Ένα ακόμη ισχυρό σήμα δημοσιονομικής αξιοπιστίας προς τις διεθνείς αγορές και τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης ετοιμάζεται να στείλει η Ελλάδα μέσα στον Ιούνιο, προχωρώντας σε νέα πρόωρη αποπληρωμή δημόσιου χρέους ύψους 6,9 δισ. ευρώ από το τελευταίο δάνειο του πρώτου μνημονίου.
Η κίνηση αυτή εντάσσεται στη συνολική στρατηγική της κυβέρνησης για σταδιακή αλλά σταθερή αποκλιμάκωση του ελληνικού χρέους, αξιοποιώντας τη βελτιωμένη δημοσιονομική εικόνα, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη της οικονομίας.
Στόχος της Αθήνας είναι το δημόσιο χρέος να μειωθεί περαιτέρω στο 130,3% του ΑΕΠ έως το 2027, ενώ το οικονομικό επιτελείο θέτει πλέον ως ορόσημο το να πέσει κάτω ακόμη και από το 120% του ΑΕΠ έως το 2029.
Η μεγάλη ανατροπή με την Ιταλία
Το 2026 αναμένεται να καταγραφεί μία ιστορική – και ιδιαίτερα συμβολική – εξέλιξη για την ελληνική οικονομία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των διεθνών οργανισμών και των αγορών, η Ελλάδα παύει να είναι η χώρα με το υψηλότερο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θέση που θα περάσει πλέον στην Ιταλία.
Οι προβλέψεις θέλουν το ελληνικό χρέος να υποχωρεί φέτος στο 136,8% του ΑΕΠ, κάτω από το ιταλικό που εκτιμάται ότι θα κινηθεί στο 138,6% του ΑΕΠ.
Πρόκειται για μία εξέλιξη με ισχυρό πολιτικό και οικονομικό αποτύπωμα, καθώς η Ελλάδα, έπειτα από μία δεκαετία μνημονίων και κρίσης, επιχειρεί να περάσει οριστικά στη φάση της δημοσιονομικής κανονικότητας και της ενισχυμένης αξιοπιστίας.
Νέα πρόωρη αποπληρωμή στο τραπέζι
Το οικονομικό επιτελείο δεν περιορίζεται όμως μόνο στην αποπληρωμή του Ιουνίου. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό που βρίσκεται ήδη υπό επεξεργασία, εξετάζεται και νέα πρόωρη εξόφληση μέρους του χρέους προς το τέλος του έτους.
Εφόσον οριστικοποιηθεί, θα αφορά μέρος του δανείου των 110 δισ. ευρώ που είχε λάβει η Ελλάδα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) στο πλαίσιο του δεύτερου μνημονίου.
Με την αποπληρωμή των 6,9 δισ. ευρώ τον Ιούνιο, η Ελλάδα θα έχει ήδη εξοφλήσει περίπου 28 δισ. ευρώ από τα συνολικά 52,3 δισ. ευρώ του τελευταίου δανείου του πρώτου μνημονίου.
Μάλιστα, κυβερνητικές εκτιμήσεις αναφέρουν ότι μόνο η φετινή κίνηση θα οδηγήσει σε ετήσια μείωση του χρέους κατά περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.
Ανάπτυξη, πλεονάσματα και φοροδιαφυγή οι «μηχανές» της αποκλιμάκωσης
Καθοριστικό ρόλο στη νέα αυτή δημοσιονομική εικόνα παίζει η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, η οποία συνεχίζει να αναπτύσσεται με ρυθμούς κοντά στο 2%, ακόμη και μέσα σε ένα περιβάλλον γεωπολιτικής αβεβαιότητας και διεθνών αναταράξεων λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή και του πολέμου στο Ιράν.
Ταυτόχρονα, η ενίσχυση των πρωτογενών πλεονασμάτων αλλά και η πολιτική περιορισμού της φοροδιαφυγής δημιουργούν πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο, επιτρέποντας στην κυβέρνηση να επιταχύνει τη στρατηγική πρόωρης αποπληρωμής του χρέους.
Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι μεγάλοι οίκοι αξιολόγησης στις τελευταίες εκθέσεις τους αναδεικνύουν ως βασικό πλεονέκτημα της χώρας τη σταθερή βελτίωση των δημόσιων οικονομικών και τη συνετή δημοσιονομική διαχείριση.
Το βλέμμα στις νέες αναβαθμίσεις
Στο επίκεντρο της οικονομικής στρατηγικής βρίσκεται πλέον η περαιτέρω αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας εντός της επενδυτικής βαθμίδας.
Για τον λόγο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στον δεύτερο κύκλο αξιολογήσεων των ξένων οίκων το φθινόπωρο.
Η αρχή θα γίνει στις 4 Σεπτεμβρίου με την αξιολόγηση της DBRS, ενώ θα ακολουθήσουν στις 18 Σεπτεμβρίου οι Moody’s και Scope.
Στις 23 Οκτωβρίου θα ανακοινώσει την ετυμηγορία της η Standard & Poor’s, ενώ ο κύκλος θα ολοκληρωθεί στις 6 Νοεμβρίου με τη Fitch.
Στο οικονομικό επιτελείο εκτιμούν ότι η συνέχιση της αποκλιμάκωσης του χρέους, σε συνδυασμό με τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής, μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για νέες θετικές αξιολογήσεις, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τη θέση της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές.
