Ο Αλέξης Τσίπρας δεν άνοιξε απλώς ακόμη μία πολιτική αντιπαράθεση με την κυβέρνηση για την ακρίβεια. Με την παρέμβασή του για τα καύσιμα έβαλε στο τραπέζι ένα ζήτημα που αγγίζει ταυτόχρονα την τσέπη των πολιτών, τα δημόσια έσοδα, την ενεργειακή αγορά και –κυρίως– τη σχέση της κυβέρνησης με τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο σημείο για το Μέγαρο Μαξίμου.

Ο πρόεδρος της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης ζητά τέσσερις παρεμβάσεις: πλαφόν στα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων, έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών, μείωση του ΕΦΚ στο ελάχιστο επιτρεπόμενο επίπεδο και μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα. Παράλληλα, θέτει συγκεκριμένο στόχο τιμής, στα 1,40 ευρώ για το πετρέλαιο θέρμανσης και στα 1,80 ευρώ για το πετρέλαιο κίνησης. Με μία κίνηση, δηλαδή, μεταφέρει το βάρος της συζήτησης από το «πόση στήριξη μπορεί να δώσει το κράτος» στο «ποιος πληρώνει τον λογαριασμό της ακρίβειας».

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η πολιτική παγίδα. Η κυβέρνηση έχει ήδη αναγνωρίσει ότι χρειάζονται παρεμβάσεις στην αγορά καυσίμων. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει προαναγγείλει στήριξη για το πετρέλαιο θέρμανσης, με στόχο η τιμή να διαμορφωθεί κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο, ενώ έχει αφήσει ανοιχτό και το ενδεχόμενο επαναφοράς πλαφόν στα περιθώρια κέρδους.

Παράλληλα, έχει ανακοινωθεί συνέχιση της στήριξης στο ντίζελ μέσα στον Οκτώβριο. Το πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι ο Τσίπρας ανεβάζει τον πήχη πολύ ψηλότερα. Δεν ζητά απλώς κρατική επιδότηση. Ζητά να πληρώσουν περισσότερο οι ισχυροί της αγοράς. Δεν περιορίζεται σε μια επιδοματική πολιτική. Βάζει στο στόχαστρο τα περιθώρια κέρδους και τα υπερκέρδη των διυλιστηρίων. Και έτσι δημιουργεί ένα δίλημμα που είναι πολιτικά πολύ πιο σύνθετο.

Καύσιμα, πετρέλαιο θέρμανσης και ακρίβεια: Η ώρα της αλήθειας για την κυβέρνηση

Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση πρέπει να δείξει στους πολίτες ότι δεν παρακολουθεί παθητικά την εκτίναξη του κόστους ενέργειας. Από την άλλη, κάθε επιθετικότερη φορολογική ή ρυθμιστική παρέμβαση στους δύο μεγάλους ενεργειακούς ομίλους της χώρας, τη HelleniQ Energy και τη Motor Oil, θα συνιστούσε σαφώς πιο σκληρή επιλογή από αυτή της συνεννόησης και της εθελοντικής συμμετοχής τους στα μέτρα στήριξης. Ήδη τον Ιούλιο οι δύο όμιλοι είχαν συμφωνήσει να συνεισφέρουν συνολικά 40 εκατ. ευρώ σε παρέμβαση για τη μείωση των τιμών της βενζίνης και του ντίζελ.

Αυτό ακριβώς επιχειρεί να αλλάξει πολιτικά ο Τσίπρας. Το μήνυμα της αντιπολιτευτικής του πρότασης είναι ότι η κυβέρνηση δεν πρέπει να ζητά απλώς από τα διυλιστήρια να «βάλουν πλάτη», αλλά να χρησιμοποιήσει τη φορολογική και ρυθμιστική της ισχύ για να περιορίσει τα κέρδη τους όταν αυτά υπερβαίνουν συγκεκριμένα επίπεδα. Είναι μια ουσιαστική αλλαγή πολιτικής ατζέντας.

Και μπορεί να διαβαστεί ως στρατηγική επιλογή που φέρνει τον Κυριάκο Μητσοτάκη μπροστά σε μια δύσκολη ισορροπία: εάν απορρίψει συνολικά την πρόταση, η αντιπολίτευση θα μπορεί να υποστηρίζει ότι προστατεύει την υφιστάμενη λειτουργία της αγοράς και δεν επιθυμεί να συγκρουστεί με τους ισχυρούς παίκτες της ενεργειακής αγοράς. Εάν, αντίθετα, υιοθετήσει σημαντικό μέρος της πρότασης, θα έχει κάνει μια πολιτική μετατόπιση προς μια αυστηρότερη φορολογική και ρυθμιστική αντιμετώπιση των διυλιστηρίων.

Τσίπρας: Νέα πρόσωπα στη βιτρίνα, έμπειρα στελέχη στο παρασκήνιο – Η διπλή στρατηγική της ΕΛ.Α.Σ.

Και αυτό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο ο Τσίπρας επιχειρεί να τον πιέσει. Θα έρθει η κυβέρνηση σε σύγκρουση με μεγάλες επιχειρηματικές οικογένειες που έτσι κι αλλιώς έχουν εκφράσει κατά καιρούς τις διαφωνίες τους για την πολιτική που ακολουθεί η ΝΔ;

Ακόμη πιο δύσκολο είναι το ζήτημα του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι μια σημαντική μείωση του ΕΦΚ έχει δημοσιονομικό κόστος και ότι απαιτείται ευρωπαϊκή αντιμετώπιση ως προς το πλαίσιο των έκτακτων δαπανών. Ο Μητσοτάκης έχει δηλώσει ότι εφόσον υπήρχε η απαιτούμενη ευρωπαϊκή ευελιξία, θα μπορούσε να προχωρήσει σε προσωρινή μείωση του φόρου.

Ο Τσίπρας όμως επιχειρεί να μετατρέψει αυτή τη συζήτηση σε πολιτικό τεστ. «Αφού υπάρχει εργαλείο, γιατί δεν το χρησιμοποιείτε;» είναι ουσιαστικά το ερώτημα που θέτει. Και όσο οι τιμές των καυσίμων παραμένουν ψηλά, τόσο δυσκολότερο γίνεται για την κυβέρνηση να απαντήσει μόνο με δημοσιονομικά επιχειρήματα. Η κοινωνική πίεση λειτουργεί διαφορετικά.

Υπάρχει και μια ευρύτερη διάσταση. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια ένα μοντέλο σχέσεων με την επιχειρηματική κοινότητα που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη συνεργασία κράτους και αγοράς. Η ενεργειακή κρίση, όμως, δημιουργεί συνθήκες στις οποίες αυτή η ισορροπία δοκιμάζεται. Όταν η κυβέρνηση ζητά από τις μεγάλες επιχειρήσεις να συμβάλουν στην αποκλιμάκωση των τιμών, μιλά τη γλώσσα της συνεννόησης.

Όταν η αντιπολίτευση ζητά έκτακτη φορολόηση υπερκερδών και πλαφόν στα περιθώρια κέρδους, μεταφέρει τη συζήτηση στη γλώσσα της σύγκρουσης. Αυτό είναι το πολιτικό παιχνίδι που επιχειρεί να παίξει ο Τσίπρας. Δεν χρειάζεται καν να αποδείξει ότι η κυβέρνηση θα συγκρουστεί ή δεν θα συγκρουστεί με συγκεκριμένες επιχειρηματικές οικογένειες. Αρκεί να την υποχρεώσει να τοποθετηθεί. Και κάθε επιλογή έχει πολιτικό κόστος.

Ξαναζεσταίνεται η υπόθεση των ΕΛΠΕ - Ένας εγχώριος εισηγμένος όμιλος, ένας ευρωπαϊκός και ένα γκρουπ αραβικών συμφερόντων έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον -  Στο κάδρο και έλληνας επιχειρηματίας - Δεν είναι αρνητικοί Κυβέρνηση και Οικογένεια Λάτση στη διάθεση ενός ποσοστού

Εάν το Μαξίμου προχωρήσει σε έκτακτη φορολόηση των υπερκερδών, θα πρέπει να εξηγήσει γιατί μέχρι σήμερα επέλεγε διαφορετικό μοντέλο παρέμβασης και πώς θα διαμορφωθεί η νέα σχέση κράτους και ενεργειακών ομίλων. Εάν δεν προχωρήσει, ο Τσίπρας θα έχει ένα πολύ εύκολο πολιτικό επιχείρημα: ότι η κυβέρνηση προτιμά να χρηματοδοτεί την αντιμετώπιση της ακρίβειας από τον κρατικό προϋπολογισμό αντί να αναζητήσει μεγαλύτερη συμμετοχή από τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην αγορά.

Και εάν μειώσει τον ΕΦΚ, θα πρέπει να αντιμετωπίσει το δημοσιονομικό κόστος. Εάν δεν τον μειώσει, θα συνεχίσει να δέχεται την πίεση για το γιατί δεν χρησιμοποιεί ένα εργαλείο που η αντιπολίτευση χαρακτηρίζει άμεσα διαθέσιμο. Αυτό είναι το πολιτικό «στρίμωγμα».

Η πραγματική σημασία της σύγκρουσης, επομένως, ξεπερνά την τιμή του πετρελαίου θέρμανσης. Πίσω από τα 1,40 ή τα 1,80 ευρώ υπάρχει μια μεγαλύτερη πολιτική συζήτηση: ποιος θα σηκώσει το κόστος της ενεργειακής κρίσης; Ο καταναλωτής; Ο κρατικός προϋπολογισμός; Ή οι επιχειρήσεις της ενεργειακής αγοράς που εμφανίζουν υψηλή κερδοφορία;

Ο Τσίπρας έχει επιλέξει να δώσει συγκεκριμένη απάντηση: μεγαλύτερο βάρος στις επιχειρήσεις και μικρότερο στην κοινωνία. Η κυβέρνηση καλείται τώρα να δώσει τη δική της. Και εδώ βρίσκεται η στρατηγική αξία της κίνησης του πρώην πρωθυπουργού. Ανεξάρτητα από το εάν τελικά οι προτάσεις του θα υιοθετηθούν ή όχι, έχει καταφέρει να μεταφέρει τη συζήτηση σε ένα πεδίο όπου το Μαξίμου δεν μπορεί να απαντήσει μόνο με επιδόματα και δημοσιονομικούς περιορισμούς.

Motor Oil: Αποκτά το 60% της ENACT και επεκτείνεται στην κυκλική οικονομία

Το ερώτημα πλέον είναι πολύ πιο σκληρό: Πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να πάει η κυβέρνηση για να μειώσει τις τιμές στην αντλία και πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να συγκρουστεί με τους ισχυρούς της ενεργειακής αγοράς; Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό στοίχημα που βάζει ο Τσίπρας στον Μητσοτάκη.

Και, για πρώτη φορά σε αυτή τη νέα φάση της ενεργειακής κρίσης, το δίλημμα δεν είναι απλώς «μέτρα ή όχι μέτρα». Είναι αγορά ή κρατική παρέμβαση, συνεννόηση ή σύγκρουση, κρατικός προϋπολογισμός ή μεγαλύτερη επιβάρυνση των ισχυρών της αγοράς. Με τον Τσίπρα να επιχειρεί να υποχρεώσει τον πρωθυπουργό να διαλέξει πλευρά.

Υ.Γ.: Προφανώς το «μάρμαρο» του τακτικισμού του Τσίπρα το πληρώνει ο κόσμος που περιμένει τα μέτρα στήριξης για τα καύσιμα και το πετρέλαιο και μέτρα δεν βλέπει…

Διαβάστε ακόμη: