Ένα νέο κεφάλαιο στο επενδυτικό story των ελληνικών τραπεζών ανοίγει η πρόσφατη περαιτέρω βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας, σε συνδυασμό με την αναβάθμιση της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς στις ανεπτυγμένες αγορές. Πρόκειται για δύο εξελίξεις που λειτουργούν παράλληλα και δημιουργούν ένα ευνοϊκότερο περιβάλλον τόσο για τη χρηματοδότηση των τραπεζών όσο και για την προσέλκυση νέων διεθνών κεφαλαίων στις μετοχές τους.
Η αναβάθμιση της Ελλάδας από τη Scope σε BBB+ από BBB, δηλαδή μία βαθμίδα πριν από την κατηγορία Α, και η αναθεώρηση από τη Moody’s των προοπτικών της χώρας σε θετικές από σταθερές, αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από αυξημένους γεωπολιτικούς κινδύνους, επίμονες πληθωριστικές πιέσεις και νέα αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής.
Για τις τράπεζες, η σημασία των αναβαθμίσεων δεν περιορίζεται στο συμβολικό σκέλος. Η υποχώρηση του country risk μπορεί να μεταφραστεί σε χαμηλότερο κόστος άντλησης κεφαλαίων, ευκολότερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και, σε δεύτερο χρόνο, σε νέες αναβαθμίσεις των ίδιων των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Ήδη η Moody’s αναθεώρησε σε θετικό από σταθερό το outlook των μακροπρόθεσμων καταθέσεων της Eurobank και της Εθνικής Τράπεζας, δείχνοντας προς ποια κατεύθυνση μπορεί να κινηθεί ο επόμενος κύκλος αξιολογήσεων.

Από το MREL στην αναχρηματοδότηση
Η χρονική συγκυρία είναι κρίσιμη. Οι ελληνικές τράπεζες έχουν πλέον ολοκληρώσει το μεγαλύτερο μέρος της προσπάθειας για την επίτευξη των απαιτούμενων δεικτών MREL και περνούν σε μια διαφορετική φάση: την ενεργή διαχείριση και σταδιακή αναχρηματοδότηση των υποχρεώσεών τους.
Ένα σημαντικό τμήμα των τίτλων που εκδόθηκαν τα προηγούμενα χρόνια βγήκε στην αγορά σε μια περίοδο πολύ ακριβότερου χρήματος. Οι τράπεζες δεν είχαν τότε μεγάλα περιθώρια αναμονής, καθώς έπρεπε να καλύψουν συγκεκριμένες εποπτικές απαιτήσεις έως τις αρχές του 2026. Τώρα η εξίσωση αλλάζει. Με τους στόχους να έχουν επιτευχθεί, το ζητούμενο δεν είναι πλέον απλώς η έκδοση MREL-eligible τίτλων, αλλά η μείωση του κόστους τους.
Αυτό σημαίνει ότι όλο και συχνότερα οι τράπεζες θα επιχειρούν να αντικαθιστούν παλαιότερα ομόλογα υψηλού κουπονιού με νέες εκδόσεις μεγαλύτερης διάρκειας και χαμηλότερου spread. Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτά ιδιαίτερη αξία κάθε νέα πιστοληπτική αναβάθμιση της χώρας και του τραπεζικού κλάδου.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη έξοδος της Alpha Bank, η οποία άντλησε 700 εκατ. ευρώ μέσω Senior Preferred ομολόγου. Οι προσφορές ξεπέρασαν στο αποκορύφωμά τους τα 2,9 δισ. ευρώ, επιτρέποντας στην τράπεζα να περιορίσει σημαντικά το κόστος της έκδοσης.
Η αρχική καθοδήγηση είχε τοποθετηθεί στις 115 μονάδες βάσης πάνω από το mid-swap, όμως το τελικό spread συμπιέστηκε στις 85 μονάδες βάσης, κατά 30 μονάδες χαμηλότερα, καταγράφοντας το χαμηλότερο spread που έχει επιτύχει η Alpha σε αντίστοιχη έκδοση.
Παράλληλα, η τράπεζα ξεκίνησε προσφορά επαναγοράς Senior Preferred τίτλων ύψους 500 εκατ. ευρώ, με λήξη το 2028. Η διπλή κίνηση αποτυπώνει τη στρατηγική που αναμένεται να ακολουθήσει συνολικά ο κλάδος: νέα έκδοση με καλύτερους όρους και παράλληλη διαχείριση ακριβότερων παλαιών υποχρεώσεων.

Από τα «σκουπίδια» μία ανάσα από το Α
Η απόσταση που έχει διανύσει ο τραπεζικός κλάδος στις αξιολογήσεις είναι μεγάλη. Μόλις στις αρχές του 2024, οι υψηλότερες πιστοληπτικές βαθμολογίες των ελληνικών τραπεζών κινούνταν μεταξύ BB+ και BBB-. Σήμερα το εύρος έχει μετακινηθεί μεταξύ BBB και BBB+. Οι τράπεζες έχουν δηλαδή εδραιώσει την παρουσία τους στην επενδυτική βαθμίδα και βρίσκονται πλέον, στις υψηλότερες αξιολογήσεις τους, ένα βήμα πριν από την κατηγορία Α.
Η αλλαγή αυτή διευρύνει και τη δεξαμενή των επενδυτών που μπορούν να τοποθετούνται στους τίτλους τους. Για θεσμικά χαρτοφυλάκια με αυστηρά επενδυτικά mandates, κάθε αναβάθμιση μπορεί να λειτουργήσει ως επιπλέον «διαβατήριο» συμμετοχής στις ελληνικές τραπεζικές εκδόσεις, αυξάνοντας τη ζήτηση και πιέζοντας τα spreads χαμηλότερα.
Και όσο μειώνεται το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών, τόσο δημιουργούνται μεγαλύτερα περιθώρια ώστε μέρος αυτής της βελτίωσης να περάσει σταδιακά και στην πραγματική οικονομία, μέσω ανταγωνιστικότερων όρων χρηματοδότησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Η δεύτερη αλλαγή: Νέοι επενδυτές στις τραπεζικές μετοχές
Την ίδια στιγμή, ένα δεύτερο rerating βρίσκεται σε εξέλιξη στο χρηματιστηριακό πεδίο. Η αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς στις ανεπτυγμένες αλλάζει τη σύνθεση της διεθνούς επενδυτικής βάσης που μπορεί να αποκτήσει έκθεση στις ελληνικές μετοχές, με τις τράπεζες να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή.
Αυτό ήταν εμφανές και στις επαφές των ελληνικών τραπεζικών διοικήσεων στο Financials CEO Conference της Bank of America στο Λονδίνο, στα μέσα της εβδομάδας. Ήδη από τα προκαταρκτικά roadshows, οι ελληνικές αποστολές είχαν επαφές με μεγάλα διεθνή επενδυτικά ονόματα μακροπρόθεσμου ορίζοντα, μεταξύ των οποίων BlackRock, Capital, Fidelity, Schroders, M&G και Norges.
Η μετάβαση της ελληνικής αγοράς στην κατηγορία των ανεπτυγμένων δημιουργεί σταδιακά τις προϋποθέσεις συμμετοχής των ελληνικών μετοχών σε ένα ευρύτερο οικοσύστημα διεθνών δεικτών, από το FTSE Developed μέχρι δείκτες της Dow Jones και της Stoxx. Ενδεικτικά, μόνον η συμμετοχή στον Stoxx Europe 600 και σε άλλους ευρωπαϊκούς δείκτες ανεπτυγμένων αγορών εκτιμάται ότι θα μπορούσε να προκαλέσει εισροές της τάξης του 1 δισ. ευρώ προς ελληνικές μετοχές, με τις τράπεζες να αναμένεται να απορροφήσουν σημαντικό τμήμα τους.
Ωστόσο, μεγαλύτερη σημασία από τις μηχανικές εισροές των passive funds έχει δυνητικά η προσέλκυση νέων ενεργών διαχειριστών. Πρόκειται για κεφάλαια τα οποία μέχρι σήμερα είτε δεν είχαν δυνατότητα είτε δεν είχαν επαρκές κίνητρο να εξετάσουν συστηματικά την ελληνική αγορά.

Το μεγάλο στοίχημα των δανείων
Στις συναντήσεις του Λονδίνου, πάντως, το ενδιαφέρον των επενδυτών δεν περιορίστηκε στις αναβαθρίσεις. Στο επίκεντρο βρέθηκε η δυνατότητα των ελληνικών τραπεζών να διατηρήσουν υψηλούς ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης και μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης. Το μήνυμα των διοικήσεων ήταν ότι η αύξηση των χορηγήσεων έχει πλέον ευρύτερη βάση και στηρίζεται στις επενδυτικές ανάγκες της οικονομίας και όχι αποκλειστικά στα δάνεια του ΤΑΑ.
Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες χορήγησαν 8,8 δισ. ευρώ νέων δανείων, ενώ οι αναβαθμισμένοι στόχοι τους οδηγούν σε καθαρή πιστωτική επέκταση 14-15 δισ. ευρώ στο σύνολο της χρονιάς. Για τα επόμενα χρόνια, οι εκτιμήσεις κινούνται σε ετήσιους ρυθμούς αύξησης των δανείων της τάξης του 8%-10%. Πρόκειται για κομβικό μέγεθος για το επενδυτικό story του κλάδου. Μεγαλύτεροι όγκοι χορηγήσεων μπορούν να αντισταθμίσουν πιέσεις στα spreads, ενώ δημιουργούν ταυτόχρονα πρόσθετα έσοδα από προμήθειες.
Η στροφή στις προμήθειες
Η διαφοροποίηση των εσόδων αποτέλεσε επίσης βασικό αντικείμενο των επαφών με τους ξένους επενδυτές. Μετά από μια περίοδο κατά την οποία η κερδοφορία στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην άνοδο των καθαρών εσόδων από τόκους, το ενδιαφέρον μεταφέρεται πλέον στην ικανότητα των τραπεζών να αυξήσουν τις επαναλαμβανόμενες μη επιτοκιακές πηγές εσόδων.
Corporate banking, investment banking, asset management και ασφαλιστικές δραστηριότητες αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα. Ο στόχος είναι τα έσοδα από προμήθειες να καλύπτουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος της συνολικής κερδοφορίας, μειώνοντας την εξάρτηση από τον επιτοκιακό κύκλο.
Παράλληλα, η νέα ανοδική κίνηση των επιτοκίων δημιουργεί πρόσθετα δεδομένα για τα καθαρά επιτοκιακά έσοδα. Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να εμφανίζουν διαφορά έναντι αρκετών ευρωπαϊκών ομίλων ως προς τα επιτοκιακά περιθώρια, ενώ στο μικροσκόπιο των επενδυτών παραμένουν τόσο το κόστος των καταθέσεων όσο και η ένταση του ανταγωνισμού στα spreads των επιχειρηματικών δανείων.

Μερίσματα και πλεονάζον κεφάλαιο
Ο τρίτος μεγάλος άξονας του επενδυτικού αφηγήματος είναι οι διανομές προς τους μετόχους. Με τα κεφαλαιακά αποθέματα να έχουν ενισχυθεί σημαντικά, οι ελληνικές τράπεζες έχουν πλέον μεγαλύτερη δυνατότητα να αυξάνουν τις διανομές κερδών, διατηρώντας παράλληλα επαρκή περιθώρια για ανάπτυξη και εξαγορές.
Το πλεονάζον κεφάλαιο μπορεί να κατευθυνθεί τόσο σε μερίσματα και επαναγορές μετοχών όσο και σε στοχευμένες συμφωνίες σε δραστηριότητες υψηλότερης απόδοσης, όπως το asset management και οι ασφαλιστικές εργασίες, εφόσον οι συναλλαγές δημιουργούν πρόσθετη αξία.
Έτσι, το επενδυτικό story των ελληνικών τραπεζών εισέρχεται σε διαφορετική φάση. Το ζητούμενο δεν είναι πλέον η εξυγίανση των ισολογισμών και η επιστροφή στην κανονικότητα, αλλά η τιμή με την οποία θα χρηματοδοτούνται, η ταχύτητα με την οποία θα αυξάνουν τα δάνεια και τις προμήθειές τους και το ποσοστό των κερδών που θα μπορούν να επιστρέφουν στους μετόχους.
Η περαιτέρω αναβάθμιση της χώρας και των τραπεζών, η είσοδος της ελληνικής αγοράς στο σύμπαν των developed markets και η διεύρυνση της διεθνούς επενδυτικής βάσης συνθέτουν, υπό αυτή την έννοια, την επόμενη δοκιμασία: κατά πόσο το ελληνικό banking story μπορεί να μετατραπεί από ιστορία ανάκαμψης σε μια περισσότερο μόνιμη επενδυτική επιλογή για τα μεγάλα διεθνή χαρτοφυλάκια.
Διαβάστε ακόμη:
- Μαξίμου: Σχέδιο για καύσιμα και πετρέλαιο θέρμανσης – Το βλέμμα στην ΕΕ και στις κάλπες
- Το «φλερτ» Αυλωνίτη με την Αριστερά και το τελεσίγραφο στον Ανδρουλάκη και το ΠΑΣΟΚ
- Το κόμμα Σαμαρά στήνεται, τα ψηφοδέλτια «κλειδώνουν» και το όνομα κρατιέται για το τέλος
- Ο Μπελέρης, ο «πρωτοκλασάτος» υπουργός και οι γκάφες του Ευρωβουλευτή