Σε μια νέα περίοδο αναδιάρθρωσης και ανάπτυξης εισέρχονται οι ελληνικές ιχθυοκαλλιέργειες, ένας από τους πλέον εξωστρεφείς κλάδους της οικονομίας και ο σημαντικότερος εξαγωγικός κλάδος της ελληνικής ζωικής παραγωγής.

Καταλύτης για τις αλλαγές είναι η είσοδος μεγάλων διεθνών ομίλων στην αγορά. Η Cooke εισέρχεται στην Avramar, ενώ η παρουσία της Profand και οι διεργασίες γύρω από άλλους παίκτες δείχνουν ότι η περίοδος συγκέντρωσης του κλάδου δεν έχει ολοκληρωθεί. Το ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς ποιος θα ελέγχει μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, αλλά εάν η Ελλάδα θα μπορέσει να μετατρέψει την παραγωγική της πρωτοκαθεδρία σε προϊόν υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Η Ελλάδα παράγει το 55% της ευρωπαϊκής τσιπούρας και λαβρακιού

Η αφετηρία είναι ισχυρή. Η Ελλάδα παραμένει η μεγαλύτερη παραγωγός τσιπούρας και λαβρακιού στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καλύπτοντας περίπου το 55% της ευρωπαϊκής παραγωγής των δύο ειδών.

Το 2024 η συνολική ελληνική παραγωγή υδατοκαλλιέργειας έφτασε τους 123.000 τόνους, συνολικής αξίας 768,4 εκατ. ευρώ.

Από αυτούς, 94.132 τόνοι εξήχθησαν, με την αξία των εξαγωγών να ανέρχεται στα 585 εκατ. ευρώ. Πρόκειται δηλαδή για έναν κλάδο στον οποίο περίπου τρία στα τέσσερα κιλά παραγωγής κατευθύνονται στις διεθνείς αγορές.

Η μεταμόρφωση σε βάθος χρόνου είναι ακόμη εντυπωσιακότερη. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 οι υδατοκαλλιέργειες αντιπροσώπευαν μόλις το 2% της ελληνικής παραγωγής αλιευμάτων. Σήμερα το ποσοστό έχει φτάσει περίπου στο 69%.

Από τα περισσότερα ψάρια στα ακριβότερα ψάρια

Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αλλαγή στρατηγικής.

Η επόμενη φάση ανάπτυξης δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στην παραγωγή περισσότερης τσιπούρας και λαβρακιού. Το μεγάλο στοίχημα είναι πλέον η αύξηση της αξίας που δημιουργείται από κάθε κιλό ψαριού.

Αυτό σημαίνει περισσότερη μεταποίηση, νέα προϊόντα, ισχυρότερα εμπορικά σήματα, καλύτερη τοποθέτηση στις διεθνείς αγορές και απευθείας πρόσβαση σε μεγάλα δίκτυα λιανικής και εστίασης.

Η ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια έχει κατακτήσει ισχυρή θέση ως παραγωγός. Η επόμενη «μάχη» είναι να κρατά στην Ελλάδα μεγαλύτερο μέρος της τελικής αξίας του προϊόντος.

Τι αλλάζει με Cooke και Profand

Η είσοδος μεγάλων διεθνών ομίλων αποκτά υπό αυτό το πρίσμα πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια απλή αλλαγή ιδιοκτησίας.

Μεγαλύτεροι επιχειρηματικοί όμιλοι μπορούν να διαθέσουν κεφάλαια, τεχνογνωσία, διεθνή εμπορικά δίκτυα και μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ, στοιχεία που είναι δύσκολο να εξασφαλίσουν μικρότερες, κατακερματισμένες επιχειρήσεις.

Ταυτόχρονα, η συγκέντρωση δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα στην αγορά. Μικρότερες μονάδες που δεν διαθέτουν επαρκή κεφάλαια για εκσυγχρονισμό ή την απαιτούμενη κλίμακα για να ανταγωνιστούν διεθνώς ενδέχεται να βρεθούν υπό αυξανόμενη πίεση.

Γι’ αυτό άνθρωποι της αγοράς εκτιμούν ότι η αναδιάρθρωση του κλάδου δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Το αγκάθι των αδειοδοτήσεων

Υπάρχει, όμως, ένα διαχρονικό εμπόδιο που οι επιχειρηματικές συμφωνίες από μόνες τους δεν μπορούν να επιλύσουν: το θεσμικό και αδειοδοτικό περιβάλλον.

Στο φετινό Aquaculture Congress καταγράφηκε ευρεία σύγκλιση μεταξύ αγοράς, κυβέρνησης, Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ΕΛΟΠΥ γύρω από τέσσερις βασικές προτεραιότητες: ολοκλήρωση των Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (ΠΟΑΥ), ταχύτερες αδειοδοτήσεις, ευκολότερη πρόσβαση σε επενδυτικά κεφάλαια και σταθερό κανονιστικό πλαίσιο.

Οι ΠΟΑΥ θεωρούνται ιδιαίτερα κρίσιμες, καθώς καλούνται να δημιουργήσουν σαφείς κανόνες χωροθέτησης και ανάπτυξης των μονάδων και να περιορίσουν μια πολυετή αβεβαιότητα που δυσχεραίνει τις νέες επενδύσεις.

Η μάχη με την υπόλοιπη Μεσόγειο

Η ελληνική πρωτιά δεν είναι δεδομένη για πάντα. Ο διεθνής ανταγωνισμός αυξάνεται και άλλες χώρες της Μεσογείου αναπτύσσουν ταχύτατα τη δική τους παραγωγή.

Για την Ελλάδα, επομένως, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να υπερασπιστεί τον όγκο παραγωγής της. Χρειάζεται να μετατρέψει την τεχνογνωσία τεσσάρων δεκαετιών σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ποιότητας, branding και διανομής.

Η συγκυρία δημιουργεί μια σημαντική ευκαιρία. Ένας κλάδος που παράγει προϊόντα αξίας σχεδόν 770 εκατ. ευρώ ετησίως και εξάγει περίπου 585 εκατ. ευρώ διαθέτει ήδη την παραγωγική βάση πάνω στην οποία μπορεί να χτιστεί ένας πολύ μεγαλύτερος διεθνής παίκτης.

Η είσοδος της Cooke στην Avramar και οι κινήσεις της Profand σηματοδοτούν έτσι κάτι περισσότερο από έναν νέο γύρο εξαγορών. Δείχνουν ότι η ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια περνά από την εποχή της παραγωγικής μεγέθυνσης στην εποχή της επιχειρηματικής κλίμακας.

Και η επόμενη μάχη θα κριθεί στο εάν η Ελλάδα θα παραμείνει απλώς ο μεγαλύτερος παραγωγός τσιπούρας και λαβρακιού στην Ευρώπη ή θα καταφέρει να δημιουργήσει γύρω από αυτή την πρωτιά μεγάλες, διεθνώς ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και ελληνικά προϊόντα μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας.

Διαβάστε ακόμη: