Νέο κύκλο σεναρίων για εξαγορές και στρατηγικές συμμετοχές στις ελληνικές τράπεζες πυροδοτεί η ξεκάθαρη τοποθέτηση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα υπέρ της εισόδου μεγάλων ευρωπαϊκών ομίλων στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η συγκέντρωση του ευρωπαϊκού banking επιταχύνεται, οι ελληνικές τράπεζες επιστρέφουν στο ραντάρ ως πιθανοί στόχοι, έχοντας αφήσει πίσω τους τα μεγάλα προβλήματα της προηγούμενης δεκαετίας και διαθέτοντας πλέον ισχυρή κερδοφορία, καθαρότερους ισολογισμούς και ακόμη ελκυστικές αποτιμήσεις.

Σε δηλώσεις του στη γερμανική Handelsblatt, ο κ. Στουρνάρας είναι σαφής: «Από την οπτική της Τράπεζας της Ελλάδος, η συμμετοχή ξένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στο μετοχικό κεφάλαιο ελληνικών τραπεζών είναι απολύτως επιθυμητή». Το μήνυμα έχει ιδιαίτερη σημασία για την αγορά, καθώς επί της ουσίας δείχνει ότι η Αθήνα δεν θα έβλεπε αρνητικά έναν νέο γύρο διασυνοριακών τραπεζικών συμφωνιών.

Το προηγούμενο της Alpha Bank

Ο δρόμος έχει ήδη ανοίξει από τη στρατηγική σχέση Alpha Bank–UniCredit. Η ιταλική τράπεζα εισήλθε στην Alpha στα τέλη του 2023, αποκτώντας αρχικά από το ΤΧΣ ποσοστό 8,97%, ενώ έκτοτε αύξησε τη συμμετοχή της στο 29,8%. Η Handelsblatt καταγράφει μάλιστα εκτιμήσεις της αγοράς ότι η UniCredit θα μπορούσε κάποια στιγμή να κινηθεί ακόμη πιο επιθετικά, ακόμη και προς την κατεύθυνση δημόσιας πρότασης.

Πρόκειται για σενάριο και όχι για ανακοινωμένη πρόθεση, ωστόσο η μέχρι σήμερα απόδοση της επένδυσης κρατά τη συζήτηση ανοικτή. Ο Andrea Orcel έχει δηλώσει ότι η επένδυση ξεπέρασε σημαντικά τις αρχικές προσδοκίες της UniCredit, ενώ από την είσοδο του ιταλικού ομίλου η χρηματιστηριακή αξία της Alpha Bank έχει τριπλασιαστεί.

Πειραιώς και Eurobank στο ραντάρ

Με την Alpha να έχει ήδη έναν μεγάλο ευρωπαϊκό όμιλο στο μετοχολόγιό της, η επενδυτική προσοχή στρέφεται κυρίως προς Πειραιώς και Eurobank. Για την Πειραιώς, το βασικό στοιχείο είναι ο ισχυρός προσανατολισμός στην ελληνική αγορά και η αποτίμησή της.

Για έναν ξένο τραπεζικό όμιλο που επιδιώκει άμεση και σημαντική έκθεση στην Ελλάδα, θα μπορούσε θεωρητικά να αποτελέσει όχημα εισόδου σε μία αγορά με υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από την Ευρωζώνη. Διαφορετική είναι η περίπτωση της Eurobank.

Το ισχυρό περιφερειακό της αποτύπωμα, με παρουσία ιδιαίτερα σε Κύπρο και Βουλγαρία, θα μπορούσε να προσφέρει σε έναν δυνητικό αγοραστή πρόσβαση όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε μία ευρύτερη αγορά της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Σύμφωνα με το γερμανικό δημοσίευμα, πιθανοί ενδιαφερόμενοι για μελλοντικές συμμετοχές θα μπορούσαν να προέλθουν από μεγάλους τραπεζικούς ομίλους της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας.

Γιατί τώρα

Η αλλαγή του επενδυτικού story των ελληνικών τραπεζών είναι εντυπωσιακή. Alpha Bank, Eurobank, Εθνική και Πειραιώς εμφάνισαν συνολικά καθαρά κέρδη 2,4 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του 2026, αυξημένα κατά 2%, ενώ τα βασικά έσοδα από τόκους και προμήθειες ενισχύθηκαν κατά 8%.

Την ίδια στιγμή, η μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων κινείται περίπου στο 12%, έναντι 10% στην Ευρωζώνη, ενώ ο μέσος δείκτης Tier 1 έχει φθάσει στο 16,5%. Το μεγαλύτερο «βαρίδι» του παρελθόντος έχει επίσης σχεδόν εξαφανιστεί. Από το 55% το 2016, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει υποχωρήσει περίπου στο 3%, πλησιάζοντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 2,2%.

Το discount τροφοδοτεί τα σενάρια

Παράλληλα, παρά το ισχυρό χρηματιστηριακό ράλι, οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να εμφανίζουν discount έναντι ευρωπαϊκών ομίλων. Ο τραπεζικός δείκτης έχει ενισχυθεί κατά 21,4% μόνο στο τελευταίο τρίμηνο, χωρίς όμως να έχει εξαλειφθεί πλήρως η διαφορά στις αποτιμήσεις. Αυτός ο συνδυασμός –ισχυρή κερδοφορία, καθαροί ισολογισμοί, υψηλές διανομές και ελκυστικότερες αποτιμήσεις– είναι που κρατά ζωντανό το M&A story.

Και μετά την επιτυχημένη είσοδο της UniCredit στην Alpha Bank, το ερώτημα για την αγορά δεν είναι πλέον εάν οι μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες θα μπορούσαν να κοιτάξουν προς την Ελλάδα, αλλά ποια ελληνική τράπεζα θα μπορούσε να αποτελέσει τον επόμενο στόχο και ποιος ευρωπαϊκός όμιλος θα κάνει την επόμενη κίνηση.

Διαβάστε ακόμη: