Πριν ακόμη καθιερωθεί ως ένας από τους μεγάλους δασκάλους της ευρωπαϊκής ζωγραφικής, ο Peter Paul Rubens είχε ήδη διαμορφώσει μια γλώσσα που ξεχώριζε για τη δύναμη και τη φιλοδοξία της. Η επανεμφάνιση ενός έργου από τα πρώτα χρόνια της καριέρας του λειτουργεί σήμερα σαν ένα σπάνιο στιγμιότυπο αυτής της διαδρομής, αποκαλύπτοντας έναν καλλιτέχνη που δεν εξελίσσεται σταδιακά αλλά εμφανίζεται σχεδόν έτοιμος από την αρχή.

Η «Μάχη των Αμαζόνων» δεν είναι απλώς μια ακόμη ανακάλυψη στην αγορά τέχνης, αλλά μια υπενθύμιση ότι το ταλέντο του Rubens δεν διαμορφώθηκε με τον χρόνο, ήταν ήδη εκεί, πλήρως ανεπτυγμένο, πολύ πριν αποκτήσει τη φήμη που τον καθιέρωσε. Ο πίνακας, έργο της πρώιμης περιόδου του Φλαμανδού ζωγράφου, παρουσιάστηκε στο Hôtel Drouot από τον ειδικό Éric Turquin και αναμένεται να δημοπρατηθεί στις 16 Ιουνίου από τον οίκο Ader.

Ο Éric Turquin επισημαίνει ότι όταν ο Peter Paul Rubens ξεκίνησε να δημιουργεί το έργο, γύρω στα 1603 έως 1606, ήταν μόλις 26 ετών. Όπως σημειώνει, «αυτό αποδεικνύει πόσο νωρίς είχε ήδη διαμορφώσει ένα ισχυρό καλλιτεχνικό στίγμα». Την περίοδο εκείνη, ο καλλιτέχνης εργαζόταν ως ζωγράφος της αυλής στη Mantoue, υπό την προστασία του δούκα Vincent de Gonzague.

Το έργο, το οποίο διατηρείται σε εξαιρετική κατάσταση, εκτιμάται μεταξύ 2 και 3 εκατομμυρίων ευρώ. Σύμφωνα με τον Turquin, ο σημερινός ιδιοκτήτης φέρεται να το είχε αποκτήσει στη Μασσαλία μέσω του Château de Forbin. Η «Μάχη των Αμαζόνων» είχε παρουσιαστεί και στο παρελθόν στην έκθεση «Rubens, a Master in the Making» στην National Gallery του Λονδίνου το 2005-2006, γεγονός που ενισχύει τη θέση της στη βιβλιογραφία.

Ο Rubens επανήλθε αρκετές φορές στο ίδιο θέμα. Η πρώτη εκδοχή δημιουργήθηκε στην Αμβέρσα (1597-1598), η δεύτερη (που δημοπρατείται τώρα) στη Mantoue και η τρίτη το 1618, η οποία φυλάσσεται στην Alte Pinakothek του Μονάχου. Στην εκδοχή της Mantoue, ο δημιουργός επιλέγει ένα ιταλοπρεπές τοπίο και δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο φως και τη δυναμική της σύνθεσης, με την ελληνική ιππική δύναμη να ορμά προς την ακτή.

Η σύνθεση αντλεί στοιχεία από την Αναγέννηση, με μορφές που παραπέμπουν στον Michelangelo, τον Giambologna και τον Raphael.

Ο Rubens δεν περιορίζεται στην αντιγραφή, αλλά δημιουργεί μια πρωτότυπη εικαστική γλώσσα. Σε μια περίοδο ανάμεσα στον ρεαλισμό του Caravaggio και τον κλασικισμό των Carracci, ο Rubens είχε ήδη κατακτήσει το προσωπικό του ύφος, προμηνύοντας την επιρροή που θα ασκούσε στη μετέπειτα ευρωπαϊκή ζωγραφική.

Διαβάστε ακόμη: