Μπροστά σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο οικονομικό σκηνικό βρίσκεται ο Ντόναλντ Τραμπ, καθώς οι ΗΠΑ βλέπουν το δημόσιο χρέος τους να ξεπερνά για πρώτη φορά τα 40 τρισ. δολάρια, την ώρα που τα υψηλά επιτόκια στεγαστικών δανείων και η άνοδος των τιμών των καυσίμων πιέζουν τα αμερικανικά νοικοκυριά.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, το συνολικό δημόσιο χρέος έφτασε τα 40,047 τρισ. δολάρια, εκ των οποίων περίπου 32,27 τρισ. αντιστοιχούν σε χρέος που βρίσκεται στα χέρια του επενδυτικού κοινού. Το εντυπωσιακότερο είναι η ταχύτητα με την οποία αυξάνεται: το όριο των 39 τρισ. είχε ξεπεραστεί μόλις τον περασμένο Μάρτιο.

Το αμερικανικό χρέος έχει πλέον υπερδιπλασιαστεί σε σχέση με τα 19,95 τρισ. δολάρια του Ιανουαρίου του 2017, όταν ο Τραμπ ορκίστηκε για πρώτη φορά πρόεδρος. Η αύξηση, βέβαια, δεν αφορά αποκλειστικά τη σημερινή κυβέρνηση: η πανδημία, οι δημοσιονομικές επιλογές τόσο των Ρεπουμπλικανών όσο και των Δημοκρατικών, οι φορολογικές μειώσεις και η μακροχρόνια απόκλιση εσόδων και δαπανών έχουν συμβάλει στη διόγκωση του χρέους.

Ο λογαριασμός των τόκων μεγαλώνει

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο απόλυτο μέγεθος του χρέους. Η αύξηση των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων καθιστά ολοένα ακριβότερη την εξυπηρέτησή του.

Οι ετήσιες δαπάνες για τόκους έχουν φτάσει περίπου στο 1,1 τρισ. δολάρια, ενώ οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων αμερικανικών τίτλων έχουν σκαρφαλώσει σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν εδώ και πολλά χρόνια.

Η ανησυχία στις αγορές ανάγκασε τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να ανακοινώσει διπλασιασμό του μεγέθους των επαναγορών ομολόγων διάρκειας 10 έως 30 ετών, σε τουλάχιστον 4 δισ. δολάρια ανά πράξη, σε μια προσπάθεια να περιοριστούν οι πιέσεις στις αποδόσεις.

Η πίεση περνά στα στεγαστικά

Η άνοδος των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων δεν αποτελεί μόνο πρόβλημα της Ουάσιγκτον. Μεταφέρεται σταδιακά στην πραγματική οικονομία, καθώς τα μακροπρόθεσμα επιτόκια επηρεάζουν το κόστος των στεγαστικών, των δανείων αυτοκινήτου και γενικότερα της χρηματοδότησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Τα επιτόκια των 30ετών στεγαστικών δανείων βρίσκονται περίπου στο 6,65%-6,7%, διατηρώντας την αγορά κατοικίας σε ασφυκτικό κλοιό. Για εκατομμύρια Αμερικανούς που προσπαθούν να αγοράσουν σπίτι, η διαφορά σε σχέση με την εποχή των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων μεταφράζεται σε εκατοντάδες επιπλέον δολάρια κάθε μήνα.

Ο συνδυασμός υψηλών τιμών ακινήτων και ακριβού δανεισμού αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τον Τραμπ, ο οποίος είχε επανειλημμένα υποσχεθεί χαμηλότερο κόστος ζωής και φθηνότερο χρήμα.

Ο πόλεμος με το Ιράν άλλαξε την εξίσωση στα καύσιμα

Δεύτερος μεγάλος πονοκέφαλος είναι η ενέργεια. Η πολεμική σύγκρουση με το Ιράν και η αναστάτωση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ έχουν ανατρέψει τις προσδοκίες για φθηνότερα καύσιμα.

Το Brent έχει κινηθεί πάνω από τα 94 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι αγορές τιμολογούν τον κίνδυνο παρατεταμένων προβλημάτων στις ενεργειακές ροές από τον Περσικό Κόλπο.

Το πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο είναι βαθιά πολιτικό. Ο Τραμπ είχε κάνει το χαμηλότερο ενεργειακό κόστος κεντρικό κομμάτι της οικονομικής του ατζέντας, όμως η γεωπολιτική κρίση περιορίζει δραστικά τα περιθώρια της κυβέρνησης να επηρεάσει τις τιμές στην αντλία.

Το οικονομικό στοίχημα του Τραμπ

Η αμερικανική κυβέρνηση επιμένει ότι η ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη, η περιστολή δαπανών και τα δημοσιονομικά έσοδα μπορούν σταδιακά να βελτιώσουν την εικόνα. Ωστόσο, το δεύτερο τρίμηνο του 2026 η ανάπτυξη κινήθηκε μόλις στο 1,5%, ενώ οι πληθωριστικές πιέσεις και το υψηλό κόστος δανεισμού δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την εξίσωση.

Το ορόσημο των 40 τρισ. δολαρίων δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται μπροστά σε άμεση κρίση χρέους. Τα αμερικανικά ομόλογα εξακολουθούν να αποτελούν έναν από τους βασικότερους ασφαλείς επενδυτικούς τίτλους παγκοσμίως και το δολάριο παραμένει το κυρίαρχο αποθεματικό νόμισμα. Ωστόσο, οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η σημερινή πορεία δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ αόριστον.

Για τον Τραμπ, όμως, υπάρχει και ένας πολύ πιο άμεσος κίνδυνος: η τσέπη του Αμερικανού ψηφοφόρου. Με τις ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν, το κόστος της στέγασης, τα καύσιμα, τα επιτόκια και ο πληθωρισμός μπορούν να αποδειχθούν πολύ πιο καθοριστικά πολιτικά από τον ίδιο τον εντυπωσιακό αριθμό των 40 τρισ. δολαρίων.