Η Αθήνα παραμένει μια σχετικά φθηνή πόλη εάν κάποιος κοιτάξει αποκλειστικά τις τιμές σε σύγκριση με τις ακριβότερες μητροπόλεις του κόσμου. Η εικόνα, όμως, αλλάζει δραματικά όταν στην εξίσωση μπουν ο μισθός και η πραγματική αγοραστική δύναμη των κατοίκων.

Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της νέας έκθεσης «Mapping the World’s Prices 2026» της Deutsche Bank, η οποία συγκρίνει μισθούς, ενοίκια, ακίνητα, αγαθά, υπηρεσίες και ποιότητα ζωής σε 69 μεγάλες πόλεις έξι ηπείρων.

Και για την ελληνική πρωτεύουσα το πρόβλημα αποτυπώνεται σε έναν αριθμό: η Αθήνα βρίσκεται μόλις στην 55η θέση μεταξύ των 69 πόλεων ως προς τους μέσους καθαρούς μηνιαίους μισθούς.

Οι πόλεις των υψηλών μισθών

Στην κορυφή της παγκόσμιας κατάταξης κυριαρχούν οι ελβετικές και αμερικανικές πόλεις. Η τεράστια απόσταση από την Αθήνα γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στη σύγκριση με τη Νέα Υόρκη.

Η αμερικανική μητρόπολη βρίσκεται στην 5η θέση παγκοσμίως, ενώ ο μέσος καθαρός μισθός στην Αθήνα αντιστοιχεί περίπου στο 24% του αντίστοιχου μισθού στη Νέα Υόρκη.

Αυτό από μόνο του δεν θα αποτελούσε απαραίτητα πρόβλημα εάν οι τιμές στην Αθήνα βρίσκονταν σε ανάλογα χαμηλότερα επίπεδα. Σε αρκετές βασικές κατηγορίες δαπανών, όμως, η ψαλίδα των τιμών είναι πολύ μικρότερη από την ψαλίδα των εισοδημάτων.

Και εκεί βρίσκεται η πραγματική πίεση για τα ελληνικά νοικοκυριά.

Οι μισθοί ανεβαίνουν – τα ενοίκια τρέχουν πολύ γρηγορότερα

Η δεκαετής σύγκριση είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο.

Μεταξύ 2016 και 2026, οι μέσοι καθαροί μισθοί στην Αθήνα αυξήθηκαν, σε όρους δολαρίου, κατά περίπου 61%. Πρόκειται για σημαντική μεταβολή.

Στο ίδιο χρονικό διάστημα, όμως, τα ενοίκια στην Αθήνα αυξήθηκαν περίπου 144%, καταγράφοντας σύμφωνα με τα στοιχεία της Deutsche Bank τη μεγαλύτερη αύξηση μεταξύ και των 69 πόλεων που εξετάστηκαν.

Με απλά λόγια, τα εισοδήματα αυξήθηκαν, αλλά η στέγη ακριβαίνει με υπερδιπλάσια ταχύτητα.

Αυτό εξηγεί γιατί η βελτίωση των ονομαστικών μισθών δεν γίνεται πάντοτε αντιληπτή με την ίδια ένταση στην καθημερινότητα.

Το ενοίκιο «τρώει» μεγάλο μέρος του μισθού

Η πίεση αποτυπώνεται ακόμη καθαρότερα στην αναλογία ενοικίου προς εισόδημα.

Σε σχετική σύγκριση της ίδιας βάσης δεδομένων, το ενοίκιο ενός διαμερίσματος ενός υπνοδωματίου στο κέντρο της Αθήνας αντιστοιχεί περίπου στο 57% του μέσου καθαρού μισθού.

Αυτό σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος που ζει μόνος και αμείβεται κοντά στον μέσο μισθό μπορεί να διαθέτει πάνω από το μισό καθαρό μηνιαίο εισόδημά του αποκλειστικά για τη στέγη – πριν υπολογιστούν ρεύμα, τρόφιμα, μετακινήσεις και όλες οι υπόλοιπες δαπάνες.

Ράλι και στις τιμές αγοράς κατοικίας

Ανάλογη είναι η εικόνα στην αγορά ακινήτων.

Η μέση τιμή αγοράς κατοικίας στο κέντρο της Αθήνας προσεγγίζει πλέον τα 4.000 δολάρια ανά τετραγωνικό μέτρο. Σε απόλυτες τιμές αυτό τοποθετεί την Αθήνα μόλις στην 55η θέση παγκοσμίως.

Η μεγάλη είδηση βρίσκεται όμως στη μεταβολή.

Σε σύγκριση με το 2016, η Αθήνα παρουσιάζει την 4η μεγαλύτερη αύξηση των τιμών κατοικίας μεταξύ των 69 πόλεων, πίσω μόνο από τη Βουδαπέστη, τη Μανίλα και την Πράγα.

Έτσι, μια αγορά που πριν από μία δεκαετία βρισκόταν σε βαθιά κρίση έχει μετατραπεί σε μία από τις ταχύτερα ανατιμώμενες αγορές ακινήτων του κόσμου.

Η μεγάλη ελληνική αντίφαση

Η σύγκριση αποκαλύπτει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση.

Η Αθήνα δεν είναι Ζυρίχη, Λονδίνο ή Νέα Υόρκη στις απόλυτες τιμές. Σε αρκετές κατηγορίες εξακολουθεί να είναι αισθητά φθηνότερη.

Για έναν εργαζόμενο που αμείβεται με ελληνικό μισθό, όμως, αυτό έχει περιορισμένη σημασία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η βενζίνη. Με τη Νέα Υόρκη να χρησιμοποιείται ως βάση 100, η Αθήνα βρίσκεται περίπου στο 209. Δηλαδή τα καύσιμα κοστίζουν περίπου 109% περισσότερο στην ελληνική πρωτεύουσα, ενώ ο μέσος καθαρός μισθός της Αθήνας βρίσκεται περίπου στο ένα τέταρτο εκείνου της Νέας Υόρκης.

Το πρόβλημα συνεπώς δεν είναι απλώς ότι «η Αθήνα έγινε ακριβή». Είναι ότι σε συγκεκριμένες δαπάνες οι τιμές έχουν συγκλίνει πολύ ταχύτερα προς τις πλούσιες οικονομίες απ’ ό,τι οι μισθοί.

Το μεγάλο στοίχημα της επόμενης περιόδου

Τα στοιχεία δεν αναιρούν την αύξηση των μισθών που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια. Αντιθέτως, δείχνουν γιατί η αύξηση αυτή πρέπει να συνεχιστεί εάν πρόκειται να μεταφραστεί σε ουσιαστική βελτίωση της αγοραστικής δύναμης.

Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα έντονο στη στέγη: όταν μέσα σε μία δεκαετία οι μισθοί αυξάνονται περίπου 61%, αλλά τα ενοίκια περίπου 144%, ένα σημαντικό μέρος της εισοδηματικής προόδου εξανεμίζεται πριν φτάσει στην υπόλοιπη κατανάλωση.

Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη ανάγνωση της παγκόσμιας κατάταξης. Η Αθήνα δεν χρειάζεται απλώς υψηλότερους ονομαστικούς μισθούς. Χρειάζεται ταχύτερη πραγματική σύγκλιση των εισοδημάτων με την Ευρώπη και παράλληλη αντιμετώπιση του κόστους στέγασης.

Διότι το 55η στις 69 πόλεις στους μισθούς δεν είναι από μόνο του το μεγαλύτερο πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι όταν οι μισθοί βρίσκονται στην 55η θέση, αλλά ολοένα περισσότερες από τις τιμές που καλείται να πληρώσει ο εργαζόμενος έχουν πάψει να θυμίζουν 55η θέση.

Διαβάστε ακόμη: