Στο κυβερνητικό παρασκήνιο επικρατεί έντονος αναβρασμός, καθώς οι πρόσφατες δηλώσεις του Φρέντι Μπελέρη για τον Ηλία Κασιδιάρη φαίνεται πως προκάλεσαν ισχυρές δονήσεις στο Μέγαρο Μαξίμου. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι υπήρξε μια διακριτική αλλά σαφώς αυστηρή σύσταση προς τον ευρωβουλευτή, προτρέποντάς τον να ζυγίζει με μεγαλύτερη προσοχή τις δημόσιες τοποθετήσεις του, ώστε να αποφεύγονται άσκοπες επικοινωνιακές εμπλοκές.
Ωστόσο, το ζήτημα διαθέτει μια βαθύτερη πολιτική ανάγνωση που αγγίζει τον σκληρό πυρήνα της κυβερνητικής στρατηγικής. Ένας πρωτοκλασάτος υπουργός της κυβέρνησης ήταν εκείνος που, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της περιόδου πριν από τις ευρωεκλογές, είχε εισηγηθεί με θέρμη την υποψηφιότητα Μπελέρη στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η κίνηση εκείνη είχε ερμηνευθεί τότε ως μια στοχευμένη προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας να ανακόψει τις διαρροές προς τα δεξιά της και να απευθυνθεί σε ένα πιο συντηρητικό, παραδοσιακό ακροατήριο.
Σήμερα, όμως, το σκηνικό έχει μεταβληθεί. Κάθε παρέμβαση του ευρωβουλευτή που προκαλεί εσωκομματικές τριβές και αμηχανία επαναφέρει με ένταση το θέμα στο κυβερνητικό τραπέζι.
Στα «γαλάζια πηγαδάκια» των διαδρόμων, το ερώτημα πλανάται αμείλικτο: όταν ένας πολιτικός σύμμαχος αρχίζει να χαράσσει τη δική του, αυτόνομη ατζέντα, ποιος καλείται τελικά να επωμιστεί το πολιτικό κόστος; Μπορεί η επιλογή να φάνταζε στρατηικά ορθή σε μια άλλη πολιτική συγκυρία, όμως στην πολιτική οι «λογαριασμοί» σπάνια μένουν απλήρωτοι και η ώρα της κρίσης έρχεται συχνά ετεροχρονισμένα, με το τίμημα να είναι βαρύτερο.