Η Citigroup ξεπέρασε τις εκτιμήσεις της αγοράς στα οικονομικά αποτελέσματα τριμήνου τόσο σε επίπεδο κερδών όσο και εσόδων στο πρώτο τρίμηνο, με βασικό μοχλό την ισχυρή επίδοση του τομέα σταθερού εισοδήματος.
Η τράπεζα ανακοίνωσε την Τρίτη καθαρά κέρδη ανά μετοχή 3,06 δολάρια, έναντι εκτίμησης 2,65 δολαρίων, σημειώνοντας άνοδο 42% ενώ τα έσοδα διαμορφώθηκαν στα 24,63 δισ. δολάρια, υπερβαίνοντας την πρόβλεψη των 23,55 δισ. δολαρίων, σύμφωνα με στοιχεία της LSEG.
Τα αποτελέσματα αυτά συνιστούν το υψηλότερο επίπεδο τριμηνιαίων εσόδων της Citigroup εδώ και μια δεκαετία, ενώ τα κέρδη ανά μετοχή κατέγραψαν άλμα 56% σε ετήσια βάση
Ο δείκτης απόδοσης ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTCE), βασικό μέτρο κερδοφορίας, ανήλθε στο 13,1% – το υψηλότερο επίπεδο από το 2021 – υπερβαίνοντας τον στόχο της τράπεζας που κυμαίνεται μεταξύ 10% και 11%.
Η διευθύνουσα σύμβουλος Jane Fraser ανέφερε ότι η τράπεζα βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης του στόχου αυτού εντός του έτους, υπογραμμίζοντας ότι «έχουμε εισέλθει στην τελική φάση των αποεπενδύσεων και το 90% των προγραμμάτων μετασχηματισμού βρίσκεται πλέον στο στόχο ή πολύ κοντά σε αυτόν».
Η Citigroup, της οποίας η μετοχή αποτελεί την καλύτερη επίδοση από την αρχή του έτους μεταξύ των μεγάλων τραπεζών, ενισχύεται από τη στρατηγική αναδιάρθρωσης και τις σχετικά χαμηλές αποτιμήσεις της. Ο όμιλος προχωρά σε εξορθολογισμό των δραστηριοτήτων του, ενώ παράλληλα επιδιώκει την ολοκλήρωση σειράς ρυθμιστικών δεσμεύσεων (consent orders), που — σύμφωνα με πληροφορίες — αναμένεται να κλείσουν εντός του 2026.
Ωστόσο, λόγω της ισχυρής διεθνούς παρουσίας της, η Citigroup θεωρείται πιο εκτεθειμένη στις γεωπολιτικές εξελίξεις σε σύγκριση με άλλες τράπεζες του κλάδου.
Καθοριστική για την υπέρβαση των εκτιμήσεων ήταν η επίδοση της μονάδας αγορών (markets), με τον τομέα σταθερού εισοδήματος να ενισχύεται κατά 13% και να αποφέρει έσοδα 5,2 δισ. δολαρίων, ξεπερνώντας την πρόβλεψη των 4,68 δισ. δολαρίων. Τα έσοδα από μετοχές αυξήθηκαν κατά 39%, στα 2,1 δισ. δολάρια, υπερβαίνοντας τις εκτιμήσεις κατά περίπου 500 εκατ. δολάρια.
Αντίθετα, η επενδυτική τραπεζική κινήθηκε χαμηλότερα των προβλέψεων, με εξαίρεση την έκδοση μετοχών (equity underwriting), που διαμορφώθηκε στα 208 εκατ. δολάρια έναντι εκτίμησης 186,3 εκατ. δολαρίων.
Η μονάδα υπηρεσιών κατέγραψε αύξηση εσόδων κατά 17% σε τριμηνιαία βάση, φθάνοντας τα 6,1 δισ. δολάρια και ξεπερνώντας τις προσδοκίες της αγοράς για 5,8 δισ. δολάρια.
Οι δραστηριότητες wealth και καταναλωτικών καρτών στις ΗΠΑ αναδιαρθρώθηκαν ελαφρώς στο τρίμηνο, γεγονός που καθιστά δύσκολη τη σύγκριση με τις εκτιμήσεις, ωστόσο κατέγραψαν άνοδο, κυρίως χάρη στην ανάπτυξη του Citigold και της λιανικής τραπεζικής.
Οι προβλέψεις για πιστωτικές ζημίες ανήλθαν στα 2,81 δισ. δολάρια, υψηλότερα από την εκτίμηση των 2,64 δισ. δολαρίων, λόγω αυξημένων καθαρών ζημιών από καταναλωτικές κάρτες και ενίσχυσης των προβλέψεων κατά 579 εκατ. δολάρια.
Τέλος, τα λειτουργικά έξοδα αυξήθηκαν κατά 7%, επηρεασμένα από κόστη αποζημιώσεων προσωπικού και συναλλαγματικές μεταβολές.
