Σήμα κινδύνου για τις επιπτώσεις της νέας ενεργειακής κρίσης στην παραγωγή, τις εξαγωγές και την ανταγωνιστικότητα εκπέμπει η ελληνική βιομηχανία, καθώς η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου και η αβεβαιότητα γύρω από τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης ενόψει του χειμώνα επαναφέρουν στο προσκήνιο τον κίνδυνο ενός νέου ισχυρού κύματος ανατιμήσεων στην ηλεκτρική ενέργεια.

Στην πρώτη γραμμή βρίσκονται περισσότερες από 700 ελληνικές μεταποιητικές επιχειρήσεις έντασης ενέργειας, οι οποίες καλούνται να απορροφήσουν ένα ολοένα μεγαλύτερο ενεργειακό κόστος, την ώρα που ανταγωνιστές τους σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη αποκτήσει πρόσβαση σε μηχανισμούς προστασίας και στήριξης.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς δεν αφορά μόνο τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων. Αγγίζει συνολικά την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής παραγωγής, τις εξαγωγές, τις επενδύσεις και τελικά την απασχόληση, καθώς οι ενεργοβόρες βιομηχανίες αποτελούν σημαντικό τμήμα της εγχώριας μεταποίησης.

Σύμφωνα με κοινή παρέμβαση βιομηχανικών συνδέσμων, το ζητούμενο πλέον είναι η Ελλάδα να κινηθεί γρήγορα, αξιοποιώντας τα ευρωπαϊκά εργαλεία που έχουν ήδη ενεργοποιηθεί σε άλλες χώρες, προτού η διαφορά στο ενεργειακό κόστος μετατραπεί σε μόνιμο ανταγωνιστικό μειονέκτημα.

Ήδη Γερμανία, Ιταλία, Βουλγαρία, Σλοβενία, Αυστρία και Ιρλανδία συγκαταλέγονται στα κράτη-μέλη που χρησιμοποιούν τα νέα ευρωπαϊκά εργαλεία για τη θωράκιση της βιομηχανικής τους βάσης. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει την πίεση προς την ελληνική κυβέρνηση, καθώς οι εγχώριες επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι δεν μπορούν να ανταγωνιστούν επί ίσοις όροις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ίδια ευρωπαϊκή αγορά αλλά έχουν διαφορετικό επίπεδο προστασίας απέναντι στο ενεργειακό κόστος.

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο στηρίζεται σε δύο άξονες. Ο πρώτος αφορά την άμεση αντιστάθμιση μέρους της επιβάρυνσης από τις αυξημένες τιμές ενέργειας και ο δεύτερος τη χρηματοδότηση επενδύσεων που μπορούν να μειώσουν μόνιμα το ενεργειακό κόστος των επιχειρήσεων.

Η ελληνική βιομηχανία ξεκαθαρίζει ότι τάσσεται υπέρ των επενδύσεων σε αποθήκευση ενέργειας, αυτοκατανάλωση, εξηλεκτρισμό, ενεργειακή αποδοτικότητα και αναβάθμιση των δικτύων. Επισημαίνει, ωστόσο, ότι πρόκειται για επενδύσεις που απαιτούν χρόνο μέχρι να αποδώσουν, ενώ το πρόβλημα των υψηλών τιμών είναι ήδη παρόν και επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής.

Για τον λόγο αυτό οι βιομηχανικοί φορείς ζητούν την άμεση ενεργοποίηση του CISAF, όπως βελτιώθηκε από το METSAF, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα μεταβατικό δίχτυ προστασίας απέναντι στις συνέπειες της κρίσης στη Μέση Ανατολή και στη νέα άνοδο του ενεργειακού κόστους.

Η πρόταση προβλέπει ουσιαστικά μια τριετή ενεργειακή «ασπίδα» για περισσότερες από 700 ενεργοβόρες μεταποιητικές επιχειρήσεις, ώστε να αποκτήσουν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα ως προς το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και να περιοριστεί η έκθεσή τους στις ακραίες διακυμάνσεις της αγοράς.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η προτεινόμενη στήριξη δεν θα λειτουργεί μόνο ως επιδότηση του σημερινού κόστους. Σύμφωνα με την πρόταση, το 50% της ενίσχυσης θα πρέπει να επανεπενδύεται από τις επιχειρήσεις σε έργα αποθήκευσης και ευελιξίας, ενεργειακής αποδοτικότητας, εξηλεκτρισμού και απανθρακοποίησης της παραγωγής.

Με αυτόν τον τρόπο επιχειρείται να δημιουργηθεί μια «γέφυρα» ανάμεσα στην άμεση ανάγκη προστασίας της παραγωγής και στον μακροπρόθεσμο στόχο της ενεργειακής μετάβασης. Οι επιχειρήσεις θα αποκτούν ανάσα απέναντι στις σημερινές τιμές, αλλά ταυτόχρονα θα δεσμεύονται να κατευθύνουν σημαντικό μέρος της στήριξης σε επενδύσεις που θα μειώνουν σταδιακά την εξάρτησή τους από το υψηλό ενεργειακό κόστος.

Οι βιομηχανικοί σύνδεσμοι απορρίπτουν παράλληλα την εκτίμηση ότι πρόκειται για αίτημα προνομιακής μεταχείρισης. Όπως επισημαίνουν, το βασικό ζητούμενο είναι η αποκατάσταση ίσων όρων ανταγωνισμού με τις επιχειρήσεις άλλων ευρωπαϊκών χωρών, οι οποίες έχουν ήδη πρόσβαση σε αντίστοιχα μέτρα.

Το διακύβευμα είναι ιδιαίτερα υψηλό. Μια παρατεταμένη περίοδος ακριβής ενέργειας θα μπορούσε να συμπιέσει περαιτέρω τα περιθώρια της μεταποίησης, να περιορίσει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές και να επιβραδύνει επενδυτικά σχέδια, ακριβώς την περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή βιομηχανία επιχειρεί να χρηματοδοτήσει την πράσινη και τεχνολογική της μετάβαση.

Το μήνυμα της βιομηχανίας προς την κυβέρνηση είναι, συνεπώς, ότι ο χρόνος πιέζει. Οι φορείς θεωρούν ότι δεν απαιτούνται νέοι ή σύνθετοι μηχανισμοί, αλλά η άμεση αξιοποίηση των εργαλείων που προσφέρει ήδη το ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Η εφαρμογή των CISAF/METSAF παρουσιάζεται έτσι ως η αναγκαία «γέφυρα» για την επόμενη τριετία: ένα προσωρινό δίχτυ απέναντι στην ενεργειακή κρίση που θα επιτρέψει στις ελληνικές βιομηχανίες να διατηρήσουν παραγωγή, εξαγωγές και θέσεις εργασίας, ενώ παράλληλα θα συνεχίσουν τις επενδύσεις που απαιτούνται για να περάσουν σε ένα μοντέλο χαμηλότερου και περισσότερο προβλέψιμου ενεργειακού κόστους.

Διαβάστε ακόμη: