλλαγές και οι δαπάνες διαβίωσης συνάδουν με τα εισοδήματα που έχουν δηλωθεί.
Η διαδικασία ενεργοποιείται με την έκδοση εντολής ελέγχου εισοδήματος. Από εκείνο το σημείο, χωρίς να απαιτείται ανθρώπινη παρέμβαση για την αποστολή του αιτήματος, αυτό προωθείται ηλεκτρονικά μέσω της ΑΑΔΕ στο BANCAPP.
Το αίτημα διαβιβάζεται μέσω του κόμβου ηλεκτρονικής διασύνδεσης και επικοινωνίας προς τα πιστωτικά ιδρύματα και όλα τα υπόχρεα πρόσωπα. Οι αποδέκτες του αιτήματος οφείλουν να αποστείλουν τα απαιτούμενα αρχεία εντός δύο εργάσιμων ημερών. Εξαίρεση προβλέπεται όταν ο έλεγχος αφορά χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών, οπότε η προθεσμία αποστολής των αρχείων ανέρχεται σε πέντε εργάσιμες ημέρες.
Η ηλεκτρονική επικοινωνία μεταξύ ΑΑΔΕ και υπόχρεων προσώπων πραγματοποιείται μέσω των υποδομών της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., ενώ τα φορολογικά και χρηματοοικονομικά δεδομένα που ανταλλάσσονται είναι κρυπτογραφημένα, ώστε να διασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα της διαδικασίας.
Για την άρση του τραπεζικού απορρήτου μέσω του συστήματος απαιτείται ο αριθμός φορολογικού μητρώου του φυσικού ή νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας που ελέγχεται. Παράλληλα, πριν από την υποβολή του σχετικού αιτήματος πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες έγκρισης για την άρση του τραπεζικού απορρήτου από τις αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες.
Το εύρος των στοιχείων που μπορούν να αξιοποιηθούν είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Τα τραπεζικά και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αποστέλλουν
δεδομένα για καταθέσεις, χορηγήσεις, επενδυτικούς λογαριασμούς και χαρτοφυλάκια επενδυτικών προϊόντων και αξιογράφων.
Στο πεδίο των διασταυρώσεων περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων,
αμοιβαία κεφάλαια, ομόλογα, μετοχές, τραπεζοασφαλιστικά προϊόντα, παράγωγα και repos. Παράλληλα, μπορούν να εξετάζονται στοιχεία από πιστωτικές κάρτες, τραπεζικές θυρίδες, λογαριασμούς πληρωμών, προπληρωμένες κάρτες και ηλεκτρονικά πορτοφόλια.
Οι ηλεκτρονικές διασταυρώσεις δεν σταματούν στις τραπεζικές κινήσεις. Η ΑΑΔΕ εξετάζει στοιχεία που μπορούν να αποκαλύψουν αποκλίσεις μεταξύ του δηλωμένου εισοδήματος και του πραγματικού επιπέδου διαβίωσης.
Στο μικροσκόπιο μπαίνουν αναδρομικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές, αλλά και οι ηλεκτρονικές δαπάνες που δηλώνονται στους σχετικούς κωδικούς 049-050. Εξετάζονται επίσης οι αποπληρωμές στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, τα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής και υγείας, τα νοσήλια σε ιδιωτικές κλινικές και τα δίδακτρα ιδιωτικών σχολείων.
Στις διασταυρώσεις μπορούν ακόμη να αξιοποιηθούν δεδομένα για δαπάνες σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, καθώς και στοιχεία κατανάλωσης νερού. Ιδιαίτερα υψηλές καταναλώσεις μπορεί, για παράδειγμα, να αποτελέσουν ένδειξη για την ύπαρξη αδήλωτης πισίνας. Παράλληλα, ελέγχονται εισοδήματα από μισθώσεις και βραχυχρόνιες μισθώσεις. Ο στόχος είναι να εντοπιστούν περιπτώσεις όπου το εισόδημα που εμφανίζεται στις φορολογικές δηλώσεις δεν φαίνεται να επαρκεί για να δικαιολογήσει το ύψος της περιουσίας, των συναλλαγών ή των δαπανών του φορολογουμένου.
Εάν από τις διασταυρώσεις προκύψουν ενδείξεις ανακριβούς δήλωσης ή αδήλωτων εισοδημάτων, ο φορολογούμενος
θα κληθεί να εξηγήσει τις αποκλίσεις και να προσκομίσει τα απαραίτητα στοιχεία και δικαιολογητικά στην αρμόδια ΔΟΥ ή στο ΚΕΦΟΔΕ.
Εφόσον τα στοιχεία που θα προσκομιστούν δεν κριθούν επαρκή, η υπόθεση μπορεί να περάσει σε φορολογικό έλεγχο, με τον καταλογισμό των αναλογούντων φόρων, προσαυξήσεων και προστίμων. Στις περιπτώσεις όπου οι οικονομικές αποκλίσεις δεν δικαιολογούνται από τα δηλωμένα εισοδήματα, το υπερβάλλον ποσό αντιμετωπίζεται ως αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας και φορολογείται με συντελεστή 33%.
