Τις προβλέψεις του για την πορεία των βασικών μεγεθών της ελληνικής οικονομίας φέτος, αναγκάζεται να αναθεωρήσει προς το χειρότερο το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης. Η τροπή που έχει λάβει πλέον η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, σε συνδυασμό με την επιδείνωση της ενεργειακής κρίσης και τα προβλήματα που εξακολουθούν να ταλαιπωρούν την εφοδιαστική αλυσίδα παγκοσμίως, οδηγούν το ΥΠΟΙΚ στο να επανεξετάσει την υφιστάμενη κατάσταση της οικονομίας, αν και οι προοπτικές παραμένουν αισιόδοξες.

Κορυφαίος κίνδυνος ο πληθωρισμός

Όπως αναφέρεται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ) 2022 – 2025, η απρόβλεπτη πορεία του πολέμου στην Ουκρανία και οι επιπτώσεις στην ενέργεια και τα εμπορεύματα καθιστούν τον πληθωρισμό ως τον κορυφαίο κίνδυνο που θα αντιμετώπιζε η οικονομία. Για το ΥΠΟΙΚ, όπως σημειώνεται στο ΠΣΑ, είναι ξεκάθαρο ότι μια περαιτέρω άνοδος του πληθωρισμού το τρέχον έτος θα έχει υφεσιακό αντίκτυπο στην οικονομία, ενώ η ταχύτερη εξομάλυνση θα επιτρέψει μεγαλύτερο ΑΕΠ, λόγω της χαμηλότερης επιβάρυνσης των προϋπολογισμών των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.

Στο Πρόγραμμα Σταθερότητας το βασικό σενάριο του ΥΠΟΙΚ για την πορεία της οικονομίας προβλέπει άνοδο του ΑΕΠ κατά 3,1% (από 4,5% στον προϋπολογισμό) και του πληθωρισμού κατά 5,6% σε μέσα επίπεδα (από 0,8%). Ωστόσο, περιλαμβάνεται και ένα δυσμενές σενάριο, σύμφωνα με το οποίο, μία πιο απότομη και μεγαλύτερη αύξηση των τιμών στο πετρέλαιο, στο φυσικό αέριο και στα εμπορεύματα, θα οδηγούσε σε υψηλότερο πληθωρισμό κατά 2 μονάδες. Η αύξηση αυτή του πληθωρισμού, θα προκαλούσε απώλειες μίας μονάδας στην ανάπτυξη, 1,3 μονάδας στην ιδιωτική κατανάλωση, 1,7 μονάδας στις εξαγωγές και 2,2 μονάδων στις επενδύσεις.

Από την πλευρά του το ΔΝΤ, στην πρόσφατη έκθεση αξιολόγησης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο του άρθρου 4, εκτιμά ότι η ανάπτυξη αναμένεται να παραμείνει ισχυρή παρά τις αρνητικές επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία και τον υψηλό πληθωρισμό. Παρά τις σημαντικές εισαγωγές ενέργειας από τη Ρωσία, οι υπόλοιπες άμεσες εμπορικές και οικονομικές σχέσεις με τη χώρα αλλά και την Ουκρανία είναι περιορισμένες. Οι έμμεσες επιδράσεις και ο αντίκτυπος του υψηλότερου πληθωρισμού στο διαθέσιμο εισόδημα και στην κατανάλωση είναι πιο σημαντικές.

Επιπλέον, η αυξημένη αποστροφή κινδύνου και η μειωμένη καταναλωτική εμπιστοσύνη αναμένεται να καθυστερήσουν επενδύσεις και να περιορίσουν την ανάκαμψη του τουρισμού. Όλοι μαζί αυτοί οι παράγοντες αναμένεται να περιορίσουν φέτος την ανάπτυξη κατά μία πλήρη ποσοστιαία μονάδα στο 3,5%. Η ισχυρότερη και πιο επίμονη αύξηση των τιμών της ενέργειας αναμένεται να ωθήσει τον μέσο πληθωρισμό στο 4,5% το 2022, προτού σταθεροποιηθεί στο 1,9% μεσοπρόθεσμα.

 

Επιδείνωση του οικονομικού κλίματος

Ωστόσο, οι αβεβαιότητες και οι καθοδικοί κίνδυνοι συνεχίζουν να θολώνουν τις προοπτικές. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, ο πόλεμος στην Ουκρανία θα μπορούσε να προκαλέσει ελλείψεις ενέργειας και να προσθέσει ισχυρότερες από τις αναμενόμενες πιέσεις στον εγχώριο πληθωρισμό, στον τουρισμό, στην αποστροφή του κινδύνου και να προκαλέσει ταχύτερη σύσφιξη των παγκόσμιων χρηματοοικονομικών συνθηκών. Άλλοι κίνδυνοι περιλαμβάνουν νέα κύματα λοιμώξεων από τον κορωνοϊό που θα προκαλέσουν οικονομικές διαταραχές.

Μέσα σε αυτό το δυσμενές παγκόσμιο πλαίσιο, ήταν αναπόφευκτο να επιδεινωθεί το οικονομικό κλίμα και στην Ελλάδα.Ειδικότερα, ο δείκτης οικονομικού κλίματος διαμορφώθηκε τον Απρίλιο στις 105,0 μονάδες, σημαντικά χαμηλότερα από ό,τι τον προηγούμενο μήνα (112,1 μονάδες) και στο χαμηλότερο επίπεδο των 12 τελευταίων μηνών. Οι επιχειρηματικές προσδοκίες επιδεινώθηκαν έντονα στις Υπηρεσίες, τις Κατασκευές και τη Βιομηχανία και σχετικά λιγότερο στο Λιανικό Εμπόριο.

Σύμφωνα με την επεξεργασία των στοιχείων από το ΙΟΒΕ, μεταξύ των επιμέρους κλάδων των Υπηρεσιών, οι χερσαίες μεταφορές παρουσιάζουν την ισχυρότερη υποχώρηση, υπό το έντονα αυξημένο κόστος των καυσίμων. Oι προσδοκίες στο Λιανικό Εμπόριο επιδεινώθηκαν τον Απρίλιο για τέταρτο συνεχόμενο μήνα, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις που ήδη ξεκίνησαν το φθινόπωρο, κλιμακώνονται μετά την εισβολή στην Ουκρανία.

Οι επιπτώσεις του πολέμου αποτυπώνονται κυρίως στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, καθώς μετά την έντονη πτώση του Μαρτίου, από το χαμηλό επίπεδο που βρισκόταν, υποχώρησε περαιτέρω τον Απρίλιο. Ως αποτέλεσμα, βρέθηκε στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Αύγουστο του 2017.

Καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, χωρίς να διαφαίνεται πώς θα λήξει σύντομα ή πώς θα αρθούν οι κυρώσεις προς τη Ρωσία, οι σχετικές εξελίξεις θα αποτελέσουν τον κύριο παράγοντα διαμόρφωσης των συνθηκών στην ελληνική και την παγκόσμια οικονομία κατά τους επόμενους μήνες.

Οι αβεβαιότητες που απορρέουν από τις εξελίξεις επηρεάζουν πλέον έντονα επιχειρήσεις και καταναλωτές, με τις παρεμβάσεις πολιτικής, σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, να μπορούν να μετριάσουν τις επιπτώσεις μόνο έως ένα βαθμό. Εκτός από τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις επιπτώσεις του στο κόστος ενέργειας και στον πληθωρισμό, το οικονομικό κλίμα προσεχώς θα επηρεαστεί επίσης από τις εξελίξεις στο μέτωπο της πανδημίας, όπου τα δεδομένα παρουσιάζουν αυτό το διάστημα σημαντική βελτίωση, και από την πορεία του τουρισμού καθώς πλησιάζει το καλοκαίρι.

Από την έξαρση της πανδημίας, στον πόλεμο στην Ουκρανία

Το ζήτημα είναι ότι εδώ και πάνω από δύο χρόνια, οι οικονομίες του πλανήτη είναι αναγκασμένες να λειτουργούν υπό το βάρος πολλαπλών κρίσεων. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, οι οικονομικές εξελίξεις από τον Φεβρουάριο του 2020 διαμορφώθηκαν κατά κύριο λόγο από έναν πρωτοφανή κατά τις τελευταίες πολλές δεκαετίες παράγοντα, την πανδημία εξαιτίας του κορωνοϊού. Δύο χρόνια μετά από την αρχή της εξάπλωσης του ιού στην Ευρώπη, μια άλλη ιδιαίτερα δυσμενής εξέλιξη στο έδαφός της, επηρεάζει σημαντικά τα γεωπολιτικά δεδομένα και τις οικονομικές εξελίξεις στην περιοχή, αλλά και παγκοσμίως.

Πρόκειται φυσικά για την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και τον πόλεμο ο οποίος μαίνεται μεταξύ των δύο χωρών. Οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου εξαπλώνονται, κυρίως μέσω της επιβολής οικονομικών κυρώσεων από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ προς τη Ρωσία, οι οποίες οδήγησαν σε παρόμοιες αντιδράσεις από τη ρωσική πλευρά. Οι οικονομικές επιδράσεις από την εμπόλεμη κατάσταση ανάμεσα στις δύο χώρες και τις κυρώσεις οι οποίες έχουν επιβληθεί στη Ρωσία, ενισχύονται από τον πρωτεύοντα ρόλο της στην προμήθεια ενεργειακών αγαθών παγκοσμίως, κυρίως σε ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και τον αντίστοιχο ρόλο Ρωσίας και Ουκρανίας στην παγκόσμια παραγωγή ορισμένων μετάλλων.

Καθώς η σύρραξη συνεχίζεται με αμείωτη ένταση, παρά τις παράλληλες διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο χωρών εδώ και καιρό, η διάρκεια και η έκβασή της δεν είναι δυνατό να προβλεφθούν. Ακολούθως, αρκετά δύσκολη είναι η εκτίμηση των οικονομικών επιπτώσεων, καθώς π.χ. όσο συνεχίζεται ο πόλεμος, είναι πλέον πιθανή η διεύρυνση των κυρώσεων εκατέρωθεν. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι, οι οι πληθωριστικές πιέσεις από την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας από το δεύτερο εξάμηνο πέρυσι, έχουν πλέον κλιμακωθεί έντονα.

Η εξέλιξη αυτή, όπως σημειώνει το ΙΟΒΕ, οφείλεται στην ανησυχία λόγω του πολέμου για ενδεχόμενη ανεπάρκεια της προσφοράς σε ορισμένα ενεργειακά προϊόντα, σε καταναλωτικά αγαθά (π.χ. ηλιέλαιο) και πρώτες ύλες (π.χ. μέταλλα εξορυσσόμενα σε Ρωσία και Ουκρανία). Άλλωστε, η Ρωσία παράγει το 11% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου και το 17% της παγκόσμιας κατανάλωσης φυσικού αερίου, καθώς και το 40% της κατανάλωσής του στη Δυτική Ευρώπη. Επιπλέον, Ρωσία και Ουκρανία κατέχουν πολύ μεγάλα μερίδια στις παγκόσμιες εισαγωγές μετάλλων, όπως το παλλάδιο (19%), η πλατίνα (13%), το νικέλιο (14%) και το αλουμίνιο (6%).

Ως προς την επίδραση της διάρκειας του πολέμου, εφόσον η σύρραξη συνεχιστεί τους καλοκαιρινούς μήνες ή αργότερα, θα συντηρήσει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα το ενεργειακό κόστος, σε μια περίοδο κατά την οποία πραγματοποιείται μεγάλο μέρος των ενεργειακών προμηθειών για τον επόμενο χειμώνα. Επιπλέον, θα επηρεαστεί σημαντικά η παραγωγή και άλλων διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών από τη Ρωσία και την Ουκρανία, με σημαντικά μερίδια στο σχετικό παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας (π.χ. πρώτες ύλες, τρόφιμα), διαταράσσοντας τη λειτουργία των σχετικών εφοδιαστικών αλυσίδων. Αρνητικές επιδράσεις θα προξενηθούν από μια έντονη κλιμάκωση των οικονομικών κυρώσεων εκατέρωθεν.

Fitch Ratings: «Ανάσα» ο πληθωρισμός στις χώρες όπως η Ελλάδα

Σε υψηλά επίπεδα η αβεβαιότητα

Γίνεται λοιπόν κατανοητό, ότι οι σημαντικότεροι παράγοντες που κατά τα δύο προηγούμενα έτη επηρέασαν τις μακροοικονομικές προβλέψεις, ήταν η εξέλιξη της υγειονομικής κρίσης, στην Ελλάδα και διεθνώς, ιδίως στην Ευρωζώνη, καθώς και το μέγεθος των παρεμβάσεων πολιτικής για την ανάσχεση των επιπτώσεών της. Οι συγκεκριμένοι παράγοντες περιλαμβάνονται εξαρχής στις παραμέτρους των μακροοικονομικών προβλέψεων και το 2022. Αυτό άλλαξε όμως μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Γεωπολιτικές και οικονομικές εξελίξεις

Η εξέλιξη που θα έχει αυτός ο πόλεμος και οι γεωπολιτικές και οικονομικές εξελίξεις που θα προκαλέσει, συγκαταλέγονται στις καθοριστικές για την πορεία της οικονομικής δραστηριότητας παραμέτρους, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως. Πιθανότατα θα είναι οι πλέον καθοριστικοί παράγοντες αυτής φέτος. Στις παραμέτρους των προβλέψεων περιλαμβάνεται ήδη το κόστος της ενέργειας, που έχει επηρεαστεί έντονα από τον πόλεμο, καθώς αποτελεί βασικό παραγωγικό συντελεστή των επιχειρήσεων, κυρίως στη Βιομηχανία, αλλά και μια βασική κατηγορία αγαθών για τα νοικοκυριά.

Για παράδειγμα, τo βασικό σενάριο του ΙΟΒΕ για την πορεία της ελληνικής οικονομίας βασίζεται στην υπόθεση ότι ο πόλεμος δεν θα λήξει την προσεχή περίοδο, εντός της άνοιξης ή αρχές του καλοκαιριού, αλλά θα συνεχιστεί μετά από αυτή. Ακολούθως, το ενεργειακό κόστος θα παραμείνει σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα, από τις κλιμακούμενες κυρώσεις, τη γενικότερη απροθυμία για εισαγωγές από τη Ρωσία και την αδυναμία των εφοδιαστικών αλυσίδων ενέργειας να προσαρμοστούν γρήγορα σε μια τόσο μεγάλη διαταραχή. Έτσι, η μέση ετήσια άνοδος της τιμής του πετρελαίου Brent αναμένεται στην περιοχή του 30-35%.

Ως αντίδραση σε αυτή τη δυναμική των τιμών, θα εφαρμοστούν εκτεταμένα μέτρα επιδότησης της κατανάλωσης ενέργειας και εισοδηματικής στήριξης των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, παρέχοντας σημαντική ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Η απρόβλεπτη εξέλιξη

Η βασική διαφορά του εναλλακτικού σεναρίου του ΙΟΒΕ για το 2022 από το βασικό έγκειται στην προβλεπόμενη εξέλιξη του πολέμου και τις επιπτώσεις του. Συγκεκριμένα, αναμένεται επίτευξη συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός εντός της άνοιξης ή στις αρχές του καλοκαιριού.

Ακολούθως, το ενεργειακό κόστος θα αρχίσει να υποχωρεί ήπια από το καλοκαίρι από τα τρέχοντα πολύ υψηλά επίπεδα, καθώς η ζήτηση για εισαγωγές προερχόμενες από τη Ρωσία θα ενισχύεται σταδιακά και θα αποκαθίσταται η λειτουργία των εφοδιαστικών αλυσίδων.

Ωστόσο, και σε αυτή την περίπτωση οι τιμές των προϊόντων ενέργειας θα παραμείνουν σαφώς υψηλότερο στο δεύτερο εξάμηνο του 2022 έναντι της αντίστοιχης περιόδου πριν ένα χρόνο. Τούτων δεδομένων, η μέση ετήσια άνοδος της τιμής του πετρελαίου Brent αναμένεται στην περιοχή του 20-25%.

Η ελαφρώς μικρότερη αύξηση των τιμών ενέργειας, θα επιτρέψει την εφαρμογή σαφώς μικρότερης έκτασης μέτρων επιδότησης της κατανάλωσης ενέργειας και εισοδηματικής στήριξης των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Ακολούθως, θα είναι ηπιότερες οι θετικές επενέργειές τους στην οικονομική δραστηριότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Τα «απόνερα» του πολέμου: Ανατροπή των γεωπολιτικών ισορροπιών και σοβαρή αναταραχή της οικονομίας

Δύσκολο να υπολογιστούν οι επιπτώσεις του πολέμου

Πάντως, η αποτίμηση των οικονομικών επιπτώσεων του πολέμου στην Ουκρανία είναι ιδιαίτερα δυσχερής, λόγω της έντονης αβεβαιότητας στην τρέχουσα συγκυρία. Ειδικότερα, όπως προειδοποιεί και η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), ελλοχεύει ο κίνδυνος για επιπλέον αρνητικές επιπτώσεις στο ΑΕΠ και για ακόμη υψηλότερο πληθωρισμό. Ειδικότερα, όσον αφορά το εμπόριο, περαιτέρω διαταράξεις στις παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής που εξαρτώνται από ρωσικές εισροές θα μπορούσαν να μειώσουν περισσότερο την εξωτερική ζήτηση που προέρχεται από τις χώρες της ζώνης του ευρώ, διαμορφώνοντας έτσι δυσμενέστερες συνθήκες για την ελληνική οικονομία.

Διαταράξεις στον εφοδιασμό

Όσον αφορά στα εμπορεύματα, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος εντονότερων διαταράξεων στον εφοδιασμό των χωρών της Ευρώπης με ρωσικό φυσικό αέριο και πετρέλαιο. Δεδομένου του κεντρικού ρόλου της Ρωσίας στον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης, ο αντίκτυπος θα μπορούσε να είναι σημαντικός, ενισχύοντας περαιτέρω τις ανοδικές τάσεις στις διεθνείς τιμές φυσικού αερίου και πετρελαίου. Εκτός από τον ενεργειακό τομέα, του οποίου η παραγωγή θα πληγεί άμεσα, θα μπορούσαν να επηρεαστούν αρνητικά και άλλοι τομείς που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό είτε άμεσα είτε έμμεσα από άλλα βασικά εμπορεύματα (όπως βασικά μέταλλα, εξορυκτικές βιομηχανίες, χαρτί και εκτυπώσεις και χημικά προϊόντα).

Αν αυτό συμβεί, θα πρέπει να αναμένονται εντονότεροι περιορισμοί στην εφοδιαστική αλυσίδα και σημαντικές παρενέργειες στην πλευρά της προσφοράς. Τέλος, η παγκόσμια εμπιστοσύνη θα μπορούσε να επηρεαστεί σε μεγαλύτερο βαθμό εάν η αυστηρότητα των χρηματοπιστωτικών περιορισμών που έχουν επιβληθεί στις ρωσικές τράπεζες ενισχυθεί περαιτέρω, προκαλώντας σημαντικά προβλήματα στις δυτικές τράπεζες που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στη Ρωσία και την Ουκρανία. Αυτό θα μπορούσε με τη σειρά του να οδηγήσει σε αύξηση των ασφαλίστρων κινδύνου και να ωθήσει ανοδικά τα επιτόκια των τραπεζικών δανείων, επιβαρύνοντας περαιτέρω την οικονομία της ζώνης του ευρώ αλλά και της Ελλάδος.

Πιο συγκεκριμένα, και ως προς την πορεία της ιδιωτικής κατανάλωσης το τρέχον έτος, καθοριστική θα είναι η εξέλιξη του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών. Σύμφωνα με την ΤτΕ, υπάρχουν αβεβαιότητες που περιβάλλουν την εξέλιξη της ιδιωτικής κατανάλωσης που έχουν ενταθεί μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Για τα νοικοκυριά, ο πληθωρισμός είναι διπλά επιζήμιος, διότι μειώνει το πραγματικό τους εισόδημα αλλά και τις πραγματικές αποδόσεις των καταθέσεών τους. Επομένως, η εξέλιξη της ιδιωτικής κατανάλωσης το τρέχον έτος σε μεγάλο βαθμό θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη του πολέμου στην Ουκρανία και ιδιαίτερα από την ένταση των πληθωριστικών πιέσεων.

Οι εξελίξεις σχετικά με τις επενδύσεις

Ως προς τις αναμενόμενες εξελίξεις σχετικά με τις επενδύσεις, στην περίπτωση που θα συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα (βασικό σενάριο προβλέψεων, ο πόλεμος στην Ουκρανία μπορεί να μεταβάλει ορισμένες από τις καθοριστικές παραμέτρους τους, πιθανότατα μέσο-μακροπρόθεσμα, (βασικό σενάριο προβλέψεων). Ευνόητα, αυτές σχετίζονται με το ενεργειακό κόστος και τις τιμές ορισμένων άλλων πρώτων υλών οι οποίες προέρχονταν σε σημαντικό βαθμό από τη Ρωσία και την Ουκρανία, η αύξηση των οποίων επηρεάζει σημαντικά τα λειτουργικά έξοδα και τις πρώτες ύλες των επιχειρήσεων και ακολούθως, το περιθώριο κέρδους τους.