Μέσα στη θερινή ραστώνη του Αυγούστου, στο οικονομικό επιτελείο και το Μέγαρο Μαξίμου καταγράφεται ένας πρωτοφανής πυρετός διαβουλεύσεων. Η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει τη φετινή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης απλώς ως ένα ακόμα βήμα ετήσιων εξαγγελιών, αλλά ως την αφετηρία για έναν μακρόπνοο οδικό χάρτη τετραετίας με ορίζοντα το 2027. Στο επίκεντρο βρίσκεται η προσπάθεια να απαντηθεί το αίτημα της κοινωνίας για ανακούφιση από το αυξημένο κόστος διαβίωσης, χωρίς να διακυβευτεί η δημοσιονομική σταθερότητα.

Το στοιχείο που αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού και διευρύνει τα περιθώρια χειρισμών συμπυκνώνεται στην πρόσφατη στοχευμένη κίνηση του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκου Πιερρακάκη. Η υποβολή αιτήματος προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για επέκταση της εφαρμογής της ρήτρας διαφυγής στον τομέα των ενεργειακών επενδύσεων αποτελεί έναν μελετημένο τεχνοκρατικό ελιγμό.

Η ελληνική πλευρά επιδιώκει να αξιοποιήσει εθνικούς πόρους από υπερπλεονάσματα κατευθύνοντάς τους σε κρίσιμες υποδομές, χωρίς αυτές οι δαπάνες να προσμετρώνται στον περιοριστικό δείκτη των καθαρών δαπανών. Με αυτόν τον τρόπο ξεκλειδώνει επιπλέον δημοσιονομικός χώρος έως 1,5 δισεκατομμύριο ευρώ, δηλαδή περίπου το 0,6% του ΑΕΠ.

Αυτή η εξέλιξη επιτρέπει στον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να προσέλθει στη ΔΕΘ με ενισχυμένο πακέτο. Το αρχικό πλάνο των 1,4 δισεκατομμυρίων ευρώ για άμεσα μέτρα στήριξης «αυγατίζει» με την προσθήκη των ενεργειακών επενδύσεων σε βάθος τριετίας, διαμορφώνοντας έναν συνολικό κουμπαρά που αγγίζει τα 2,4 δισεκατομμύρια ευρώ. Η φιλοσοφία της ενεργειακής παρέμβασης εστιάζει στη μόνιμη μείωση του λειτουργικού κόστους για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και δημόσιο τομέα.

Τα έργα που προγραμματίζονται εμπροσθοβαρώς από τη νέα χρονιά αφορούν την τοποθέτηση συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας και μπαταριών, την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών σε δημόσια κτίρια, νοσοκομεία και σχολεία, καθώς και την αντικατάσταση παλαιών καυστήρων πετρελαίου με αντλίες θερμότητας. Η μετάβαση αυτή εκτιμάται ότι μπορεί να οδηγήσει σε μεσοπρόθεσμη μείωση των λογαριασμών ρεύματος έως και 25%, συνδέοντας την πράσινη ανάπτυξη με την καθημερινή οικονομία.

Παράλληλα, ο πυρήνας της τακτικής παραμένει προσανατολισμένος στο τρίπτυχο «μειώσεις φόρων, αυξήσεις μισθών και ενίσχυση συντάξεων», με κύριο αποδέκτη τη μεσαία τάξη. Κάθε μέτρο που ετοιμάζεται εμφανίζεται πλήρως κοστολογημένο, επιτρέποντας στην κυβέρνηση να διατηρεί το πλεονέκτημα της υπευθυνότητας έναντι των αντιπολιτευτικών προτάσεων.

Στο πεδίο των ελεύθερων επαγγελματιών εξετάζονται διορθωτικές αλλαγές στο τεκμαρτό σύστημα φορολόγησης για την αποκατάσταση αδικιών. Για τους συνταξιούχους, το σχέδιο έως το 2027 περιλαμβάνει την αντιμετώπιση της προσωπικής διαφοράς, την αναπροσαρμογή της Εισφοράς Αλληλεγγύης για συντάξεις άνω των 1.468 ευρώ και τη διασφάλιση των συντάξεων χηρείας στο 70%. Οι τακτικές ετήσιες αυξήσεις υπολογίζονται έως το 3%, ενώ η έκτακτη ενίσχυση του Νοεμβρίου σχεδιάζεται να αυξηθεί έως το ύψος της εθνικής σύνταξης.

Στον ιδιωτικό τομέα, η προοπτική νέας αύξησης του κατώτατου μισθού και η ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων συνδυάζονται με τη διεύρυνση της στεγαστικής πολιτικής και την προετοιμασία για τον τρίτο κύκλο του προγράμματος «Σπίτι Μου». Παράλληλα, εξετάζονται προτάσεις όπως η θεσμοθέτηση μόνιμου επιδόματος για τους δημοσίους υπαλλήλους από το 2027 στη λογική ενός «μισού 13ου μισθού». Οριστικά εκτός σχεδιασμού βγαίνει η επαναφορά δώρων.

Η συνολική εικόνα δείχνει μια στρατηγική που δεν εξαντλείται σε αποσπασματικές εξαγγελίες ενόψει της ΔΕΘ, όπως φάνηκε και από την πρόσφατη ρύθμιση για την αύξηση του αφορολόγητου ορίου στα φιλοδωρήματα με αναδρομική ισχύ. Το οικονομικό επιτελείο επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία και την ουσιαστική ενίσχυση της κοινωνίας, διαμορφώνοντας έναν στέρεο οδικό χάρτη για τα επόμενα χρόνια.

Διαβάστε ακόμη: