Η Ελλάδα κατάφερε να ξεπεράσει το σοκ της βαθιάς οικονομικής κρίσης και να ανακτήσει την αξιοπιστία της τόσο στις ευρωπαϊκές αγορές όσο και στη διεθνή κοινότητα, επεσήμανε σε πρόσφατη ομιλία του ο Διοικητής της ΤτΕ κ. Γιάννης Στουρνάρας.

Ειδικότερα, η πορεία της δημοσιονομικής εξυγίανσης, σε συνδυασμό με στοχευμένες μεταρρυθμίσεις, έχει μετατρέψει τη χώρα σε παράδειγμα επιτυχημένης προσαρμογής και ανθεκτικότητας.

Παράλληλα, η απόδοση των ελληνικών ομολόγων έχει πλέον συγκλίνει με εκείνη πολλών κρατών της ευρωζώνης, ενώ οι άμεσες ξένες επενδύσεις πραγματοποιούνται με ρυθμούς σημαντικά υψηλότερους από το παρελθόν. Το δημόσιο χρέος υποχωρεί με ταχύτητα ως ποσοστό του ΑΕΠ και ο τραπεζικός τομέας έχει επιστρέψει σε πορεία σταθερότητας, δημιουργώντας στέρεες βάσεις για την περαιτέρω ανάπτυξή του.

Σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, η τρέχουσα δυναμική της οικονομίας δεν οφείλεται σε προσωρινά μέτρα τόνωσης, αλλά σε στέρεες βάσεις: σταθερά δημόσια οικονομικά, αυξημένη κατανάλωση, σημαντική άνοδο των επενδύσεων, ενισχυμένη από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF), καθώς και ισχυρές επιδόσεις, ιδιαίτερα στον τουρισμό, στις μεταφορές και στις ψηφιακές υπηρεσίες.

Η αγορά εργασίας έχει ενισχυθεί θεαματικά, με την ανεργία να υποχωρεί σε μονοψήφιο ποσοστό για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, το εισόδημα των νοικοκυριών παρουσιάζει σημαντική βελτίωση και οι δείκτες φτώχειας και ανισότητας μειώνονται, δείχνοντας ότι η ανάπτυξη έχει πλέον ουσιαστικό κοινωνικό αποτύπωμα.

Καθοριστικός παράγοντας για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης προς την ελληνική οικονομία υπήρξε η υπεύθυνη δημοσιονομική πολιτική των τελευταίων ετών. Η Ελλάδα επιτυγχάνει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, αξιοποιώντας τις βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και τα μέτρα για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, αντί να στηρίζεται μόνο στην αυστηρή λιτότητα.

Η σταθερή μείωση του δημόσιου χρέους, σε συνδυασμό με τους ευνοϊκούς όρους δανεισμού, έχει ενισχύσει την επενδυτική εικόνα της χώρας. Οι αναβαθμίσεις από διεθνείς οίκους αξιολόγησης επιβεβαιώνουν τη βελτίωση αυτή και έχουν διευκολύνει την προσέλκυση νέων κεφαλαίων.

Ε.Β.Ε.Π.: Να μην παραπατήσει η ελληνική οικονομία στο τελευταίο σκαλοπάτι

Οι προκλήσεις μπροστά

Από κει και πέρα, το εξωτερικό περιβάλλον παραμένει γεμάτο προκλήσεις. Γεωπολιτικές εντάσεις, κλιματικοί κίνδυνοι, αβεβαιότητες στις αγορές ενέργειας και ο διεθνής οικονομικός κατακερματισμός αποτελούν σημαντικές απειλές.

Στο εσωτερικό, παραμένουν ανοικτά ζητήματα, όπως το υψηλό ιδιωτικό χρέος, το χαμηλό κεφαλαιακό απόθεμα, οι δημογραφικές πιέσεις, η περιορισμένη συμμετοχή των γυναικών και των νέων στην αγορά εργασίας και η αργή απονομή της δικαιοσύνης. Παράλληλα, το υψηλό κόστος της στέγασης επιβαρύνει ολοένα περισσότερο τα νοικοκυριά.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο στόχος της χώρας δεν είναι απλώς η συνέχιση της ανάκαμψης, αλλά η επιτάχυνση της πορείας προς τη μακροχρόνια σύγκλιση. Αυτό απαιτεί, σύμφωνα με την ΤτΕ, κάλυψη του επενδυτικού κενού και σταθερή άνοδο της παραγωγικότητας, μέσα από την καλύτερη αξιοποίηση εγχώριων πόρων, ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων και άμεσων ξένων επενδύσεων, ειδικά σε τομείς διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών.

Παράλληλα, η οικονομική σταθερότητα πρέπει να παραμείνει αδιαπραγμάτευτη. Η ταχύτερη μείωση του δημόσιου χρέους και η πλήρης συμμόρφωση με τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ θα ενισχύσουν περαιτέρω την αξιοπιστία της χώρας. Η δημοσιονομική πολιτική οφείλει να γίνει πιο αναπτυξιακή, δίνοντας προτεραιότητα σε νέες επενδύσεις, στην εκπαίδευση, στην καινοτομία και στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος.

Ο κ. Στουρνάρας υπογραμμίζει ότι, ως ώριμο πλέον μέλος της ευρωζώνης, η Ελλάδα μπορεί να εκμεταλλευθεί προς όφελός της το θετικό κλίμα. Η βελτιωμένη εικόνα της οικονομίας, οι αναβαθμίσεις των διεθνών οίκων αξιολόγησης, σε συνδυασμό με τις δηλώσεις ευρωπαίων αξιωματούχων που αναγνωρίζουν την πρόοδο της χώρας, ενισχύουν το κύρος της.

Αυτό το περιβάλλον δημιουργεί ένα σύνολο ευκαιριών για νέες επενδύσεις και για την αξιοποίηση των κεφαλαίων που προέρχονται από την Ευρώπη.

Κρίσιμος παράγοντας για την περαιτέρω σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι η ενίσχυση των επενδύσεων, ιδιαίτερα σε τομείς που αυξάνουν την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Η συνύπαρξη δημοσιονομικής σταθερότητας, αναβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας και ενισχυμένων ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ελκυστικό περιβάλλον για τέτοιες στρατηγικές τοποθετήσεις.

Ελληνική οικονομία: Οι υψηλές επιδόσεις – Οι προκλήσεις – Οι κίνδυνοι • Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, και η ευκαιρία για περαιτέρω βελτίωση των επιδόσεων της ελληνικής οικονομίας σε ένα δύσκολο διεθνές περιβάλλον

Οι μακροοικονομικές προβλέψεις

Στο πλαίσιο αυτό, οι προβλέψεις της κυβέρνησης για την πορεία της ελληνικής οικονομίας τα επόμενα χρόνια προκαλούν κάποιο προβληματισμό, με την έννοια ότι διατηρείται μεν η αναπτυξιακή δυναμική, αλλά επιβραδύνεται ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ. Πιο συγκεκριμένα, το πραγματικό ΑΕΠ στην Ελλάδα το 2026 προβλέπεται να αυξηθεί κατά 2,4% σε ετήσια βάση, σηματοδοτώντας το έκτο διαδοχικό έτος με ρυθμό ανάπτυξης άνω του 2,0%.

Εν μέσω σταδιακής ολοκλήρωσης του Προγράμματος «Ελλάδα 2.0», οι αυξημένοι πόροι και η περαιτέρω ωρίμανση των έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αναμένεται να ενισχύσουν την επενδυτική δραστηριότητα, και ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου προβλέπεται να αυξηθεί κατά 10,2%, έναντι 5,7% το 2025.

Από το 2027 και μετά, ωστόσο, αρχίζει η επιβράδυνση. Βεβαίως, όπως σημειώνει το ΥΠΕΘΟ στο Πολυετές Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026-2029, η ελληνική οικονομία μεσοπρόθεσμα αναμένεται να διατηρήσει τη θετική δυναμική της και να συνεχίσει να μεγεθύνεται, παρά το ασταθές εξωτερικό περιβάλλον, τις μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές συνθήκες και την ενίσχυση του προστατευτισμού σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η δυναμική αυτή βασίζεται στα υγιή δημόσια οικονομικά, στη συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και στην προώθηση παραγωγικών επενδύσεων στην πράσινη οικονομία και στην ψηφιακή μετάβαση, ενισχύοντας περαιτέρω τη δυνητική ανάπτυξη.

Το ζήτημα όμως είναι ότι ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ επιβραδύνεται. Έτσι, το 2027, ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, με βάση τα δημοσιονομικά μέτρα που έχουν εφαρμοστεί ή ανακοινωθεί έως σήμερα και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη πιθανές νέες παρεμβάσεις, αναμένεται να διαμορφωθεί σε 1,7%, παραμένοντας πάντως υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που προβλέπεται στο 1,4% σύμφωνα με τις φθινοπωρινές προβλέψεις της ΕΕ, παρόλο που ολοκληρώνεται το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Αυτό αποτελεί σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα αφενός του θετικού αντίκτυπου των μόνιμων δημοσιονομικών μέτρων της κυβέρνησης για την ενίσχυση των εισοδημάτων, αφετέρου της συνεχιζόμενης θετικής επίδρασης των επενδύσεων, οι οποίες θα εξακολουθήσουν να αυξάνονται κατά 4,1% έναντι του 2026.

Το ΑΠΔΕ αναμένεται να συμβάλλει στην επίτευξη της ανωτέρω πρόβλεψης, ανερχόμενο συνολικά (εθνικό και συγχρηματοδοτούμενο σκέλος) σε 9,95 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 450 εκατ. ευρώ ή 4,7% σε σχέση με το 2026.

Την περίοδο 2028-2029, ο μέσος όρος μεγέθυνσης του ΑΕΠ αναμένεται να διαμορφωθεί σε 1,5%. Η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης το 2028 προβλέπεται σε 1,4% και το 2029 σε 1,2%, ενώ των επενδύσεων σε 0,9% και 0,8%, αντίστοιχα.

Το 2029, το ΑΠΔΕ (εθνικό και συγχρηματοδοτούμενο σκέλος) αναμένεται να ανέλθει στα 11,75 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 23,7% σε σχέση με το 2026 και κατά 9,3% σε σχέση με το 2028. Οι αυξημένοι πόροι του ΑΠΔΕ αναμένεται να συνεχίσουν να συμβάλλουν στην αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας, η οποία θα αξιοποιεί και μετά το 2026 τα αποτελέσματα των μεταρρυθμίσεων που έχουν υλοποιηθεί και χρηματοδοτηθεί από το ΤΑΑ.

Ταμείο ανάκαμψης

Τα διαρθρωτικά εμπόδια

Την ίδια ώρα, η ελληνική οικονομία βρίσκεται ακόμη αντιμέτωπη με σοβαρούς διαρθρωτικούς περιορισμούς. Πρώτον, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (ΙΤΣ) είναι διαχρονικά ελλειμματικό ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η κύρια αιτία είναι η χαμηλή παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας, καθώς η ανάπτυξη στηρίζεται κυρίως στην εγχώρια κατανάλωση, η οποία τροφοδοτείται σε σημαντικό βαθμό από εισαγωγές.

Παράλληλα, το εισαγωγικό περιεχόμενο των εξαγωγών και των επενδυτικών δαπανών παραμένει υψηλό. Το 2024, το έλλειμμα του ΙΤΣ ως προς το Ονομαστικό ΑΕΠ επιδεινώθηκε ελαφρώς, διαμορφούμενο σε 7,16% έναντι 6,8% το 2023.

Η εξέλιξη αυτή αντανακλά την άνοδο των εισαγωγών αγαθών, τη σχεδόν ισοδύναμη μείωση των εξαγωγών, καθώς και την επιβάρυνση από το ισοζύγιο πρωτογενών εισοδημάτων. Οι επιπτώσεις αυτές περιορίστηκαν εν μέρει από την αύξηση των εισπράξεων από ταξιδιωτικές υπηρεσίες και τη βελτίωση του ισοζυγίου δευτερογενών εισοδημάτων.

Το έλλειμμα αυτό εξακολουθεί να υπερβαίνει το ενδεικτικό όριο της Διαδικασίας Μακροοικονομικών Ανισορροπιών (-4% έως +6% του ΑΕΠ), με τον μέσο όρο τριετίας να ανέρχεται στο -8,24%.

Η κύρια αιτία παραμένει το υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου αγαθών. Αντίθετα, το ισοζύγιο υπηρεσιών, κυρίως λόγω του τουρισμού και δευτερευόντως των θαλάσσιων μεταφορών, εμφανίζει υψηλό πλεόνασμα, αντισταθμίζοντας σε μεγάλο βαθμό τις απώλειες.

Ωστόσο, η διαχρονικά υψηλή εξάρτηση από τον τουρισμό ενέχει κινδύνους. Η αγοραστική δύναμη των τουριστών επηρεάζεται από τις οικονομικές εξελίξεις στις χώρες προέλευσης, ενώ αστάθμητοι παράγοντες (όπως η πανδημία covid) μπορούν να προκαλέσουν ισχυρές απώλειες εσόδων. Παράλληλα, ο «υπερτουρισμός» ασκεί πίεση στις υποδομές και δημιουργεί κοινωνικές επιπτώσεις, ιδίως στο ζήτημα της πρόσβασης σε προσιτή στέγη.

Η διόρθωση του ελλείμματος του ΙΤΣ, και ειδικότερα του ισοζυγίου αγαθών, μέσω επενδύσεων στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα, αποτελεί κρίσιμη πρόκληση. Θετικά αποτιμάται πάντως το γεγονός ότι, σε αντίθεση με την προ κρίσης περίοδο, δεν παρατηρείται αντίστοιχα υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα, ώστε να προκύπτει ζήτημα «δίδυμων ελλειμμάτων», που υπήρξε η βασική αιτία της δημοσιονομικής κρίσης.

Σε κλοιό κινδύνων ελληνική οικονομία και τράπεζες

Το ζήτημα της παραγωγικότητας

Δεύτερο σοβαρό διαρθρωτικό εμπόδιο, η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας. Η παραγωγικότητα της εργασίας είναι βασικός παράγοντας για την αναπτυξιακή δυναμική μιας οικονομίας. Όταν η παραγωγικότητα αυξάνεται, η οικονομία γίνεται περισσότερο ανταγωνιστική, καθώς αυξάνεται η απόδοση του ανθρώπινου δυναμικού. Στην Ελλάδα καταγράφηκε σημαντική αποδυνάμωση της παραγωγικότητας της εργασίας κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης (ιδίως την περίοδο 2009-2019).

Από το 2020 και μετά, η παραγωγικότητα εμφανίζει βελτιωμένες επιδόσεις, με σταδιακή επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς. Την τριετία 2022-2024 σημείωσε αύξηση, υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ωστόσο παραμένει ακόμη σε ανεπαρκή επίπεδα, γεγονός που εμποδίζει την πραγματική σύγκλιση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες. Το 2024, η παραγωγικότητα της εργασίας παρουσίασε αύξηση κατά 0,8% σε σχέση με το 2023, καθώς από τις 96,73 μονάδες ανήλθε στις 97,51 μονάδες.

Η διαχρονική αδυναμία της χώρας μας να βελτιώσει την παραγωγικότητα της εργασίας αποτυπώνεται και στα συγκριτικά στοιχεία της παραγωγικότητας ανά ώρα εργασίας σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ-27 (2020=100), τα οποία καταδεικνύουν σημαντική υστέρηση. Ειδικότερα, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα υποχώρησε σημαντικά τα τελευταία 18 έτη, από επίπεδα άνω του 78% του μέσου όρου της ΕΕ το 2005 σε περίπου 56% το 2023. Αντίθετα, η Ευρωζώνη διατήρησε σταθερά υψηλότερες επιδόσεις, περίπου 7 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ27.

Η επιδείνωση των δημογραφικών δεικτών και κυρίως η γήρανση του πληθυσμού καθιστούν την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας ζήτημα υψηλής προτεραιότητας, ώστε να διατηρηθούν ή και να ενισχυθούν σε μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βάση οι ρυθμοί ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Η επιτυχία του εγχειρήματος εκτιμάται ότι θα επιτρέψει την αύξηση των μισθών και άρα τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων κατά τρόπο βιώσιμο, δηλαδή χωρίς να πλήττεται η ανταγωνιστικότητα και η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.

Η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας μπορεί να επιτευχθεί μέσω στοχευμένων μεταρρυθμίσεων. Οι επενδύσεις σε σύγχρονο κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, υψηλή τεχνολογία και καινοτομία, όπως και η ενίσχυση της ψηφιακής μετάβασης, μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση της παραγωγικότητας χωρίς αύξηση των ωρών εργασίας των εργαζομένων.

Εξίσου σημαντική είναι η βελτίωση των μεθόδων οργάνωσης των επιχειρήσεων, όπως και η υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που θεραπεύουν αναντιστοιχίες δεξιοτήτων και διευκολύνουν τη μεταφορά ανθρώπινου δυναμικού από τομείς χαμηλής σε τομείς υψηλότερης παραγωγικότητας. Παράλληλα, για τη μείωση του χάσματος δεξιοτήτων, απαιτείται η αναβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου μέσω βελτίωσης της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης, της διασύνδεσης των πανεπιστημίων με την αγορά εργασίας, της επιστροφής μέρους του ανθρώπινου κεφαλαίου υψηλής εξειδίκευσης, αλλά και της αύξησης της συμμετοχής στην αγορά εργασίας, ιδίως των γυναικών και των νέων, με κατάλληλα κίνητρα.

Διαβάστε ακόμη: