Παρά το ακριβότερο χρήμα, τη διεθνή αβεβαιότητα και τις γεωπολιτικές αναταράξεις, το ελληνικό επαγγελματικό real estate εξακολουθεί να προσελκύει μεγάλα κεφάλαια. Μέσα στους πρώτους έξι μήνες του 2026 πραγματοποιήθηκαν επενδύσεις συνολικής αξίας περίπου 1,27 δισ. ευρώ σε επαγγελματικά ακίνητα, καταγράφοντας αύξηση 5,8% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.

Τα στοιχεία της Cushman & Wakefield Proprius δείχνουν, όμως, κάτι περισσότερο από μια ακόμη θετική επίδοση.

Αποκαλύπτουν πού ποντάρει σήμερα το μεγάλο χρήμα στην ελληνική αγορά ακινήτων.

Και η απάντηση είναι ξεκάθαρη: καταστήματα και ξενοδοχεία.

Σχεδόν 1 δισ. ευρώ σε δύο κατηγορίες ακινήτων

Από το συνολικό ποσό των 1,27 δισ. ευρώ, περίπου 700 εκατ. ευρώ κατευθύνθηκαν στον τομέα του λιανεμπορίου.

Άλλα περίπου 300 εκατ. ευρώ επενδύθηκαν σε ξενοδοχειακά ακίνητα.

Αυτό σημαίνει ότι μόνο οι δύο συγκεκριμένες κατηγορίες συγκέντρωσαν περίπου 1 δισ. ευρώ, δηλαδή σχεδόν οκτώ στα δέκα ευρώ που τοποθετήθηκαν στην αγορά επαγγελματικών ακινήτων το πρώτο εξάμηνο.

Η εικόνα δεν είναι τυχαία.

Στο λιανεμπόριο, οι επενδυτές αναζητούν ακίνητα με ισχυρούς μισθωτές και σταθερές αποδόσεις, ενώ στα ξενοδοχεία το ελληνικό τουριστικό προϊόν εξακολουθεί να λειτουργεί ως μαγνήτης τόσο για εγχώρια όσο και για διεθνή κεφάλαια.

Το deal των 510,7 εκατ. ευρώ που άλλαξε όλο το εξάμηνο

Πίσω από την πρωτιά του λιανεμπορίου βρίσκεται και μία από τις μεγαλύτερες συμφωνίες που έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ στην ελληνική αγορά επαγγελματικών ακινήτων.

Η Εθνική Τράπεζα ολοκλήρωσε την εξαγορά χαρτοφυλακίου 100 ακινήτων της Prodea Investments, καταβάλλοντας 510,7 εκατ. ευρώ.

Το μέγεθος της συναλλαγής είναι εντυπωσιακό.

Ένα και μόνο deal αντιστοιχεί σε περίπου 40% της συνολικής αξίας των επενδύσεων που καταγράφηκαν στην ελληνική αγορά επαγγελματικών ακινήτων ολόκληρο το πρώτο εξάμηνο.

Η συναλλαγή αποτέλεσε τη μεγαλύτερη της περιόδου και μία από τις σημαντικότερες στην ιστορία του εγχώριου real estate.

Ταυτόχρονα σηματοδοτεί και μια ενδιαφέρουσα μεταβολή: τις τράπεζες να επανεμφανίζονται στην αγορά όχι μόνο ως χρηματοδότες, αλλά και ως μεγάλοι αγοραστές ακινήτων.

Οι ιδιώτες και τα family offices βγαίνουν μπροστά

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της νέας εποχής του ελληνικού real estate βρίσκεται στο ποιος βάζει τα χρήματα.

Στο πρώτο εξάμηνο του 2026 ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η παρουσία ιδιωτών επενδυτών και family offices, ενώ οι θεσμικοί επενδυτές και οι ΑΕΕΑΠ κινήθηκαν περισσότερο επιλεκτικά.

Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται σε ακίνητα που μπορούν να προσφέρουν σταθερές ταμειακές ροές, διαθέτουν αξιόπιστους μισθωτές ή έχουν περιθώρια σημαντικής υπεραξίας μέσα από ανακαίνιση, αλλαγή χρήσης ή συνολικό repositioning.

Τα διεθνή κεφάλαια παραμένουν επίσης ενεργά, με ιδιαίτερη έμφαση στη φιλοξενία και το λιανεμπόριο.

Η τάση δείχνει μια αγορά που έχει αρχίσει να ωριμάζει: οι επενδυτές δεν αγοράζουν απλώς «τετραγωνικά», αλλά αναζητούν ποιοτικό ακίνητο, εισόδημα και προοπτική υπεραξίας.

Τα ξενοδοχεία παραμένουν μαγνήτης

Ο τουρισμός εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς κινητήρες της αγοράς.

Οι επενδύσεις σε ξενοδοχειακά ακίνητα πλησίασαν τα 300 εκατ. ευρώ μέσα στο εξάμηνο, με την Ελλάδα να συνεχίζει να προσελκύει κεφάλαια για υφιστάμενες μονάδες, αναβαθμίσεις και νέα projects.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κινητικότητα της Premia Properties, η οποία έχει πραγματοποιήσει επενδύσεις άνω των 500 εκατ. ευρώ από το καλοκαίρι του 2024.

Στις τελευταίες μεγάλες κινήσεις της περιλαμβάνεται η στρατηγική συμφωνία με τον ξενοδοχειακό όμιλο Akti Hotels & Resorts.

Η συμφωνία αφορά συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο και εκσυγχρονισμό των Akti Imperial, Akti Beach Club και Akti Palace σε Ρόδο και Κω.

Πρόκειται για μονάδες συνολικής μεικτής επιφάνειας 85.000 τ.μ., σε εκτάσεις περίπου 300 στρεμμάτων.

Η κίνηση θα προσθέσει 1.316 δωμάτια στο χαρτοφυλάκιο του ομίλου, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό πάνω από τα 2.800, ενώ μαζί με τις εργασίες ανακαίνισης το ύψος της επένδυσης εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 250 εκατ. ευρώ.

Στα 140 εκατ. τα γραφεία

Πολύ διαφορετική είναι η εικόνα στην αγορά γραφείων.

Οι συναλλαγές του πρώτου εξαμήνου κινήθηκαν περίπου στα 140 εκατ. ευρώ, με τους ιδιώτες, τα family offices και τις εταιρείες που αγοράζουν κτίρια για ιδιοχρησία να αποτελούν τους βασικούς αγοραστές.

Ανάμεσα στις σημαντικότερες κινήσεις ήταν η αγορά από την Trastor τριών ακινήτων στο κέντρο της Αθήνας, συνολικής αξίας 38,6 εκατ. ευρώ.

Στα deals του εξαμήνου περιλαμβάνεται και η πώληση του κτιρίου γραφείων της Ελλάκτωρ στο Χαλάνδρι –των πρώην γραφείων του ομίλου Πήγασος– έναντι 18,95 εκατ. ευρώ, προκειμένου να στεγαστεί εκεί το Ερευνητικό Κέντρο «Αθηνά».

Η ζήτηση εξακολουθεί να είναι στραμμένη κυρίως προς σύγχρονα, ενεργειακά αποδοτικά και υψηλών προδιαγραφών γραφεία, ενώ τα παλαιότερα ακίνητα χρειάζονται συχνά σημαντικές επενδύσεις αναβάθμισης για να ανταγωνιστούν το νέο απόθεμα.

Logistics: Υπάρχει ζήτηση, λείπουν τα καλά ακίνητα

Στα βιομηχανικά και logistics ακίνητα οι επενδύσεις διαμορφώθηκαν περίπου στα 90 εκατ. ευρώ.

Εδώ, όμως, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η απουσία ενδιαφέροντος όσο η έλλειψη διαθέσιμων σύγχρονων ακινήτων υψηλών προδιαγραφών.

Το ηλεκτρονικό εμπόριο, οι υπηρεσίες διανομής και η ανάπτυξη της εφοδιαστικής αλυσίδας συνεχίζουν να δημιουργούν ανάγκη για σύγχρονες αποθήκες και logistics centers.

Η περιορισμένη προσφορά κατάλληλων εγκαταστάσεων, ωστόσο, κρατά χαμηλότερα τον αριθμό των συναλλαγών.

Για τον λόγο αυτό, μεγάλο μέρος των deals του εξαμήνου αφορούσε επιχειρήσεις που αγόρασαν ακίνητα για να τα χρησιμοποιήσουν οι ίδιες.

Μετά το ιστορικό ρεκόρ των 2,9 δισ.

Το 1,27 δισ. ευρώ του πρώτου εξαμήνου αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν τοποθετηθεί δίπλα στις επιδόσεις της προηγούμενης χρονιάς.

Το 2025 αποτέλεσε έτος-ρεκόρ για την ελληνική αγορά επαγγελματικών ακινήτων, με συναλλαγές συνολικής αξίας 2,9 δισ. ευρώ.

Η αύξηση σε σχέση με το 2024 είχε φτάσει το εντυπωσιακό 47%.

Τότε οι δύο μεγάλοι πρωταγωνιστές ήταν τα ξενοδοχεία, τα οποία απορρόφησαν το 44,5% των επενδεδυμένων κεφαλαίων, και τα γραφεία με ποσοστό 27,3%.

Το 2026 η σύνθεση αλλάζει.

Το λιανεμπόριο περνά στην πρώτη θέση, κυρίως λόγω της τεράστιας συναλλαγής Εθνικής–Prodea, ενώ τα ξενοδοχεία παραμένουν σταθερά στο επίκεντρο.

Γιατί συνεχίζουν να μπαίνουν λεφτά στην Ελλάδα

Η ανθεκτικότητα του ελληνικού real estate έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή καταγράφεται σε ένα περιβάλλον που μόνο εύκολο δεν είναι.

Το κόστος χρηματοδότησης παραμένει αυξημένο και οι γεωπολιτικές αβεβαιότητες εξακολουθούν να επηρεάζουν τις επενδυτικές αποφάσεις διεθνώς.

Παρά ταύτα, σύμφωνα με την Cushman & Wakefield Proprius, η ελληνική αγορά στηρίζεται στην πορεία της οικονομίας, στη βελτίωση της αγοράς εργασίας και –ιδιαίτερα για τα τουριστικά ακίνητα– στη δυναμική του ελληνικού τουρισμού.

Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος παράγοντας.

Τα μεγάλα κεφάλαια γίνονται περισσότερο επιλεκτικά.

Αναζητούν καλά ακίνητα, σε καλές τοποθεσίες, με αξιόπιστους μισθωτές και πραγματική δυνατότητα παραγωγής εισοδήματος.

Και γι’ αυτά τα ακίνητα, η ζήτηση παραμένει ισχυρή.

Τα 1,27 δισ. ευρώ μέσα σε έξι μήνες δείχνουν ότι το ελληνικό επαγγελματικό real estate εξακολουθεί να βρίσκεται στο επενδυτικό ραντάρ.

Αλλά αποκαλύπτουν και κάτι ακόμη:

το μεγάλο χρήμα δεν αγοράζει πλέον οτιδήποτε. Κυνηγά τα ακίνητα-φιλέτα – και για αυτά ο ανταγωνισμός παραμένει ισχυρός.

Διαβάστε ακόμη: