Ένας συναγερμός που ξεκίνησε από την αγορά κρατικού χρέους εξαπλώνεται πλέον σε ολόκληρο το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Οι αποδόσεις στα μακροπρόθεσμα ομόλογα έχουν εκτιναχθεί σε επίπεδα που σε αρκετές από τις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη είχαν να εμφανιστούν εδώ και δεκαετίες, καθώς οι επενδυτές απαιτούν ολοένα υψηλότερο τίμημα για να δανείσουν τις κυβερνήσεις.
Στο επίκεντρο βρίσκονται κυρίως τέσσερις οικονομίες: οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ιαπωνία, η Βρετανία και η Γαλλία. Οι αιτίες δεν είναι παντού ίδιες, αλλά ο κοινός παρονομαστής είναι σαφής: υψηλό δημόσιο χρέος, μεγάλα ελλείμματα, επίμονος πληθωρισμός και αυξανόμενη αμφισβήτηση της δυνατότητας των κυβερνήσεων να βάλουν τα δημόσια οικονομικά τους σε βιώσιμη τροχιά.
Η κρίση στη Μέση Ανατολή και η επιστροφή του πετρελαίου πάνω από τα 90 δολάρια έχουν προσθέσει ακόμη ένα πρόβλημα στην εξίσωση, επαναφέροντας τον φόβο ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει υψηλότερος για μεγαλύτερο διάστημα και αναγκάζοντας τις αγορές να επανεξετάσουν τις προσδοκίες τους για τα επιτόκια.
ΗΠΑ: Το χρέος των 40 τρισ. και το 5,3%
Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά αναπόφευκτα τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς η αμερικανική αγορά κρατικών ομολόγων αποτελεί τον πυρήνα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η απόδοση του αμερικανικού 30ετούς Treasury έφτασε στο 5,33%, το υψηλότερο επίπεδο από το 2007, ενώ το 10ετές ξεπέρασε προσωρινά το 4,7%.
Πίσω από την άνοδο βρίσκεται ένας συνδυασμός ανησυχιών. Το ομοσπονδιακό χρέος έχει πλέον ξεπεράσει τα 40 τρισ. δολάρια, τα ελλείμματα παραμένουν μεγάλα και η αμερικανική κυβέρνηση χρειάζεται να εκδίδει τεράστιες ποσότητες νέου χρέους για να καλύπτει τις χρηματοδοτικές της ανάγκες.
Η κυβέρνηση Τραμπ αναγκάστηκε ήδη να παρέμβει. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι διπλασιάζει τις επαναγορές μακροπρόθεσμων ομολόγων στα 4 δισ. δολάρια ανά συναλλαγή, προκαλώντας προσωρινή αποκλιμάκωση των αποδόσεων.
Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα παραμένει: οι επενδυτές θέλουν πλέον μεγαλύτερη απόδοση για να δεσμεύσουν τα χρήματά τους για 20 ή 30 χρόνια.
Ιαπωνία: Τέλος σε μια εποχή σχεδόν μηδενικού κόστους
Η δεύτερη μεγάλη εστία ανησυχίας βρίσκεται στην Ιαπωνία.
Για δεκαετίες η χώρα αποτελούσε το απόλυτο σύμβολο των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων. Αυτή η εποχή δείχνει να τελειώνει.
Οι αποδόσεις των 10ετών ιαπωνικών ομολόγων κινήθηκαν κοντά στο 3%, επίπεδο που είχε να καταγραφεί περίπου τρεις δεκαετίες, ενώ το 30ετές έφτασε κοντά στο 4,1%.
Το πρόβλημα για το Τόκιο είναι ιδιαίτερο: η Ιαπωνία διαθέτει ένα από τα μεγαλύτερα δημόσια χρέη στον κόσμο σε σχέση με το ΑΕΠ της.
Όσο το κόστος δανεισμού ήταν σχεδόν μηδενικό, αυτό το τεράστιο χρέος μπορούσε να εξυπηρετείται σχετικά εύκολα. Εάν όμως τα επιτόκια παραμείνουν σημαντικά υψηλότερα, το κόστος εξυπηρέτησης μπορεί να αυξηθεί δραματικά.
Ταυτόχρονα, η Τράπεζα της Ιαπωνίας βρίσκεται αντιμέτωπη με επίμονο πληθωρισμό και ασθενέστερο γεν, γεγονός που ενισχύει τις εκτιμήσεις ότι μπορεί να προχωρήσει σε νέα αύξηση επιτοκίων ακόμη και τον Σεπτέμβριο.
Βρετανία: Το 30ετές πλησιάζει το 6%
Η Βρετανία αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική ευρωπαϊκή περίπτωση.
Η απόδοση του βρετανικού 30ετούς ομολόγου έχει φτάσει κοντά στο 5,8%, πλησιάζοντας επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από το 1998.
Η βρετανική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν δύσκολο συνδυασμό υψηλού κόστους δανεισμού, πληθωριστικών πιέσεων και περιορισμένου δημοσιονομικού χώρου.
Και εδώ δημιουργείται ένας επικίνδυνος φαύλος κύκλος: όσο ανεβαίνουν οι αποδόσεις, τόσο περισσότερο αυξάνεται το κόστος εξυπηρέτησης του κρατικού χρέους. Όσο αυξάνεται το κόστος του χρέους, τόσο λιγότερος χώρος απομένει στον προϋπολογισμό για φοροελαφρύνσεις ή δημόσιες δαπάνες.
Γαλλία: Ο αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης
Η τέταρτη χώρα που βρίσκεται στο μικροσκόπιο είναι η Γαλλία.
Η απόδοση του 30ετούς γαλλικού ομολόγου έφτασε περίπου στο 4,9%, το υψηλότερο επίπεδο από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.
Εδώ η ανησυχία επικεντρώνεται περισσότερο στη δημοσιονομική εικόνα και στην ικανότητα της πολιτικής ηγεσίας να εφαρμόσει τις αναγκαίες παρεμβάσεις για τον περιορισμό του ελλείμματος και του χρέους.
Η Γαλλία έχει πολύ μικρότερα περιθώρια κινήσεων από τη Γερμανία και, επειδή βρίσκεται στην Ευρωζώνη, δεν διαθέτει ανεξάρτητη νομισματική πολιτική.
Γι’ αυτό η συμπεριφορά των γαλλικών τίτλων παρακολουθείται στενά ως ένδειξη του κατά πόσο οι δημοσιονομικές ανησυχίες μπορούν να μετατραπούν σε ευρύτερο ευρωπαϊκό πρόβλημα.
Δεν είναι μόνο αυτές οι τέσσερις
Η αναταραχή είναι πολύ ευρύτερη.
Στη Γερμανία, οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις έφτασαν επίσης σε υψηλά πολλών ετών, με το 10ετές Bund να αγγίζει επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί από το 2011. Πιέσεις δέχθηκαν παράλληλα τα ομόλογα της Ιταλίας και άλλων ευρωπαϊκών κρατών.
Αυτό είναι που κάνει τη σημερινή κατάσταση διαφορετική από μια μεμονωμένη κρίση χώρας.
Οι επενδυτές επανατιμολογούν συνολικά το κόστος του μακροπρόθεσμου κρατικού χρέους.
Μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες κατά τις οποίες οι κεντρικές τράπεζες διατήρησαν τα επιτόκια εξαιρετικά χαμηλά και αγόρασαν τεράστιες ποσότητες ομολόγων, η αγορά αρχίζει να απαιτεί πολύ μεγαλύτερη αποζημίωση για τον κίνδυνο πληθωρισμού, χρέους και δημοσιονομικής αστάθειας.
Γιατί πρέπει να ανησυχούν οι μετοχές
Το μεγάλο ερώτημα τώρα είναι εάν η φωτιά των ομολόγων θα περάσει στις χρηματιστηριακές αγορές.
Υπάρχει ένας απλός λόγος που οι επενδυτές μετοχών παρακολουθούν τις αποδόσεις με τόσο μεγάλη προσοχή.
Εάν ένας επενδυτής μπορεί να λάβει 5% ή περισσότερο από ένα αμερικανικό κρατικό ομόλογο, τότε χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη αναμενόμενη απόδοση για να αναλάβει τον κίνδυνο μιας μετοχής.
Παράλληλα, οι υψηλότερες αποδόσεις αυξάνουν το κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και μειώνουν τη σημερινή αξία των μελλοντικών κερδών τους. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο για τις εταιρείες τεχνολογίας και ανάπτυξης, των οποίων οι αποτιμήσεις βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε κέρδη που αναμένονται πολλά χρόνια στο μέλλον.
Ήδη, όταν οι αποδόσεις εκτινάχθηκαν την περασμένη εβδομάδα, τόσο ο Nasdaq όσο και ο ευρωπαϊκός STOXX 600 βρέθηκαν υπό πίεση.
Το 6% που φοβάται η Wall Street
Στην αγορά έχει αρχίσει πλέον να συζητείται ανοιχτά ένα επίπεδο που μέχρι πρόσφατα θα ακουγόταν ακραίο: απόδοση 6% στα μακροπρόθεσμα αμερικανικά ομόλογα.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι μια γρήγορη κίνηση του 30ετούς Treasury προς το 6% θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό κίνδυνο για τις αμερικανικές μετοχές.
Ο λόγος είναι ότι θα άλλαζε δραματικά τη σχέση κινδύνου-απόδοσης μεταξύ ομολόγων και μετοχών, την ώρα που οι αποτιμήσεις σε τμήματα της Wall Street παραμένουν υψηλές.
Δεν σημαίνει ότι το 6% αποτελεί κάποιο «μαγικό» επίπεδο που αυτομάτως προκαλεί κραχ. Η ταχύτητα με την οποία ανεβαίνουν οι αποδόσεις είναι εξίσου σημαντική με το απόλυτο επίπεδό τους.
Μια απότομη άνοδος μπορεί να προκαλέσει αναγκαστικές αναδιαρθρώσεις χαρτοφυλακίων, μεγαλύτερη μεταβλητότητα και πωλήσεις μετοχών.
Η μεγάλη αλλαγή: Το «ασφαλές καταφύγιο» προκαλεί φόβο
Και εδώ βρίσκεται ίσως η πιο σημαντική διάσταση της σημερινής αναταραχής.
Σε μια παραδοσιακή χρηματοπιστωτική κρίση, οι επενδυτές εγκαταλείπουν τις μετοχές και αγοράζουν κρατικά ομόλογα – κυρίως αμερικανικά Treasurys.
Τώρα, όμως, ένα μέρος της ανησυχίας προέρχεται από τα ίδια τα κρατικά ομόλογα.
Το χρέος των ΗΠΑ, η δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας, η τεράστια επιβάρυνση της Ιαπωνίας και οι πιέσεις στη Βρετανία δημιουργούν ερωτήματα για το πόσο «φθηνά» είναι διατεθειμένοι οι επενδυτές να χρηματοδοτούν τις μεγάλες κυβερνήσεις.
Γι’ αυτό άλλωστε την ίδια εβδομάδα που τα ομόλογα δέχθηκαν πιέσεις, ο χρυσός εκτινάχθηκε πάνω από τα 4.500 δολάρια, ενώ σημαντικά κέρδη κατέγραψαν και τα κρυπτονομίσματα, καθώς μέρος των επενδυτών αναζήτησε διαφορετικά καταφύγια.
Το μήνυμα των αγορών προς τις κυβερνήσεις
Προς το παρόν δεν υπάρχει παγκόσμια κρίση χρέους. Οι αγορές ομολόγων εξακολουθούν να λειτουργούν, οι κυβερνήσεις εξακολουθούν να χρηματοδοτούνται και η παρέμβαση του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών κατάφερε να προκαλέσει προσωρινή αποκλιμάκωση των αποδόσεων.
Υπάρχει όμως ένα σαφές προειδοποιητικό μήνυμα.
Η εποχή κατά την οποία οι μεγάλες οικονομίες μπορούσαν να θεωρούν δεδομένο ότι οι αγορές θα χρηματοδοτούν επ’ αόριστον τα ελλείμματά τους με χαμηλό κόστος φαίνεται να τελειώνει.
ΗΠΑ, Ιαπωνία, Βρετανία και Γαλλία είναι αυτή τη στιγμή οι τέσσερις περιπτώσεις που συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, αλλά η άνοδος των αποδόσεων είναι παγκόσμια. Και εάν το sell-off στα ομόλογα συνεχιστεί, το επόμενο ερώτημα δεν θα είναι πλέον μόνο πόσο ακριβά θα δανείζονται οι κυβερνήσεις.
Θα είναι πόσο μπορεί να αντέξει η Wall Street και συνολικά η παγκόσμια αγορά μετοχών έναν κόσμο στον οποίο το «χωρίς ρίσκο» επιτόκιο πλησιάζει ξανά επίπεδα που είχε να δει εδώ και δύο δεκαετίες.
Διαβάστε ακόμη:
- Premier League: Χάνει 1 δισ. λίρες το χρόνο αλλά αξίζει χρυσάφι
- Οικονομικός «οδικός χάρτης» έως το 2027: Το πακέτο της ΔΕΘ και ο ελιγμός Πιερρακάκη
- Μετρητά, κάρτες και offline συναλλαγές: Τι φέρνει το ψηφιακό ευρώ από το 2027
- Ο λογαριασμός της σχολικής χρονιάς – Από την τσάντα των 100 ευρώ στα φροντιστήρια των 5.000

