Την αξιολόγηση (Issuer Rating) της Alpha Bank στη βαθμίδα BBB, επιβεβαίωσε η Scope Ratings, καθώς και την αξιολόγηση του προνομιούχου μη εξασφαλισμένου χρέους (preferred senior unsecured debt) επίσης στη βαθμίδα BBB, διατηρώντας σταθερές προοπτικές (Stable Outlook).

Σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης, η πιστοληπτική αξιολόγηση της Alpha Bank στηρίζεται στην ισχυρή θέση που κατέχει στην ιδιαίτερα συγκεντρωμένη ελληνική τραπεζική αγορά, καθώς και στη σημαντική βελτίωση των χρηματοοικονομικών της μεγεθών τα τελευταία χρόνια.

Ισχυρή θέση στην ελληνική αγορά

Η Scope χαρακτηρίζει το επιχειρηματικό μοντέλο της Alpha Bank ως «Consistent (High)», επισημαίνοντας ότι αποτελεί μία από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας, με συνολικό ενεργητικό ύψους 79 δισ. ευρώ στο τέλος Μαρτίου 2026

Παρά τη σχετικά περιορισμένη διεθνή παρουσία της σε Κύπρο, Λουξεμβούργο και Ηνωμένο Βασίλειο, ο οίκος θεωρεί ότι η ισχυρή θέση της στην ελληνική αγορά ενισχύει τη δυναμική της και τα περιθώρια κερδοφορίας. Το επιχειρηματικό της μοντέλο επικεντρώνεται κυρίως στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και πελατών υψηλής οικονομικής επιφάνειας, γεγονός που μπορεί να συνεπάγεται μεγαλύτερη κυκλικότητα στα έσοδα και στην κερδοφορία.

Η Scope δεν αναμένει ουσιαστικές αλλαγές στο επιχειρηματικό μοντέλο της τράπεζας στο άμεσο μέλλον. Η στρατηγική της Alpha Bank επικεντρώνεται στην ενίσχυση των επαναλαμβανόμενων εσόδων μέσω ανάπτυξης σε τομείς όπου διαθέτει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.

Στο πλαίσιο αυτό, ο οίκος υπενθυμίζει ότι τους τελευταίους 18 μήνες η Alpha Bank προχώρησε σε σειρά στοχευμένων εξαγορών, όπως η Alpha Trust στον τομέα του wealth management, η Flexfin στο factoring και η AXIA στην επενδυτική τραπεζική. Παράλληλα, ενίσχυσε την παρουσία της στην Κύπρο μέσω της εξαγοράς των τραπεζικών δραστηριοτήτων της AstroBank

Θετική αξιολόγηση για το ελληνικό τραπεζικό περιβάλλον

Η Scope αξιολογεί επίσης ως «Consistent (High)» το περιβάλλον λειτουργίας της Alpha Bank, επισημαίνοντας ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει κατά κεφαλήν ΑΕΠ χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ωστόσο αναγνωρίζει τη σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους και του δημοσιονομικού ελλείμματος χάρη στη διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη, τον υψηλό πληθωρισμό και τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Παράλληλα, σημειώνει ότι το υψηλό επίπεδο δημόσιου χρέους εξακολουθεί να περιορίζει τα περιθώρια κρατικής στήριξης σε περίπτωση ύφεσης, λόγω του αυστηρού ευρωπαϊκού δημοσιονομικού πλαισίου.

Για τον ελληνικό τραπεζικό κλάδο, η Scope υπογραμμίζει ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες έχουν μειώσει δραστικά τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs) από το 2018 και πλέον εμφανίζουν ισχυρούς χρηματοοικονομικούς δείκτες.

Ο οίκος επισημαίνει επίσης ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Τραπεζική Ένωση και η εποπτεία μέσω του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM) της ΕΚΤ ενισχύουν σημαντικά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ενώ η δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να λειτουργεί ως δανειστής έσχατης ανάγκης περιορίζει τους κινδύνους ρευστότητας.

Ψηφιακός μετασχηματισμός και ESG

Η Scope χαρακτηρίζει ουδέτερη την αξιολόγηση της Alpha Bank ως προς τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα (ESG), σημειώνοντας όμως ότι η τράπεζα προσαρμόζει το επιχειρηματικό της μοντέλο ώστε να διασφαλίσει τη μακροχρόνια ανάπτυξή της.

Ο ψηφιακός μετασχηματισμός αποτελεί βασικό άξονα της στρατηγικής της, με σημαντικές επενδύσεις στην τεχνολογία και την αυτοματοποίηση. Από το 2022 οι ψηφιακές πωλήσεις αυξήθηκαν στο 31% από 18%, οι καθημερινές ψηφιακές συναλλαγές ξεπέρασαν το 90% έναντι 65%, ενώ οι ενεργοί ψηφιακοί χρήστες ανήλθαν στα 2,1 εκατ. από 1,6 εκατ.

Παράλληλα, ο οίκος αναγνωρίζει τις πρωτοβουλίες της Alpha Bank στην ενσωμάτωση λύσεων τεχνητής νοημοσύνης και στις συνεργασίες με ευρωπαϊκές fintech εταιρείες.

Στον τομέα της βιώσιμης ανάπτυξης, η Scope επισημαίνει ότι η τράπεζα επιδιώκει να διευρύνει τη στρατηγική βιώσιμης χρηματοδότησης, στηρίζοντας την πράσινη μετάβαση των επιχειρήσεων και ενσωματώνοντας κριτήρια βιωσιμότητας σε όλες τις πιστοδοτικές αποφάσεις. Ως μέλος της Net-Zero Banking Alliance (NZBA), έχει δεσμευθεί να μειώσει έως το 2030 τις εκπομπές Scope 3 στους κλάδους ηλεκτροπαραγωγής, πετρελαίου και φυσικού αερίου, τσιμέντου και χάλυβα.

Ισχυρή κερδοφορία και βελτίωση της ποιότητας ενεργητικού

Η Scope εκτιμά ότι η δυνατότητα δημιουργίας κερδών της Alpha Bank παραμένει επαρκής για την απορρόφηση των αναμενόμενων ζημιών, ενώ η ποιότητα του ενεργητικού βρίσκεται σε γενικές γραμμές στα επίπεδα των ευρωπαϊκών ομοειδών τραπεζών.

Όπως σημειώνει, από το 2022 η κερδοφορία της τράπεζας βελτιώνεται σταθερά χάρη στη διεύρυνση των καθαρών επιτοκιακών περιθωρίων, στην ισχυρή αύξηση των εσόδων από προμήθειες και στη συνεχή βελτίωση της λειτουργικής αποδοτικότητας.

Παράλληλα, το κόστος κινδύνου έχει μειωθεί, αντανακλώντας την καλή ποιότητα των νέων χορηγήσεων, αν και οι προβλέψεις και τα κόστη διαχείρισης των παλαιών χαρτοφυλακίων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων εξακολουθούν να επιβαρύνουν τα αποτελέσματα, κατά περίπου 200 εκατ. ευρώ το 2025, ποσό που αντιστοιχεί στο 15% των λειτουργικών κερδών προ προβλέψεων.

Η απόδοση επί των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού (RWAs) αυξήθηκε στο 3,1% το 2025, έναντι 1% το 2022.

Για την περίοδο 2026-2028, η Scope προβλέπει ότι η απόδοση επί των RWAs θα παραμείνει λίγο κάτω από το 3%, αν και σημειώνει ότι οι εκτιμήσεις περιβάλλονται από αυξημένη αβεβαιότητα λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων.

Μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων

Στο τέλος Μαρτίου 2026 ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) της Alpha Bank διαμορφώθηκε στο 3,7%, επίπεδο υψηλότερο από τον μέσο όρο των διεθνών τραπεζών που αξιολογεί η Scope.

Ωστόσο, ο οίκος επισημαίνει ότι πρόκειται κυρίως για παλαιά προβληματικά χαρτοφυλάκια και θεωρεί εφικτό τον στόχο της διοίκησης για υποχώρηση του δείκτη κάτω από το 3% έως το τέλος του 2027, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει σοβαρή επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος.

Παράλληλα, σημειώνει ότι η Alpha Bank εξακολουθεί να διατηρεί σημαντική έκθεση στο ελληνικό Δημόσιο μέσω ομολόγων και εντόκων γραμματίων, η οποία στο τέλος του 2025 αντιστοιχούσε στο 151% των κεφαλαίων Tier 1.

Ωστόσο, σύμφωνα με τις ασκήσεις αντοχής της Scope, ακόμη και σε σενάριο αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους, η τράπεζα θα μπορούσε να απορροφήσει ζημίες σχεδόν 40% στο σχετικό χαρτοφυλάκιο και να παραμείνει κεφαλαιακά βιώσιμη.

Ισχυρή κεφαλαιακή και χρηματοδοτική θέση

Η Scope αξιολογεί τη διαχείριση της χρηματοοικονομικής βιωσιμότητας της Alpha Bank ως «Comfortable», αποδίδοντας μάλιστα μία θετική βαθμίδα (+1 notch).

Ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 15% το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι 16,5% ένα χρόνο νωρίτερα, εξέλιξη που αποδίδεται στις εξαγορές, στην υψηλότερη πολιτική διανομής μερισμάτων και στην αύξηση των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού.

Παρά τη μείωση αυτή, ο οίκος επισημαίνει ότι η Alpha Bank εξακολουθεί να διαθέτει ιδιαίτερα άνετο κεφαλαιακό περιθώριο περίπου 500 μονάδων βάσης πάνω από τις ελάχιστες εποπτικές απαιτήσεις.

Επιπλέον, πάνω από το 80% της χρηματοδότησης της τράπεζας προέρχεται από καταθέσεις πελατών, ενώ ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις διαμορφώνεται στο 80% ή στο 72%, εξαιρουμένων συγκεκριμένων τίτλων NPE.

Η Scope σημειώνει ακόμη ότι από το 2023 η Alpha Bank έχει προχωρήσει με επιτυχία σε διαδοχικές εκδόσεις ομολόγων για την κάλυψη των απαιτήσεων MREL, με ολοένα χαμηλότερο κόστος δανεισμού, ενώ στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026 διατηρούσε επαρκές κεφαλαιακό περιθώριο περίπου 3% πάνω από την ελάχιστη απαίτηση.

Σταθερές προοπτικές

Η Scope αναφέρει ότι οι σταθερές προοπτικές αντανακλούν την εκτίμησή της πως οι ανοδικοί και καθοδικοί κίνδυνοι για την αξιολόγηση της Alpha Bank παραμένουν ισορροπημένοι.

Ενδεχόμενη περαιτέρω διατηρήσιμη βελτίωση της κερδοφορίας, σε συνδυασμό με πρόσθετη μείωση των κινδύνων στον ισολογισμό, ιδίως των μη εξυπηρετούμενων δανείων και της έκθεσης στο ελληνικό Δημόσιο, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναβάθμιση της αξιολόγησης.

Αντίθετα, σημαντική επιδείνωση των μακροοικονομικών συνθηκών που θα επηρέαζε ουσιαστικά την ποιότητα του ενεργητικού ή την κερδοφορία, καθώς και σημαντική αποδυνάμωση της κεφαλαιακής ή της ρευστότητας της τράπεζας, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε υποβάθμιση της αξιολόγησης.

Διαβάστε ακόμη: