Δεν υπήρχε τρεχούμενο νερό, ηλεκτρικό ρεύμα ή κάποια από τις ανέσεις που σήμερα θεωρούνται αυτονόητες σε ένα τουριστικό κατάλυμα. Υπήρχαν μόνο μερικές καλύβες και σκηνές, μια αμμώδης παραλία στη Μαγιόρκα και η υπόσχεση ότι οι επισκέπτες θα μπορούσαν, έστω για λίγες ημέρες, να αφήσουν πίσω τους την καθημερινότητα.
Από αυτό το αυτοσχέδιο παραθεριστικό χωριό γεννήθηκε το Club Méditerranée, γνωστό σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο ως Club Med. Η επιχείρηση που το 2025 κατέγραψε όγκο δραστηριότητας 2,22 δισ. ευρώ άρχισε ως ένα μεταπολεμικό κοινωνικό πείραμα, με κοινά γεύματα, αθλητικές δραστηριότητες και διακοπές σε προσιτές τιμές.
Όπως αφηγείται το BBC, πίσω από την ιδέα βρισκόταν ο Gérard Blitz, ένας Βέλγος επιχειρηματίας και πρώην παίκτης του πόλο. Στόχος του ήταν να προσφέρει στους Ευρωπαίους, λίγα χρόνια μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έναν χώρο όπου θα μπορούσαν να ξαναβρούν την ανεμελιά, την κοινωνικότητα και την αίσθηση ελευθερίας.
Η αγγελία που οδήγησε στη Μαγιόρκα
Μία από τους πρώτους εργαζομένους του εγχειρήματος ήταν η Thérèse Bécret. Είχε μόλις αποφοιτήσει από σχολή διοίκησης επιχειρήσεων, αλλά δεν ήθελε να ακολουθήσει μια συμβατική καριέρα σε τράπεζα ή γραφείο. Όταν είδε σε εφημερίδα αγγελία για τη θέση γραμματέως σε έναν νέο οργανισμό αναψυχής στη Μαγιόρκα, αποφάσισε να ταξιδέψει στο νησί.
Λίγο αργότερα κάλεσε και τον αρραβωνιαστικό της, Jean-Pierre, ο οποίος έμελλε να παραμείνει στο Club Med για περισσότερα από 40 χρόνια. Ο γιος τους, Pierre-Xavier Bécret, περιέγραψε στο BBC ένα σχεδόν άδειο τοπίο: λίγες καλύβες, καθόλου τρεχούμενο νερό και μια παραλία πάνω στην οποία έπρεπε να στηθεί από το μηδέν μια νέα μορφή διακοπών.
Ο Blitz δεν ήταν ο πρώτος που σκέφθηκε ένα πακέτο διακοπών με ενιαία τιμή. Οι βρετανικές Butlins και Pontins λειτουργούσαν παραθεριστικές κατασκηνώσεις ήδη από τη δεκαετία του 1930. Εκείνο που διαφοροποίησε το Club Med ήταν ο συνδυασμός χαμηλού κόστους, ηλιοφάνειας, αθλητισμού και εξωτικών, για τα δεδομένα της εποχής, μεσογειακών προορισμών
Διακοπές χωρίς κοινωνικές διακρίσεις
Στα πρώτα χωριά του Club Med οι επισκέπτες περνούσαν σχεδόν όλη την ημέρα με μαγιό. Η απουσία επίσημου ενδυματολογικού κώδικα και πολυτελών εγκαταστάσεων λειτουργούσε ως ένας παράξενος κοινωνικός εξισωτής: η επαγγελματική θέση και η οικονομική επιφάνεια του καθενός έμεναν έξω από την παραλία.
Μία από τις ιστορίες που διασώθηκαν από εκείνη την εποχή αφορά δύο παραθεριστές που ανακάλυψαν τυχαία ότι εργάζονταν και οι δύο στη Renault. Ο ένας ήταν ανώτατο στέλεχος και ο άλλος εργάτης στο εργοστάσιο. Μέχρι τότε κανείς από τους δύο δεν είχε αντιληφθεί την κοινωνική απόσταση που τους χώριζε στην κανονική τους ζωή.
Οι ίδιοι οι πελάτες συμμετείχαν, ορισμένες φορές, και στις δουλειές του χωριού. Όταν χάλασε η μηχανή καθαρισμού πατατών, ο Jean-Pierre ζήτησε εθελοντές για να βοηθήσουν, διαφορετικά δεν θα υπήρχε μεσημεριανό. Η αγγαρεία μετατράπηκε σε αυτοσχέδια γιορτή, με μουσική, τραγούδι και ποτά – και παράλληλα σε έναν αποτελεσματικό τρόπο να γνωριστούν μεταξύ τους οι παραθεριστές.
Το πρώτο «νόμισμα» των διακοπών
Από τις πρακτικές ανάγκες των πρώτων χωριών προέκυψε και μία από τις χαρακτηριστικότερες καινοτομίες του Club Med. Επειδή τα μαγιό δεν είχαν τσέπες και οι επισκέπτες δεν ήθελαν να μεταφέρουν χρήματα στην παραλία, δημιουργήθηκαν περιδέραια με χρωματιστές χάντρες. Κάθε χάντρα αντιστοιχούσε σε συγκεκριμένη αξία και μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την αγορά ποτών ή άλλων υπηρεσιών
Το σύστημα, που κατοχυρώθηκε τη δεκαετία του 1950, αποτέλεσε μια πρώιμη μορφή ανέπαφων συναλλαγών. Τα περιδέραια αντικαταστάθηκαν αργότερα από ψηφιακά βραχιόλια, τα οποία χρησιμοποιούνται πλέον για πληρωμές, πρόσβαση στα δωμάτια και άνοιγμα των χώρων φύλαξης εξοπλισμού.
Το Club Med διεύρυνε σταδιακά το μοντέλο του. Άνοιξε το πρώτο χειμερινό θέρετρο στις ελβετικές Άλπεις το 1956, εισήγαγε το μοντέλο του μπουφέ τη δεκαετία του 1960 και δημιούργησε το Mini Club για παιδιά το 1967, δίνοντας στους γονείς τη δυνατότητα να ξεκουράζονται χωρίς να οργανώνουν κάθε λεπτό των οικογενειακών διακοπών.
Από την απλότητα στην πολυτέλεια
Η μεγάλη ειρωνεία είναι ότι μια ιδέα που γεννήθηκε σχεδόν ως άρνηση της πολυτέλειας εξελίχθηκε σε premium τουριστικό προϊόν. Από το 2004 η εταιρεία στράφηκε συστηματικά προς την υψηλότερη κατηγορία της αγοράς, ανακαινίζοντας ή κλείνοντας παλαιότερες μονάδες και επενδύοντας σε πολυτελή καταλύματα. Από το 2015 ανήκει στον κινεζικό όμιλο Fosun.
Σύμφωνα με τα οικονομικά αποτελέσματα της εταιρείας, το Club Med υποδέχθηκε περισσότερους από 1,4 εκατ. πελάτες το 2025, με μέση πληρότητα 75,8% και μέση ημερήσια τιμή δωματίου 241 ευρώ. Διαθέτει 61 premium θέρετρα σε 25 χώρες και σχεδιάζει έως το 2035 να φτάσει τα 100, εξυπηρετώντας 2,6 εκατ. επισκέπτες τον χρόνο.
Εβδομήντα έξι χρόνια μετά τη Μαγιόρκα, οι καλύβες χωρίς νερό έχουν δώσει τη θέση τους σε ιδιωτικές βίλες, υπηρεσίες concierge και πολυτελή χιονοδρομικά θέρετρα. Η βασική εμπορική υπόσχεση, ωστόσο, παραμένει η ίδια: ο πελάτης πληρώνει μία φορά, αφήνει στην άκρη το πορτοφόλι και κάποιος άλλος αναλαμβάνει να οργανώσει τις διακοπές του.
Διαβάστε ακόμη:
- Στον Rolly van Rappard, συνιδρυτή του CVC, ανήκε το σκάφος που έξυσε τον Ισθμό
- Φοροδιαφυγή: 320.000 καταγγελίες στην ΑΑΔΕ – Σε ποιες περιοχές εντοπίζεται το «σαφάρι»
- Στα 1,65 δισ. λίρες και επίσημα η αγορά του 30% της Λίβερπουλ από τον Τζεφ Μπέζος
- Η Σαμπαλένκα εξομολογείται στο «TIME»: Ο γάμος στην Ελλάδα και η μάχη με την κατάθλιψη
