Περίπου στο μισό αναμένεται να μειωθούν φέτος οι νέες αιτήσεις αδειών διαμονής μέσω του προγράμματος «χρυσή βίζα», τουλάχιστον με βάση την εικόνα που προκύπτει με την ολοκλήρωση του πρώτου εξαμήνου. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπ. Μετανάστευσης και Ασύλου, το πρώτο εξάμηνο υποβλήθηκαν 2.551 νέες αιτήσεις αρχικής χορήγησης άδειας διαμονής (395 αιτήσεις τον Ιούνιο), αριθμός που υπολείπεται κατά 44% του αντίστοιχου περυσινού, που είχε διαμορφωθεί σε 4.553 αιτήσεις.
Παράλληλα, κατά το πρώτο μισό του έτους εκδόθηκαν 4.919 νέες άδειες (με βάση τις αιτήσεις που εκκρεμούν ακόμη από τα έτη 2024 και 2025, αλλά και τις φετινές). Πρόκειται για μέγεθος αυξημένο κατά 21% συγκριτικά με το αντίστοιχο περυσινό (4.057 αιτήσεις).
Ακόμη εκκρεμεί η έγκριση (ή και απόρριψη) 7.368 αιτήσεων που αφορούν την περασμένη διετία, όταν λόγω των αλλαγών που έγιναν στο πρόγραμμα, παρατηρήθηκε κατακόρυφη αύξηση των επενδύσεων σε ακίνητα, ώστε να κατοχυρωθεί το δικαίωμα λήψης άδειας με το πρότερο, ευνοϊκότερο, καθεστώς.
Σε κάθε περίπτωση, ο κύριος όγκος των νέων αιτήσεων αφορά επενδύσεις ύψους 250.000 ευρώ και λιγότερο 400.000 ευρώ, ενώ ελάχιστες είναι εκείνες που αφορούν το όριο των 800.000 ευρώ που ισχύει για την Αττική, τη Θεσσαλονίκη και όλα τα μεγάλα νησιά με ελάχιστο μόνιμο πληθυσμό άνω των 3.150 κατοίκων.
Η εξασφάλιση άδειας με το μειωμένο όριο των 250.000 ευρώ αποτελεί το βασικότερο κίνητρο από τους επενδυτές σήμερα, καθώς τους επιτρέπει την απόκτηση ακινήτου ακόμη και στις περιοχές των 800.000 ευρώ, ειδικά στην Αττική, που συγκεντρώνει τον κύριο όγκο του επενδυτικού ενδιαφέροντος. Αυτό επιτυγχάνεται εφόσον το ακίνητο που αγοράζεται έχει προέλθει από αλλαγή χρήσης, δηλαδή εφόσον πρόκειται για κατοικία που προέκυψε μετά την ανακατασκευή, π.χ. ενός παλιού κτιρίου γραφείων, μιας βιομηχανικής μονάδας, ενός ξενοδοχείου κ.τ.λ.
Ασφαλώς, παρότι έχουν πολλαπλασιαστεί οι επενδύσεις για τέτοια έργα ανακατασκευής, με στόχο προφανώς την αγορά της «χρυσής βίζας», εντούτοις, δεν είναι εφικτό να υποκατασταθεί το επενδυτικό ενδιαφέρον του παρελθόντος. Αυτό δεν είναι απαραιτήτως κάτι αρνητικό, με δεδομένη την ώθηση που δόθηκε στις ζητούμενες τιμές πώλησης τα προηγούμενα χρόνια, ακριβώς λόγω του αυξημένου αγοραστικού ενδιαφέροντος από το εξωτερικό.
Γι’ αυτό άλλωστε το νέο πλαίσιο έχει δώσει το συγκεκριμένο κίνητρο, καθώς με τον τρόπο αυτό προστίθεται οικιστικό απόθεμα στην αγορά, αξιοποιώντας τη ζήτηση από το εξωτερικό.
Παράλληλα, πλέον, απαγορεύεται η αξιοποίηση των ακινήτων που αποκτώνται για τη λήψη της «χρυσής βίζας», μέσω ψηφιακών πλατφορμών βραχυχρόνιας μίσθωσης, στοιχείο που έχει περιορίσει σοβαρά και το ενδιαφέρον των επενδυτών, που ίσως να είχαν έναν πρόσθετο λόγο να αποκτήσουν ακίνητα στην Περιφέρεια (όπου το όριο είναι 400.000 ευρώ), αποκλειστικά για την τουριστική αξιοποίηση μέσω βραχυχρόνιων μισθώσεων.
Πλέον, μετά και το πρώτο εξάμηνο του 2026, ο αριθμός των ενεργών αδειών διαμονής από την έναρξη του προγράμματος, το 2014, διαμορφώνεται σε 32.702 (χωρίς να υπολογίζονται και τα μέλη της οικογένειας του εκάστοτε επενδυτή). Εξ αυτών, οι 24.796 άδειες αφορούν αρχική χορήγηση (την τελευταία πενταετία δηλαδή), ενώ οι υπόλοιπες 7.726 αφορούν ανανεώσεις της πρώτης πενταετίας, πρόκειται δηλαδή για επενδυτές της περιόδου πριν από το 2021.
Σε σχέση με πριν από ένα χρόνο (Ιούνιος 2025), προκύπτει αύξηση των ενεργών αδειών κατά 48,6%, καθώς τότε το αντίστοιχο νούμερο διαμορφωνόταν σε 22.001 ενεργές άδειες.
Ενδιαφέρον, πάντως, έχει και η πρόταση πολιτικής που περιλαμβάνεται στο νέο Εθνικό Σχέδιο Στεγαστικής Πολιτικής που ψηφίστηκε πριν από μερικές εβδομάδες. Σε αυτό περιλαμβάνεται η προοπτική δημιουργίας μιας νέας, ειδικής κατηγορίας χορήγησης άδειας διαμονής, που συνδέεται με την ανάπτυξη επενδυτικής δραστηριότητας στην αγορά κατοικίας, αλλά με γνώμονα την ενεργοποίηση κατοικιών για πραγματική στεγαστική χρήση.
Ειδικότερα, το μέτρο που προτείνεται προβλέπει τη δυνατότητα απόκτησης χαρτοφυλακίου περισσότερων του ενός ακινήτων, αντί της αποκλειστικής επένδυσης σε ένα μεμονωμένο ακίνητο, υπό την προϋπόθεση ότι τα ακίνητα θα διατίθενται αποκλειστικά για μακροχρόνια μίσθωση εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος.
Ουσιαστικά δηλαδή ο επενδυτής δεν θα μπορεί να τα αξιοποιεί προς ιδία χρήση, ούτε για βραχυχρόνιες μισθώσεις, παρά μόνο για τη σύναψη μακροχρόνιων συμφωνιών εκμίσθωσης. Με αυτόν τον τρόπο, η επένδυση συνδέεται άμεσα με την αύξηση της διαθέσιμης προσφοράς κατοικιών και τον περιορισμό των κενών ή αδρανών ακινήτων.
Η εφαρμογή του μέτρου θα απαιτεί σαφές πλαίσιο επιλεξιμότητας, μηχανισμό παρακολούθησης της χρήσης των ακινήτων και ρητό αποκλεισμό χρήσεων που δεν εξυπηρετούν το στόχο της στεγαστικής προσφοράς, όπως η βραχυχρόνια μίσθωση.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο Εθνικό Σχέδιο Στεγαστικής Πολιτικής, η παρέμβαση μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά με πολιτικές ενεργοποίησης κενών κατοικιών, ανακαινίσεων και κοινωνικής ή προσιτής μίσθωσης, διασφαλίζοντας ότι η εισροή ιδιωτικών κεφαλαίων δεν περιορίζεται σε παθητική κατοχή ακινήτων, αλλά συμβάλλει στη λειτουργική αξιοποίησή τους για στεγαστικούς σκοπούς.

