Τρία μέτωπα ανοίγουν ταυτόχρονα μπροστά στην κυβέρνηση και διαμορφώνουν ένα εξαιρετικά δύσκολο πολιτικό σκηνικό ενόψει της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης: η ακρίβεια που εξακολουθεί να ροκανίζει το διαθέσιμο εισόδημα, το ενεργειακό κόστος που απειλεί να εκτοξεύσει ακόμη περισσότερο τους οικογενειακούς και επιχειρηματικούς προϋπολογισμούς και τα ελληνοτουρκικά, με την Άγκυρα να συνεχίζει να δοκιμάζει τις αντοχές της Αθήνας.

Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν ότι τα τρία αυτά μέτωπα δεν λειτουργούν ανεξάρτητα. Αντίθετα, αλληλοτροφοδοτούνται. Η ακριβή ενέργεια ανεβάζει τα καύσιμα, τα καύσιμα ανεβάζουν το κόστος μεταφοράς και παραγωγής, το κόστος παραγωγής περνά στα προϊόντα και ο λογαριασμός καταλήγει ξανά στον πολίτη. Και κάπου εκεί αρχίζει το πολιτικό πρόβλημα.

Στο κυβερνητικό επιτελείο φτάνουν πληροφορίες για μη δημοσιοποιημένες δημοσκοπικές μετρήσεις που εμφανίζουν τη Νέα Δημοκρατία να καταγράφει νέες απώλειες στη Μακεδονία, με την ακρίβεια και κυρίως το κόστος των καυσίμων να αναδεικνύονται σε παράγοντες που επηρεάζουν την πολιτική συμπεριφορά.

Πρόκειται για μετρήσεις που δεν έχουν δημοσιοποιηθεί και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως επιβεβαιωμένο εκλογικό δεδομένο. Ωστόσο, η ίδια η πληροφορία αρκεί για να προκαλέσει προβληματισμό σε ένα κυβερνητικό στρατόπεδο που γνωρίζει τη σημασία της Βόρειας Ελλάδας.

Γιατί η βενζίνη δεν είναι απλώς ένας ακόμη δείκτης ακρίβειας. Είναι καθημερινό έξοδο. Είναι η διαδρομή από το σπίτι στη δουλειά, η μετακίνηση στην περιφέρεια, η μεταφορά των προϊόντων, το κόστος για έναν επαγγελματία, έναν αγρότη, έναν μικρομεσαίο. Όταν η τιμή στην αντλία ανεβαίνει, η πολιτική δυσαρέσκεια αποκτά πολύ συγκεκριμένη μορφή.

Το πρώτο και ίσως πιο επίμονο μέτωπο είναι η ακρίβεια. Η κυβέρνηση μπορεί να υποστηρίζει ότι η οικονομία έχει βελτιώσει τη συνολική της εικόνα, όμως για το νοικοκυριό η καθημερινότητα μετριέται διαφορετικά: στο σούπερ μάρκετ, στον λογαριασμό του ρεύματος, στο πρατήριο καυσίμων και στον λογαριασμό θέρμανσης. Και το πρόβλημα είναι ότι το νέο κύμα ανατιμήσεων δεν περιορίζεται σε έναν ή δύο κλάδους.

Από τον Οκτώβριο αναμένονται αυξήσεις σε γαλακτοκομικά, τυριά και αρτοσκευάσματα, ενώ οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος ενέργειας, μεταφορών και συσκευασίας. Τα ακριβότερα λιπάσματα και οι ζωοτροφές αυξάνουν το κόστος στην πρωτογενή παραγωγή και η πίεση μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρη την αλυσίδα. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: ακριβότερη παραγωγή, ακριβότερη μεταφορά, ακριβότερο προϊόν και τελικά μικρότερη αγοραστική δύναμη.

Το δεύτερο μέτωπο είναι ακόμη πιο άμεσο. Η αμόλυβδη κινείται περίπου στα 2,20 ευρώ το λίτρο, από 1,75 ευρώ έναν χρόνο πριν, ενώ το πετρέλαιο κίνησης βρίσκεται επίσης κοντά στα 2,20 ευρώ, από περίπου 1,54 ευρώ. Η επιβάρυνση δεν σταματά εκεί.

Με την έναρξη της περιόδου θέρμανσης, τα νοικοκυριά θα βρεθούν αντιμέτωπα με έναν ακόμη λογαριασμό. Ακόμη και εάν η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης συγκρατηθεί στα 1,75 ευρώ το λίτρο, η διαφορά από πέρυσι θα παραμένει περίπου 60 λεπτά το λίτρο. Σε μια παραγγελία 500 λίτρων, αυτό μεταφράζεται σε περίπου 300 ευρώ επιπλέον κόστος.

Και το ηλεκτρικό ρεύμα προσθέτει νέα αβεβαιότητα, καθώς σχεδόν επτά στα δέκα νοικοκυριά βρίσκονται σε κυμαινόμενα τιμολόγια. Με άλλα λόγια, ο δύσκολος χειμώνας δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι ένας συνδυασμός λογαριασμών που μπορεί να απορροφήσει μεγάλο μέρος από οποιαδήποτε αύξηση εισοδήματος.

Απέναντι σε αυτή την εικόνα, η κυβέρνηση ετοιμάζει ένα πακέτο παρεμβάσεων. Στις 30 Σεπτεμβρίου αναμένονται ανακοινώσεις για τη βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης, σε συνεννόηση με τα διυλιστήρια, ενώ στις 14 Οκτωβρίου έρχονται οι αποφάσεις για το πετρέλαιο θέρμανσης.

Στο τραπέζι βρίσκεται αύξηση του επιδόματος θέρμανσης, ακόμη και κοντά στο 20%, ενώ κυβερνητικός στόχος είναι η τιμή εκκίνησης του πετρελαίου θέρμανσης να κινηθεί περίπου στο 1,50 ευρώ το λίτρο. Εξετάζεται επίσης η συνέχιση της στήριξης των πέντε λεπτών ανά λίτρο στην αμόλυβδη.

Το πρόβλημα είναι ότι το «καλάθι» των μέτρων παραμένει περιορισμένο σε σχέση με το μέγεθος της πίεσης. Και αυτή είναι η δύσκολη εξίσωση για το Μαξίμου: να δείξει ότι παρεμβαίνει, χωρίς να ανοίξει δημοσιονομικούς λογαριασμούς που δεν μπορεί να υποστηρίξει.

Σαν να μην έφταναν τα οικονομικά μέτωπα, υπάρχει και το τρίτο: τα ελληνοτουρκικά. Η κυβέρνηση επιδιώκει να διατηρήσει τα «ήρεμα νερά» στο Αιγαίο, αλλά ταυτόχρονα επιμένει ότι ο διάλογος δεν μπορεί να συνυπάρχει με μονομερείς ενέργειες που παραβιάζουν τη διεθνή νομιμότητα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει στείλει το μήνυμα ότι η Ελλάδα θέλει να λειτουργεί ως χώρα-«γεφυροποιός» και όχι ως «ταραχοποιός», χωρίς όμως να κάνει εκπτώσεις στα κυριαρχικά της δικαιώματα.

Το ζήτημα είναι ότι τα ελληνοτουρκικά μπορούν ανά πάσα στιγμή να μετατραπούν από διπλωματικό ζήτημα σε παράγοντα εσωτερικής πολιτικής πίεσης. Εάν η τουρκική προκλητικότητα κλιμακωθεί, η κυβέρνηση θα πρέπει να διαχειριστεί ταυτόχρονα την εξωτερική και την εσωτερική διάσταση μιας κρίσης.

Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα της κυβέρνησης. Δεν αντιμετωπίζει μία μόνο δυσκολία. Αντιμετωπίζει την ακρίβεια στο πορτοφόλι, την ενέργεια στην αντλία και στον λογαριασμό και τα ελληνοτουρκικά στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής. Και όλα αυτά σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση θέλει να διατηρήσει την πολιτική της δυναμική και να προετοιμαστεί χωρίς αναταράξεις για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι εάν υπάρχουν προβλήματα. Αυτά είναι ορατά. Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν οι παρεμβάσεις που ετοιμάζει το Μαξίμου θα αποδειχθούν αρκετές για να ανακόψουν την κοινωνική πίεση. Γιατί οι πολίτες δεν αξιολογούν τις κυβερνητικές ανακοινώσεις με βάση τα ποσά που γράφονται στα δελτία Τύπου. Τις αξιολογούν με βάση το πόσα πληρώνουν στο πρατήριο, στο σούπερ μάρκετ, στη θέρμανση και στο ρεύμα.

Και εάν παράλληλα προστεθεί ένα νέο κύμα έντασης στα ελληνοτουρκικά, τότε τα τρία μέτωπα μπορούν να μετατραπούν σε ένα ενιαίο πολιτικό τεστ για την κυβέρνηση.

Διαβάστε ακόμη: