Όλες οι οικονομικές προβλέψεις για το 2026, εντόπιζαν ως βασικό βραχυπρόθεσμο κίνδυνο για τη διαμόρφωση του ρυθμού ανάπτυξης μια πιθανή όξυνση των γεωπολιτικών αναταραχών. Ειδικά οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας το 2026 και μετά, επηρεάζονται σε σημαντικό βαθμό από το διεθνές οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον, το οποίο χαρακτηρίζεται από μεγάλη και διαρκώς αυξανόμενη αβεβαιότητα.
Οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι που σχετίζονται και με τις διεθνείς εξελίξεις στην ουσία αποτελούν το πιο απρόβλεπτο και εν δυνάμει σημαντικό παράγοντα κινδύνου. Και αυτό αποδεικνύεται περίτρανα τις τελευταίες μέρες, με τη Μέση Ανατολή να φλέγεται, ύστερα από την συντονισμένη επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν.
Όπως εύστοχα παρατήρησε η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, η παγκόσμια οικονομία τίθεται εκ νέου σε δοκιμασία λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή.Μάλιστα προειδοποίησε ότι, η σύγκρουση αυτή, αν διαρκέσει, μπορεί προφανώς να αυξήσει τις τιμές της ενέργειας παγκοσμίως, να μειώσει την εμπιστοσύνη των αγορών, να πλήξει την ανάπτυξη και να αυξήσει τον πληθωρισμό.
Ήδη ο πόλεμος που ξέσπασε το Σάββατο, με την επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, έβαλε φωτιά στη Μέση Ανατολή, έχει απογειώσει τις τιμές του πετρελαίου σε διεθνές επίπεδο και έχει προκαλέσει έντονες αναταράξεις στις χρηματαγορές.Σύμφωνα με τη γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, όσο πιο γρήγορα τερματιστεί αυτή η καταστροφή, καλύτερα θα είναι για όλο τον κόσμο, αν και επεσήμανε ότι αυτή η ρευστότητα διεθνώς, θα μπορούσε να είναι παρατεταμένη.

Με το βλέμμα στη Μέση Ανατολή
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης, σε ομιλία του στο «EIB Group Forum 2026: A strong Europe in a changing world», επεσήμανε ότι, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή έχουν κλιμακωθεί σημαντικά, με τις επιπτώσεις να φτάνουν πλέον ακόμη και στις ακτές της Ευρώπης. Αυτό που εκτυλίσσεται συνιστά μια πρωτοφανή και βαθιά ανησυχητική κρίση, η οποία ασκεί σημαντική πίεση σε μια ήδη εύθραυστη διεθνή τάξη.
Σε μια περίοδο κατά την οποία οι γεωπολιτικοί κραδασμοί πολλαπλασιάζονται, οι ευρωπαϊκές οικονομίες δεν έχουν περιθώριο για εφησυχασμό. Για την Ευρώπη, το διακύβευμα είναι ταυτόχρονα οικονομικό και στρατηγικό. Πρόκειται για ζήτημα ισχύος, αυτονομίας και ανθεκτικότητας.Η Μέση Ανατολή βρίσκεται στον πυρήνα των παγκόσμιων ενεργειακών ροών και των κρίσιμων εμπορικών διαδρόμων.
Σύμφωνα με τον κ. Πιερρακάκη, όταν η αστάθεια πλήττει αυτό το κέντρο, οι συνέπειες είναι άμεσες και μετρήσιμες.Οι τιμές της ενέργειας αυξάνονται.Το κόστος μεταφορών και ασφάλισης ανεβαίνει.
Η πλήρης κλίμακα των επιπτώσεων θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια αυτής της κρίσης. Από αυτήν θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό το πραγματικό αποτύπωμα στις ναυτιλιακές ροές, στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στην εμπιστοσύνη των επενδυτών. Όσο περισσότερο διαρκεί η αβεβαιότητα, τόσο ευρύτερο θα είναι το οικονομικό αποτύπωμα της κρίσης.
Και ο Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος (ΤτΕ), Γιάννης Στουρνάρας, χαρακτήρισε τη σύγκρουση στο Ιράν ως ένα νέο σοβαρό σοκ στην πλευρά της προσφοράς για την ευρωζώνη. Η οικονομία της Ευρώπης, η οποία πλήττεται ήδη από το ενεργειακό σοκ της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία το 2022 και τους περσινούς εμπορικούς δασμούς των ΗΠΑ, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με νέες απειλές, όπως την εκτίναξη του κόστους ενέργειας.
ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι η ΕΚΤ οφείλει να επιδείξει ευελιξία, καθώς ο κίνδυνος αναζωπύρωσης του πληθωρισμού και η επιβράδυνση της ήδη ασθενούς ευρωπαϊκής ανάπτυξης εξαρτώνται άμεσα από τη διάρκεια και το βάθος των πολεμικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή. Η ΕΚΤ δεν πρέπει να σπεύσει να αλλάξει τις παραμέτρους της πολιτικής της αυτή τη στιγμή, αλλά να παραμείνει σε κατάσταση εγρήγορσης, σύμφωνα με το Διοικητή της ΤτΕ.

Η κρίση, η ενέργεια, και η Ελλάδα
Σε κάθε περίπτωση, η διάρκεια της κρίσης στη Μέση Ανατολή αποτελεί τον βασικό παράγοντα από τον οποίο θα εξαρτηθεί η ύπαρξη και το εύρος των επιπτώσεων της ανάφλεξης στην ελληνική οικονομία, ιδιώς στον τομέα της ενέγργειας. Επί του παρόντος πάντως δεν τίθεται κανένα θέμα επάρκειας εφοδιασμού καθώς δεν θίγονται οι βασικές πηγές προμήθειας της Ελλάδας, το παραγωγικό δυναμικό (ΑΠΕ και θερμικές μονάδες) βρίσκονται σε πλήρη διαθεσιμότητα ενώ ταυτόχρονα η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας λόγω ευνοϊκών καιρικών συνθηκών είναι χαμηλή.
Σύμφωνα με το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μέσο-μακροπρόθεσμα ενδέχεται να ανακύψει ζήτημα κόστους του εφοδιασμού της χώρας με φυσικό αέριο, αν ο πόλεμος διαρκέσει και οι χώρες που προμηθεύονται σήμερα φυσικό αέριο από το Κατάρ, στραφούν σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού και κυρίως στις ΗΠΑ από τις οποίες προμηθεύεται υγροποιημένο φυσικό αέριο και η χώρα μας.
Στα θετικά στοιχεία είναι ότι η παραγωγή των ΑΠΕ (αιολικά, φωτοβολταϊκά) είναι σε υψηλά επίπεδα, όπως και τα υδροηλεκτρικά των οποίων οι ταμιευτήρες είναι γεμάτοι. Διαθέσιμες είναι επίσης και οι λιγνιτικές μονάδες που παραμένουν σε λειτουργία για τις οποίες έχει τεθεί ζήτημα παράτασης της συμμετοχής τους στην αγορά μέχρι το φθινόπωρο. Αντίθετα, δεν βοηθά η έλλειψη δυνατότητας αποθηκευσης φυσικού αερίου.
Από την άλλη, η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς τίθεται σε πρώτο πλάνο, με τον υπουργό Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκο από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων να βρίσκεται σε ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας με θεσμικούς παράγοντες της αγοράς, αλλά και με την ΤτΕ για το τοπίο που διαμορφώνεται με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις. Στο ίδιο πνεύμα, ο Υπουργός Ανάπτυξης έχει ζητήσει από Ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας του Καταναλωτή και Ελέγχου της Αγοράς να συνεχίσει και να εντείνει τους ελέγχους διαμηνύοντας ότι υπάρχει πλήρης επάρκεια σε όλα τα προϊόντα, συνεπώς δεν θα γίνουν αποδεκτές οι αδικαιολόγητες αυξήσεις που δείχνουν αισχροκέρδεια.
Το πρόβλημα έχει να κάνει κυρίως με το ενδεχόμενο διαταραχής του εφοδιασμού με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, αλλά και την έντονη μεταβλητότητα των τιμών και τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει η κρίση στη λειτουργία της αγοράς ενέργειας τους επόμενους μήνες.Η βασική εκτίμηση που διαμορφώνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι ότι προς το παρόν δεν διαπιστώνεται άμεσος κίνδυνος για τη φυσική επάρκεια φυσικού αερίου στην Ευρώπη.
Ωστόσο, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή λειτουργούν ήδη ως παράγοντας πίεσης για τις διεθνείς τιμές και ενδέχεται να περιπλέξουν την επόμενη κρίσιμη φάση της αγοράς, δηλαδή την αναπλήρωση των ευρωπαϊκών αποθεμάτων ενόψει του χειμώνα 2026-2027.Η βασική ανησυχία αφορά το ενδεχόμενο οι υψηλές τιμές να παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, με ότι αυτό συνεπάγεται για την πορεία του πληθωρισμού και της οικονομικής ανάπτυξης.

Οι επιπτώσεις του πολέμου
Σε σχετική ανάλυση τώρα του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά (ΕΒΕΠ), επισημαίνεται ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει πληθώρα σοβαρών και πολυεπίπεδων οικονομικών επιπτώσεων, τόσο περιφερειακά, όσο και παγκοσμίως, ενώ ενδέχεται να δημιουργήσει, στην παγκόσμια οικονομία, κλυδωνισμούς, μειώνοντας το παγκόσμιο ΑΕΠ από – 0,2% έως και -1%, αυξάνοντας τον πληθωρισμό +1% και επιβραδύνοντας τις επενδύσεις προς αποφυγή ρίσκου.
Το βασικό ζητούμενο για το μέγεθος των επιπτώσεων είναι, για άλλη μια φορά, η διάρκεια και η διασπορά της πολεμικής σύρραξης. Οι θαλάσσιες μεταφορές, η ενέργεια, αλλά και το κόστος του παγκόσμιου εμπορίου είναι οι τρεις βασικές «παράμετροι» που θα προσδιορίσουν, σε διεθνές επίπεδο την εικόνα των αγορών.
Οι πρώτες βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις θα εμφανιστούν με την εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, δεδομένου ότι το Ιράν παράγει 4 εκατ. βαρέλια. Επίσης, ο κίνδυνος διέλευσης των Στενών του Ορμούζ, που διακινεί το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου μπορεί να ωθήσει το Brent σε άνω των 100 $/βαρέλι, να αυξήσει τις τιμές LNG και φυσικού αερίου, επαναφέροντας πληθωριστικές πιέσεις στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με το ΕΒΕΠ, για την Ελλάδα, οι επιπτώσεις είναι έμμεσες και άμεσες, με τις σημαντικότερες να εστιάζονται σε πέντε βασικούς τομείς: τη ναυτιλία, το εμπόριο, το ενεργειακό κόστος, τον τουρισμό και τη γεωπολιτική σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου. Προέχει ασφαλώς όλων η ασφάλεια των Ελλήνων ναυτικών και των πληρωμάτων των ελληνόκτητων πλοίων, που βρίσκονται στην εμπόλεμη περιοχή με τη διασφάλιση της προστασίας της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.
Η χώρα μας ενδέχεται επίσης να θεωρηθεί «γειτονική ζώνη αστάθειας», ιδίως από επισκέπτες τρίτων χωρών, όπως οι ΗΠΑ και η Ασία, με πιθανές ακυρώσεις πακέτων κρουαζιέρων σε Ελλάδα–Τουρκία–Ισραήλ–Αίγυπτο και, μάλιστα, να επιβαρύνουν, ενόψει των διακοπών του Πάσχα, τη τουριστική εικόνα της.Στην εμπορική ναυτιλία, πιθανές επιθέσεις ή εμπλοκές στα Στενά του Ορμούζ και την Ερυθρά Θάλασσα θα οδηγήσουν σε αύξηση ναύλων και ασφαλίστρων κατά κινδύνων πολέμου, ανακατεύθυνση πλοίων μέσω Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, καθυστερήσεις και μειωμένη αξιοπιστία των logistics, με αποτέλεσμα υψηλότερο λειτουργικό κόστος και πιέσεις στις ναυλώσεις για τις ελληνόκτητες εταιρείες.
Η διαταραχή του εμπορίου και των εισαγωγών, ιδίως μέσω της Διώρυγας του Σουέζ, είναι προφανές ότι θα επηρεάσει εκ νέου την εφοδιαστική αλυσίδα, τη μεταποίηση και το λιανικό εμπόριο, καθώς οι εισαγωγές πρώτων υλών, σιτηρών και πετροχημικών επηρεάζονται άμεσα, αυξάνοντας το κόστος εισαγωγών σε ενέργεια, πρώτες ύλες και τεχνολογικά προϊόντα, ενώ δημιουργούν ανασφάλεια στις εξαγωγές προς χώρες της Μέσης Ανατολής και Αφρικής.
Παράλληλα, η νέα σύρραξη εξανεμίζει τις ελπίδες των Μεσογειακών λιμένων για μια ειρηνική περίοδο ανάκαμψης, καθώς μεγάλες εταιρίες διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων, διαβλέποντας την κατάσταση, θα «ανακρούσουν πρύμναν» σε σχεδιασμούς διέλευσης από το Σουέζ. Παράλληλα, η άνοδος των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, ως απότοκο της αντίδρασης των αγορών θα επιβαρύνει άμεσα τις οδικές, ακτοπλοϊκές και αεροπορικές μεταφορές, το κόστος παραγωγής και τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις, ιδίως σε τρόφιμα και ενέργεια.
Σε διεθνές επίπεδο, το ΕΒΕΠ σημειώνει ότι, οι χρηματοπιστωτικές αγορές είναι σύνηθες να αντιδρούν με πτώση μετοχών και μεταβλητότητα ομολόγων, κυρίως, σε κλάδους υψηλής ενεργειακής εξάρτησης, ενώ παρατηρείται άνοδος του χρυσού και του δολαρίου ως ασφαλή καταφύγια και υποχώρηση νομισμάτων αναδυόμενων αγορών. Επίσης, αναμένονται τάσεις μείωσης επενδύσεων, κάμψης τουρισμού και εξαγωγών, περιορισμού ροών πετρελαίου, ακόμη και αντίστροφης μετανάστευσης, καθώς αυξάνεται η στρατιωτική επιτήρηση.

Τα σενάρια για την κρίση
Από την πλευρά του, ο Οικονομολόγος και Αναπληρωτής Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, κ. Γιώργος Ατσαλάκης, σημειώνει σε δική του ανάλυση ότι, υπάρχουν πολλά πιθανά σενάρια για την «επόμενη ημέρα» στο Ιράν. Συγκεκριμένα:
- Βέλτιστο (σταθερή μεταρρυθμιστική πορεία):Εάν σχηματιστεί ένα σχετικά σταθερό μεταβατικό σχήμα, με σαφείς εγγυήσεις για πυρηνικό έλεγχο και νομικές δεσμεύσεις προς διεθνείς επενδυτές, τότε σε βάθος 2– 5 ετών μπορούν να αρχίσουν να ρέουν σημαντικά φορτία προς τις διεθνείς αγορές με άμεσο όφελος για τους καταναλωτές και θετική επίδραση στην παγκόσμια οικονομία.Η Κίνα θα απωλέσει την πρόσβαση σε φθηνό πετρέλαιο μετά την απώλεια του φθηνού πετρελαίου της Βενεζουέλας και δεν θα μπορεί να παράγει με χαμηλό κόστος και να εξάγει προϊόντα κάτω του κόστους και να απειλεί με συστημική εξαφάνιση πολλών βιομηχανικών κλάδων σε όλο τον κόσμο λόγω αθέμιτου ανταγωνισμού. Επίσης η Ρωσία δεν θα μπορεί με τις υψηλές τιμές του πετρελαίου να χρηματοδοτεί την εισβολή στην Ουκρανία. Αμερικανικές και ευρωπαϊκές εταιρείες υποδομών, κατασκευών και τεχνολογίας θα μπορούσαν να αναλάβουν έργα, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και εισοδήματα.
- Ενδιάμεσο (θολό, βραδείας αποκατάστασης): Μια παρατεταμένη περίοδος αβεβαιότητας με μερική χαλάρωση κυρώσεων και επιλεκτική επανένταξη (μέσω τρίτων χρηματοδοτών και αγοραστών) πιθανότατα θα δοκιμάσει τις τιμές, με ρηχές μειώσεις και υψηλότερη μεταβλητότητα, ενώ οι μεγάλες ξένες επενδύσεις θα αργήσουν. Η αγορά θα αντιμετωπίζει υψηλότερα ασφάλιστρα και δισταγμό τραπεζών/ασφαλιστών.
- Χειρότερο (ανεξέλεγκτη αστάθεια): Αν η μετάβαση συνοδευθεί από εσωτερική ένοπλη σύγκρουση ή εκτεταμένο εξωτερικό μπλοκάρισμα ροών, τότε οι τιμές μπορούν να εκτοξευθούν βραχυπρόθεσμα. Οι επιπτώσεις σε οικονομίες υψηλής εξάρτησης από εισαγόμενο πετρέλαιο θα είναι σοβαρές. Επιπλέον, οι γεωπολιτικοί «κερδισμένοι» όπως η Ρωσία (που θέλει υψηλές τιμές) ή η Κίνα (που έχει πρόσβαση σε φτηνό αργό) θα αναπροσαρμόσουν στρατηγικές, και το παγκόσμιο σύστημα θα αντιμετωπίσει αυξημένο ρίσκο.
Σύμφωνα με τον κ. Ατσαλάκη, η σημασία του Περσικού Κόλπου και, ειδικά, του Στενού του Ορμούζ ως διαδρόμου για μεγάλο ποσοστό του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου (περίπου 20%) παραμένει κρίσιμη. Οποιαδήποτε μακράς διάρκειας αβεβαιότητα στην περιοχή αυξάνει τα ασφάλιστρα, τις τιμές και τη τάση επανδρομολόγησης φορτίων σε μακρύτερες και ακριβότερες διαδρομές. Η στρατιωτική ασφάλεια των θαλάσσιων λωρίδων επομένως, γίνεται πολιτικο-οικονομική παράμετρος: η παρουσία Δυνάμεων (και ιδίως η διασφάλιση από ναυτικές συμμαχίες) θα επηρεάσει το πόσο γρήγορα και με ποιο κόστος οι αγορές θα αποδεχθούν ιρανικές προμήθειες.
Από την άλλη, η «επόμενη ημέρα» στο Ιράν μπορεί να ερμηνευθεί ως ευκαιρία ή ως παγκόσμια πρόκληση, ανάλογα με το πώς θα σχεδιαστούν και θα υλοποιηθούν η πολιτική, η οικονομική και η στρατιωτική διαχείριση της νέας κατάστασης.
Αν η μετάβαση προσφέρει σταθερότητα, οι συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία θα είναι καθοριστικές, από μείωση του κόστους ενέργειας μέχρι ευκαιρίες επενδύσεων. Αντιθέτως, αν επικρατήσει διάχυτη αστάθεια, οι επιπτώσεις θα είναι πολύ δυσμενείς και θα επηρεάσουν βαθιά τις ενεργειακές, χρηματοπιστωτικές και κοινωνικές δομές πολλών χωρών. Η κρίσιμη παράμετρος είναι η θεσμική σταθερότητα και αυτή εξαρτάται εξίσου από εσωτερικές πολιτικές επιλογές όσο και από διεθνείς αποφάσεις για εμπιστοσύνη και συνεργασία.
Διαβάστε ακόμη:
- «Καμπανάκι» του Μητσοτάκη στους Ευρωπαίους για το προσφυγικό
- Το «σύνδρομο Κουτσούμπα» και το παράδοξο «αντιπολιτευτικό μέτωπο Patriot»
- Τα 8 νέα μουσεία που αλλάζουν τον πολιτιστικό χάρτη της Ελλάδας το 2026
- Τζέσικα Φόστερ: Η ξανθιά καλλονή «στρατιώτης» που έγινε viral – Πώς εξαπάτησε χιλιάδες χρήστες