Μια στρατηγική που πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζε αδιανόητη για την Ελλάδα επιχειρεί πλέον να υλοποιήσει η κυβέρνηση, επιταχύνοντας δραστικά τη μείωση στο δημόσιο χρέος μέσα από πρόωρες αποπληρωμές μνημονιακών δανείων δισεκατομμυρίων ευρώ.
Με βασικά «όπλα» τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, την ισχυρή ανάπτυξη, τα αυξημένα φορολογικά έσοδα και τα ισχυρά ταμειακά διαθέσιμα, το οικονομικό επιτελείο επιδιώκει να μειώσει ταχύτερα τόσο το ύψος του χρέους όσο και το κόστος εξυπηρέτησής του για τις επόμενες δεκαετίες.
Στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών θεωρούν πλέον ότι η Ελλάδα έχει περάσει σε μια εντελώς διαφορετική φάση, όπου η διαχείριση του χρέους δεν γίνεται υπό καθεστώς πίεσης, αλλά με όρους στρατηγικού σχεδιασμού και ενίσχυσης της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας.
Η νέα πρόωρη αποπληρωμή των 6,9 δισ. ευρώ
Το επόμενο μεγάλο βήμα έρχεται ήδη μέσα στον Ιούνιο, όταν η Ελλάδα θα προχωρήσει σε νέα πρόωρη αποπληρωμή ύψους 6,9 δισ. ευρώ από τα δάνεια του πρώτου μνημονίου.
Πρόκειται για το γνωστό Greek Loan Facility (GLF), δηλαδή το διακρατικό δάνειο των χωρών της Ευρωζώνης που είχε δοθεί το 2010 και ανερχόταν συνολικά στα 52,9 δισ. ευρώ.
Η Ελλάδα έχει ήδη εξοφλήσει περίπου 21,17 δισ. ευρώ και με τη νέα αποπληρωμή το συνολικό ποσό που θα έχει επιστραφεί θα φτάσει στα 28,17 δισ. ευρώ. Με απλά λόγια, μέσα σε λίγα χρόνια η χώρα θα έχει αποπληρώσει περισσότερο από το μισό του πρώτου μνημονιακού δανείου.
Το στοιχείο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι η κυβέρνηση επιλέγει φέτος να κινηθεί πολύ νωρίτερα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, καθώς από το 2022 και μετά οι πρόωρες αποπληρωμές πραγματοποιούνταν κυρίως προς το τέλος κάθε έτους.
Η στόχευση πριν από τις αξιολογήσεις των οίκων
Η απόφαση να γίνει η νέα αποπληρωμή ήδη από το καλοκαίρι δεν είναι τυχαία.
Στόχος του οικονομικού επιτελείου είναι η μείωση του χρέους να αποτυπωθεί εγκαίρως στα δημοσιονομικά στοιχεία πριν ξεκινήσει ο νέος κύκλος αξιολογήσεων της ελληνικής οικονομίας από τους ξένους οίκους το φθινόπωρο.
Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση επιδιώκει να ενισχύσει ακόμη περισσότερο το επενδυτικό προφίλ της χώρας και να διατηρήσει την εικόνα δημοσιονομικής σταθερότητας που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια.
Παράλληλα, η κίνηση έχει και άμεσο οικονομικό όφελος, καθώς σύμφωνα με τους υπολογισμούς του υπουργείου Οικονομικών η πρόωρη αποπληρωμή των 6,9 δισ. ευρώ θα οδηγήσει σε εξοικονόμηση περίπου 200 εκατ. ευρώ σε τόκους τα επόμενα χρόνια.
Ταυτόχρονα, το δημόσιο χρέος μειώνεται άμεσα κατά περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.
Τα υψηλά πλεονάσματα αλλάζουν τα δεδομένα
Η δυνατότητα εφαρμογής αυτής της στρατηγικής βασίζεται κυρίως στη σημαντική βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών.
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat, το πρωτογενές πλεόνασμα του 2025 διαμορφώθηκε στο 4,9% του ΑΕΠ, αισθητά υψηλότερα από τον αρχικό στόχο του 3,7%.
Αντίστοιχα, και το 2024 το πρωτογενές πλεόνασμα είχε κινηθεί κοντά στο 4,8% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας σημαντικά τις αρχικές προβλέψεις.
Για το 2026, παρότι ο προϋπολογισμός είχε προβλέψει πρωτογενές πλεόνασμα 2,8% του ΑΕΠ, στο οικονομικό επιτελείο θεωρούν πλέον πιθανό να κινηθεί κοντά ή και πάνω από το 3,2%, εφόσον συνεχιστεί η υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων και η ανθεκτικότητα της οικονομίας.
Ο στόχος για χρέος κοντά στο 130% του ΑΕΠ
Την ίδια ώρα, οι αναθεωρημένες εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό και την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ λειτουργούν επιταχυντικά για τη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.
Με βάση τα έως τώρα δεδομένα, το οικονομικό επιτελείο εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα υποχωρήσει:
- στο 146% του ΑΕΠ το 2025,
- στο 136,8% του ΑΕΠ το 2026,
- ενώ ο μεγάλος στόχος είναι να κινηθεί κοντά στο 130% έως το 2027.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται πολύ κοντά στο να χάσει για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες την αρνητική πρωτιά της χώρας με το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις, η Ελλάδα ενδέχεται να περάσει κάτω ακόμη και από την Ιταλία στον σχετικό δείκτη χρέους προς ΑΕΠ.
Στο τραπέζι και το δεύτερο μνημόνιο
Το σχέδιο, ωστόσο, δεν σταματά μόνο στα δάνεια του πρώτου μνημονίου.
Για πρώτη φορά εξετάζεται σοβαρά και το ενδεχόμενο πρόωρης αποπληρωμής μέρους των δανείων του δεύτερου μνημονίου προς τον EFSF, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
Πρόκειται για μια πιο σύνθετη διαδικασία, καθώς απαιτείται συνεννόηση με τον ESM, ο οποίος αποτελεί σήμερα τον βασικό επίσημο πιστωτή της Ελλάδας.
Ωστόσο, στο οικονομικό επιτελείο θεωρούν ότι οι τρέχουσες συνθήκες επιτρέπουν πλέον να ανοίξει αυτή η συζήτηση.
Το μεγάλο κέρδος: χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης
Η στρατηγική των πρόωρων αποπληρωμών δεν μειώνει μόνο το συνολικό ύψος του χρέους αλλά και το μελλοντικό κόστος εξυπηρέτησής του.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του υπουργείου Οικονομικών, μόνο οι παρεμβάσεις του 2025 εκτιμάται ότι θα εξοικονομήσουν περίπου 2,6 δισ. ευρώ έως το 2070, ενώ αποφεύχθηκαν πιθανές πρόσθετες επιβαρύνσεις άνω των 3 δισ. ευρώ μέσω ειδικών χειρισμών σε τίτλους με ρήτρα ΑΕΠ.
Παράλληλα, η Ελλάδα έχει πλέον ένα από τα χαμηλότερα κόστη εξυπηρέτησης χρέους στην Ευρώπη, κοντά στο 1,3%, ενώ η μέση διάρκεια του χρέους ξεπερνά τα 18 χρόνια.
Αυτό σημαίνει ότι η χώρα έχει καταφέρει να «κλειδώσει» χαμηλό κόστος δανεισμού για μεγάλο χρονικό διάστημα, περιορίζοντας σημαντικά τους κινδύνους από πιθανές μελλοντικές αναταράξεις στις αγορές και τα επιτόκια.
