Οι προοπτικές για το 2026 είναι θετικές, παρά το ασταθές διεθνές περιβάλλον, καθώς η δυναμική της ελληνικής οικονομίας προβλέπεται να παραμείνει ισχυρή, με τον ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ να υπερβαίνει τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους. Η εγχώρια ζήτηση αναμένεται να συνεχίσει να συνεχίσει να αποτελεί οδηγό της ανάπτυξης και φέτος, ενώ οι πάγιες επενδύσεις προβλέπεται να επιταχυνθούν.
Στην ουσία, η ελληνική οικονομία επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα και παραμένοντας σε τροχιά πραγματικής σύγκλισης των εισοδημάτων προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Από εκεί και πέρα, οι κίνδυνοι για την ελληνική οικονομία σχετίζονται κυρίως με τις διαρθρωτικές αδυναμίες της. Η επιμονή του πληθωρισμού –ιδίως στον τομέα των υπηρεσιών– και η στενότητα στην αγορά εργασίας, η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε μεγαλύτερες μισθολογικές πιέσεις, αποτελούν σημαντικές προκλήσεις για τη βραχυπρόθεσμη ανάπτυξη.
Επιπλέον, αρνητικές επιδράσεις θα μπορούσαν να προέλθουν από ενδεχόμενες φυσικές καταστροφές λόγω της κλιματικής κρίσης, από το χαμηλότερο του αναμενομένου ρυθμό απορρόφησης και αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς και από πιθανές καθυστερήσεις στην υλοποίηση κρίσιμων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Παράλληλα, η υποτονική παραγωγικότητα και οι δυσμενείς δημογραφικές τάσεις ενδέχεται να περιορίσουν τη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική.
Τέλος, ενδεχόμενη κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή θα εντείνει την αβεβαιότητα ως προς την ενεργειακή ασφάλεια, τη σταθερότητα των αλυσίδων εφοδιασμού, τις διεθνείς τιμές ενέργειας και τις ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις.
Παράλληλα,όπως σημειώνει με έμφαση το ΙΟΒΕ, η πορεία αποκλιμάκωσης των επιτοκίων ενδέχεται να υπονομευθεί από παρεμβάσεις στην ανεξαρτησία της νομισματικής πολιτικής μεγάλων κεντρικών τραπεζών, ενώ η αυξημένη μεταβλητότητα της ισοτιμίας ευρώ/δολαρίου, λόγω πολιτικοκοινωνικών αναταράξεων σε χώρες εντός και εκτός Ευρωζώνης, προσθέτει επιπλέον αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές.

Οι μακροπρόθεσμες τάσεις της οικονομίας
Σύμφωνα τώρα με την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), η ελληνική οικονομία, παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πλέγμα διαρθρωτικών προκλήσεων που θα καθορίσουν τη μελλοντική της πορεία. Σύμφωνα με τον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026-2029, ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας προβλέπεται ότι θα υποχωρήσει κάτω από το 2% την περίοδο 2027-29.
Η επιβράδυνση αυτή αναδεικνύει τον κίνδυνο η οικονομία να επανέλθει σε μια τροχιά μέτριας μεγέθυνσης, αν δεν υποκατασταθεί η προσωρινή ευρωπαϊκή στήριξη από διατηρήσιμες ιδιωτικές επενδύσεις και άλλες ενδογενείς πηγές δυναμισμού, καθώς και από διαρθρωτικές αλλαγές που στηρίζουν μακροπρόθεσμα την ανάπτυξη.
Στο επίκεντρο των προκλήσεων βρίσκεται η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας σε σχέση με τον μέσο όρο της Ε.Ε. Η παραγωγικότητα επηρεάζεται αρνητικά από τη δομή της εγχώριας οικονομίας, η οποία εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε τομείς χαμηλής παραγωγικότητας, όπως η παροχή καταλύματος και η εστίαση, αλλά και από την κυριαρχία μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, που συχνά δυσκολεύονται να επεκταθούν, να διεθνοποιηθούν και να επενδύσουν σε έρευνα και καινοτομία.
Επίσης, η εκτεταμένη αποεπένδυση κατά την περίοδο της κρίσης χρέους έχει διαβρώσει την κεφαλαιακή βάση: το συνολικό κεφάλαιο παραμένει περίπου 20% χαμηλότερο από τα προ της κρίσης επίπεδα, ενώ το κεφάλαιο ανά εργαζόμενο υστερεί ακόμη και σε σχέση με την περίοδο πριν από την ένταξη στην Ευρωζώνη.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η ένταση κεφαλαίου να εξακολουθεί να έχει αρνητική συμβολή στην παραγωγικότητα. Σε αυτό προστίθενται υποβάθμιση του ανθρώπινου κεφαλαίου λόγω της μετανάστευσης ατόμων με υψηλή εκπαίδευση, εξειδίκευση και ταλέντο (brain drain) και ένα θεσμικό περιβάλλον που δεν στηρίζει πάντοτε με επάρκεια την οικονομική δραστηριότητα.

Η σημασία της παραγωγικότητας
Πιο συγκεκριμένα, η παραγωγικότητα της εργασίας έχει ιδιαίτερη σημασία για την οικονομία, αφού συνδέεται άμεσα με τη βιώσιμη αύξηση των μισθών. Προκειμένου να παραμείνει ανταγωνιστική μια οικονομία, θα πρέπει η αύξηση των ονομαστικών μισθών να συμβαδίζει με τη βελτίωση της παραγωγικότητας, ώστε να μην αυξάνεται το μοναδιαίο κόστος εργασίας και τροφοδοτείται ο πληθωρισμός δημιουργώντας έτσι ένα φαύλο κύκλο αυξήσεων κόστους και τιμών.
Γιαυτό και, σύμφωνα με την ΤτΕ, κεντρικός άξονας της οικονομικής πολιτικής πρέπει να είναι η ενίσχυση της παραγωγικότητας της εργασίας, ώστε να μπορεί να υποστηριχθεί μια διατηρήσιμη αύξηση μισθών χωρίς απώλεια ανταγωνιστικότητας. Η συνέχιση και βάθυνση των μεταρρυθμίσεων στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών, η αποτελεσματικότερη λειτουργία του Δημοσίου, η ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης, η καταπολέμηση της διαφθοράς και η μείωση της γραφειοκρατίας βελτιώνουν το θεσμικό περιβάλλον και αυξάνουν τη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών.
Παράλληλα, η ενθάρρυνση νέων παραγωγικών επενδύσεων αυξάνει το κεφαλαιακό απόθεμα και το λόγο κεφαλαίου προς εργασία, βελτιώνοντας άμεσα και έμμεσα την παραγωγικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι πρόκειται για επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας. Στην ίδια κατεύθυνση, κρίσιμη είναι η αναβάθμιση της ποιότητας του εργατικού δυναμικού μέσω συστηματικής επανεκπαίδευσης, αναβάθμισης δεξιοτήτων και δημιουργίας θέσεων εργασίας που θα επιτρέψουν τον επαναπατρισμό του ανθρώπινου κεφαλαίου που μετανάστευσε τα προηγούμενα χρόνια.

Κρίσιμες παρεμβάσεις
Αναλυτικότερα, η ΤτΕ σημειώνει ότι, η ελληνική οικονομία βρίσκεται τα τελευταία έτη στην ανοδική φάση του οικονομικού κύκλου, με αποτέλεσμα η υστέρηση της παραγωγικότητας της εργασίας να οφείλεται κυρίως σε διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της. Το χαμηλό επίπεδο και η περιορισμένη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας αντανακλούν κυρίως παράγοντες που σχετίζονται με τη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών, την ποιότητα της εργασίας και το χαμηλό κεφάλαιο ανά εργαζόμενο.
Προκειμένου λοιπόν να αυξηθεί η παραγωγικότητα της εργασίας και άρα να είναι βιώσιμη η αύξηση των μισθών, προτείνονται τα παρακάτω:
• Συνέχιση μεταρρυθμίσεων: Μεταρρυθμίσεις στην αγορά αγαθών και υπηρεσιών, αλλά και η αποτελεσματικότερη λειτουργία του δημόσιου τομέα, η ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης, η μείωση της γραφειοκρατίας και λοιπές παρεμβάσεις θα βελτιώσουν το θεσμικό περιβάλλον και θα αυξήσουν τη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών της οικονομίας.
• Ενθάρρυνση επενδύσεων: Νέες επενδύσεις συνεπάγονται υψηλότερο κεφαλαιακό απόθεμα και αύξηση του λόγου κεφαλαίου ανά εργαζόμενο. Η επίδραση στην παραγωγικότητα της εργασίας θα είναι άμεση, μέσω της αύξησης της συνιστώσας “κεφάλαιο προς εργασία”, όσο και έμμεση, αφού ένα υψηλότερο και πιο σύγχρονο κεφαλαιακό απόθεμα θα ενισχύσει και τη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών. Σημασία όμως για την παραγωγικότητα της εργασίας έχει και η ποιότητα των επενδύσεων. Οι νέες επενδύσεις θα πρέπει να είναι παραγωγικές – και όχι ευκαιριακές – ώστε να δημιουργούν υψηλή προστιθέμενη αξία και ποιοτικές θέσεις απασχόλησης.
• Βελτίωση της ποιότητας του εργατικού δυναμικού: Η επανεκπαίδευση και αναβάθμιση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού της χώρας θα οδηγήσει σε αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών. Προς την ίδια κατεύθυνση θα λειτουργούσε και η πιθανή επιστροφή του ανθρώπινου κεφαλαίου που έφυγε από τη χώρα τα τελευταία έτη, κάτι που είναι εφικτό αν δημιουργηθούν θέσεις εργασίας που θα αντιστοιχούν στις δεξιότητες αυτών των ατόμων και προσφερθούν ανταγωνιστικές αμοιβές.
• Αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης: H τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να επιφέρει σημαντική βελτίωση στην παραγωγικότητα σε όλους τους κλάδους αυτοματοποιώντας επαναλαμβανόμενες εργασίες και υποστηρίζοντας την πιο αποτελεσματική λήψη αποφάσεων. Προς την κατεύθυνση αυτή θα απαιτηθεί επανακατάρτιση των εργαζομένων για την αξιοποίηση και τη χρήση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης στην εργασία τους.

Η διαχρονική εξέλιξη της παραγωγικότητας
Η κρίση δημόσιου χρέους στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας ανέστρεψε την πορεία σύγκλισης του ΑΕΠ της Ελλάδος προς το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.) και, παρά την οικονομική ανάκαμψη των τελευταίων ετών, το επίπεδό του δεν προβλέπεται να προσεγγίσει μεσοπρόθεσμα το μέσο ευρωπαϊκό μέγεθος.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε μονάδες αγοραστικής δύναμης), από 93,4% του μέσου όρου της ΕΕ το 2009, υποχώρησε σημαντικά κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και παραμένει μέχρι και σήμερα σε πολύ χαμηλά επίπεδα (69,4% το 2024), όπως σημειώνεται σε σχετική ανάλυση της ΤτΕ.
Παράλληλα, παρά τη μεγάλη αύξηση της απασχόλησης και την υλοποίηση σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη διόρθωση στρεβλώσεων και την περαιτέρω απελευθέρωση κυρίως στην αγορά εργασίας και δευτερευόντως στην αγορά προϊόντων, υστέρηση παρατηρείται και στην παραγωγικότητα της εργασίας.
Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα είναι σταθερά χαμηλότερη σε σχέση με την ευρωζώνη καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου 1995-2024. Τη δεκαετία 2000-09 ο λόγος της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ελλάδα ανά εργαζόμενο προς τον αντίστοιχο μέσο όρο στη ζώνη του ευρώ αυξανόταν σταθερά, κυρίως εξαιτίας των υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης, με την ελληνική οικονομία να επιτυγχάνει πραγματική σύγκλιση προς τους εταίρους της στην ευρωζώνη, και το 2009 ανήλθε στο 66%.
Εντούτοις, η οικονομική κρίση ανέστρεψε την πορεία σύγκλισης, με αποτέλεσμα ο λόγος να υποχωρήσει κάτω από 50% στα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας. Έκτοτε ο λόγος αυξάνεται, αλλά με πολύ χαμηλό ρυθμό, και το 2024 έφθασε μόλις στο 51%.Αν η παραγωγικότητα μετρηθεί ανά ώρα εργασίας, οι διαφορές είναι ακόμη μεγαλύτερες, καθώς ο μέσος Έλληνας εργαζόμενος εργάζεται περισσότερες ώρες από τον μέσο Ευρωπαίο. Έτσι, το 2024 η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα ήταν μόλις 39% του μέσου όρου της Ευρωζώνης.
Από την άλλη, η διατήρηση υψηλού μοναδιαίου κόστους εργασίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων, αφού αδυνατούν να ανταγωνιστούν τις ξένες επιχειρήσεις σε όρους κόστους εργασίας, ενώ ταυτόχρονα ασκούνται πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία συνολικά. Αυτό ακριβώς συνέβη στην Ελλάδα τα τελευταία 30 έτη.
Πιο αναλυτικά, κατά την περίοδο 1995-2012 ο ρυθμός αύξησης των αμοιβών ανά μισθωτό υπερέβαινε το ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας (με εξαίρεση το 2006, κατά το οποίο η παραγωγικότητα της εργασίας ήταν οριακά υψηλότερη), γεγονός που οδήγησε σε διαρκή επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Την ίδια περίοδο, το μοναδιαίο κόστος εργασίας κατέγραφε θετικούς ρυθμούς μεταβολής και υπερέβαινε το μέσο μοναδιαίο κόστος εργασίας της ευρωζώνης.
Από το 2013 η κατάσταση αντιστράφηκε, παρά τους αρνητικούς ρυθμούς μεταβολής της παραγωγικότητας της εργασίας, καθώς η μείωση των αμοιβών ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Εντούτοις, τα δύο τελευταία χρόνια υπήρξε ξανά σημαντική αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, ενώ η παραγωγικότητα υποχώρησε ελαφρά.

Η παραγωγικότητα σε κλαδικό επίπεδο
Από την ανάλυση της παραγωγικότητας της εργασίας ανά εργαζόμενο στους κυριότερους κλάδους της ελληνικής οικονομίας για την περίοδο 2021-24, προκύπτει ότι, ο κλάδος των κατασκευών παρουσιάζει τον υψηλότερο ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και ο ρυθμός μεταβολής του μοναδιαίου κόστους εργασίας είναι αρνητικός.
Οι κλάδοι «βιομηχανία», «υπηρεσίες παροχής καταλύματος και εστίασης», «χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες» και «επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες» δείχνουν αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, που όμως υπολείπεται της αύξησης των αμοιβών ανά μισθωτό, με αποτέλεσμα ο ρυθμός μεταβολής του μοναδιαίου κόστους εργασίας να είναι θετικός.
Εντούτοις, η «μεταποίηση» παρουσιάζει υψηλότερη αύξηση της παραγωγικότητας σε σύγκριση με τη «βιομηχανία, δεδομένου ότι η μεταποίηση περιλαμβάνει τους πιο εξωστρεφείς και δυναμικούς κλάδους της βιομηχανίας, καταγράφοντας αρνητικό ρυθμό μεταβολής του μοναδιαίου κόστους εργασίας.
Αντίθετα, στους κλάδους «γεωργία, δασοκομία και αλιεία» και «χονδρικό και λιανικό εμπόριο» η παραγωγικότητα της εργασίας μειώνεται και η μεταβολή του μοναδιαίου κόστους εργασίας είναι θετική και πολύ υψηλή. Στους κλάδους «μεταφορά και αποθήκευση» και «ενημέρωση και επικοινωνία, η παραγωγικότητα της εργασίας και οι αμοιβές ανά μισθωτό μεταβάλλονται με τον ίδιο περίπου ρυθμό, με αποτέλεσμα το μοναδιαίο κόστος εργασίας να μένει σχετικά σταθερό.
Τέλος, ο κλάδος «δημόσια διοίκηση και άμυνα, υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση, εκπαίδευση, υγεία» παρουσιάζει μηδενική αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, με αποτέλεσμα να αυξάνεται σημαντικά το μοναδιαίο κόστος εργασίας. Συμπερασματικά, αν ληφθεί υπόψη η βαρύτητα των επιμέρους κλάδων στο ΑΕΠ της χώρας, φαίνεται ότι η αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας τα τελευταία έτη προέρχεται κυρίως από τις εξελίξεις στους κλάδους του εμπορίου και του τουρισμού και δευτερευόντως από τη δημόσια διοίκηση.
Διαβάστε ακόμη:
- Ο Κάθετος Διάδρομος, η ΑΚΤΩΡ και το DFC σε ένα ενιαίο γεωοικονομικό σχέδιο ισχύος
- Μετοχές χωρίς αφήγημα και παιχνίδια εντυπώσεων: Το ταμπλό ξεγυμνώνει τις αδυναμίες
- Sony World Photography Awards: Οι 10 φωτογραφίες που ξεχώρισαν στον φετινό διαγωνισμό
- Η επίθεση στο Ιράν και το σχέδιο ΗΠΑ – Ισραήλ: Οι πραγματικοί στόχοι πίσω από την κλιμάκωση