Στο κυβερνητικό στρατόπεδο μπορεί δημόσια να ανεβάζουν τους τόνους απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα και να επιτίθενται πολιτικά στη Μαρία Καρυστιανού, ωστόσο στο παρασκήνιο ο πραγματικός πονοκέφαλος φαίνεται να έχει άλλο όνομα: Αντώνης Σαμαράς.

Η πιθανότητα ενός νέου πολιτικού φορέα με αναφορά στον πρώην πρωθυπουργό αντιμετωπίζεται από το Μέγαρο Μαξίμου όχι ως μια ακόμα «αντισυστημική αναλαμπή», αλλά ως μια δυνητική απειλή με δυνατότητα πραγματικής αποσυσπείρωσης της εκλογικής βάσης της Νέας Δημοκρατίας.

----------

Πρακτικά μάλιστα το Μέγαρο Μαξίμου δεν έχει κάποια γραμμή άμυνας απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η ανησυχία δεν αφορά απλώς τα ποσοστά. Στην κυβέρνηση εκτιμούν ότι ένα σχήμα υπό τον Σαμαρά θα μπορούσε να χτυπήσει στον πυρήνα της λεγόμενης «πατριωτικής δεξιάς», δηλαδή σε ένα κοινό που παραμένει ιδεολογικά κοντά στη ΝΔ αλλά εμφανίζει ολοένα και μεγαλύτερη δυσφορία για ζητήματα όπως η εξωτερική πολιτική, η διαχείριση των εθνικών θεμάτων, το μεταναστευτικό, αλλά και η συνολική φυσιογνωμία της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Το κοινό αυτό προσώρας βρίσκεται στη γκρίζα ζώνη και δεν εκδηλώνεται. Όμως η έλευση του πρώην πρωθυπουργού μπορεί να ανοίξει πόρτες σε αυτή την εκλογική δεξαμενή.

Ο φόβος της εσωτερικής αιμορραγίας

Σε αντίθεση με τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος απευθύνεται κυρίως στον χώρο της κεντροαριστεράς και της απογοητευμένης ψήφου του ΣΥΡΙΖΑ, ο Σαμαράς θεωρείται ικανός να αφαιρέσει απευθείας κρίσιμες δυνάμεις από τη ΝΔ. Αυτό είναι το στοιχείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία στο Μαξίμου.

Κυβερνητικά στελέχη αναγνωρίζουν ότι η εκλογική φθορά από έναν νέο φορέα Τσίπρα θα ήταν περισσότερο επικοινωνιακή και δευτερευόντως πολιτική. Αντίθετα, μια παρέμβαση Σαμαρά θα μπορούσε να προκαλέσει υπαρξιακή πίεση στην κυβερνητική παράταξη, ιδιαίτερα σε περιφέρειες και κοινωνικές ομάδες όπου η «γαλάζια» κυριαρχία θεωρούνταν μέχρι σήμερα δεδομένη.

Σύμφωνα με πολιτικές αναλύσεις και δημοσκοπικά ευρήματα που κυκλοφορούν το τελευταίο διάστημα, το κοινό που βλέπει θετικά μια πιθανή κίνηση Σαμαρά εμφανίζεται πιο συμπαγές, πιο ιδεολογικά συγκροτημένο και λιγότερο ευμετάβλητο σε σχέση με άλλες δεξαμενές διαμαρτυρίας.

Επίσης ο πρώην πρωθυπουργός όπως εκτιμούν αρκετοί αναλυτές δεν ενδιαφέρεται απλά να καταγράψει κάποιες δυνάμεις ως ένα κόμμα καταγγελίας. Ο κ. Σαμαράς επιδιώκει να επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις στο εσωτερικό της ΝΔ μετά την πρώτη κάλπη. Η προσωπική κόντρα του πρώην πρωθυπουργού με τον Κυριάκο Μητσοτάκη κινείται γύρω από αυτό το σημείο.

Το μεγάλο άγχος της κυβέρνησης είναι πως ο πρώην πρωθυπουργός δεν θα εμφανιζόταν ως «αντισυστημικός τιμωρός», αλλά ως εκφραστής μιας «παραδοσιακής δεξιάς συνέχειας».

Αυτό καθιστά δυσκολότερη και την πολιτική αντιμετώπισή του. Στο Μαξίμου θεωρούν ότι απέναντι στον Τσίπρα διαθέτουν ένα ισχυρό πολιτικό όπλο: τη μνήμη της διακυβέρνησης 2015-2019, το δημοψήφισμα και την τραπεζική κρίση. Αντίστοιχα, απέναντι στην Καρυστιανού επιχειρούν να παρουσιάσουν το ενδεχόμενο πολιτικής της εμπλοκής ως μονοθεματικό και συναισθηματικά φορτισμένο εγχείρημα χωρίς σαφές κυβερνητικό πρόγραμμα.

Με τον Σαμαρά όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Πρόκειται για πρώην πρόεδρο της ΝΔ και πρώην πρωθυπουργό, με βαθιές διασυνδέσεις στον κομματικό μηχανισμό, επαφές με παραδοσιακά στελέχη και δυνατότητα να ενεργοποιήσει δίκτυα που παραμένουν πολιτικά αδρανή αλλά όχι εξαφανισμένα.

Το σενάριο που ανησυχεί περισσότερο

Στο κυβερνητικό επιτελείο γνωρίζουν ότι ακόμη και ένα μονοψήφιο ποσοστό στα δεξιά της ΝΔ μπορεί να ανατρέψει τους εκλογικούς σχεδιασμούς για αυτοδυναμία. Ειδικά σε μια περίοδο κατακερματισμού του πολιτικού σκηνικού, όπου εμφανίζονται νέα κόμματα και αυξάνεται η ρευστότητα, κάθε απώλεια αποκτά πολλαπλασιαστική σημασία.

Οι τελευταίες μετρήσεις δείχνουν ήδη ένα πιο σύνθετο πολιτικό περιβάλλον, με αυξημένη διασπορά ψηφοφόρων και ισχυρή παρουσία κομμάτων στα δεξιά της ΝΔ.

Μέσα σε αυτό το τοπίο, ένα κόμμα Σαμαρά δεν θα λειτουργούσε μόνο ως «βαλβίδα διαμαρτυρίας», αλλά πιθανόν ως καταλύτης αναδιάταξης ολόκληρου του δεξιού χώρου. Πιστεύουν δηλαδή ότι αν ο Σαμαράς καταγράψει ένα ικανοποιητικό ποσοστό θα επιταχυνθούν οι διαδικασίες αλλαγής ηγεσίας στη ΝΔ χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Σαμαράς θα διεκδικήσει ρόλο αρχηγού. Μπορεί απλά να θέλει να είναι ο καταλύτης των εξελίξεων.

Αυτό εξηγεί γιατί η κυβέρνηση αποφεύγει μέχρι στιγμής μια ανοιχτή μετωπική σύγκρουση μαζί του. Παρά τις σαφείς αποστάσεις και τις έμμεσες αιχμές, στο Μαξίμου γνωρίζουν ότι η πλήρης ρήξη με τον πρώην πρωθυπουργό θα μπορούσε να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε οργανωμένη πολιτική έκφραση.

Ένα ακόμα στοιχείο που προκαλεί ανησυχία είναι ότι ο Σαμαράς εμφανίζεται να κινείται μεθοδικά και χωρίς βιασύνη. Σε αντίθεση με άλλα εγχειρήματα που επιδιώκουν άμεση δημοσιότητα, πληροφορίες θέλουν τον πρώην πρωθυπουργό να εξετάζει το ενδεχόμενο παρέμβασης πιο κοντά στις εκλογές, ώστε να περιορίσει τη φθορά και να αιφνιδιάσει πολιτικά. Δεν βιάζεται όπως ο Τσίπρας και η Καρυστιανού. Αυτή η τακτική δημιουργεί πρόσθετη αβεβαιότητα στην κυβέρνηση, καθώς δεν επιτρέπει εύκολο πολιτικό σχεδιασμό.

Το Μαξίμου καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη διατήρησης της κομματικής συνοχής και στην προσπάθεια ανάκτησης δεξιών ψηφοφόρων που αισθάνονται απομακρυσμένοι από την τρέχουσα κυβερνητική γραμμή. Το συμπέρασμα που κυριαρχεί πλέον σε πολλές πολιτικές αναλύσεις είναι ότι η χώρα εισέρχεται σε περίοδο αυξημένης πολιτικής ρευστότητας, με νέα κόμματα, προσωποπαγή σχήματα και μετακινήσεις ψηφοφόρων που μπορούν να ανατρέψουν δεδομένα ετών.

Διαβάστε ακόμη: