Ακούγεται παράδοξο. Ένας πόλεμος στο Ιράν που έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη αναστάτωση στην παγκόσμια αγορά ενέργειας εδώ και δεκαετίες, έχει εκτοξεύσει το κόστος των καυσίμων και αναζωπυρώνει τον φόβο του πληθωρισμού μπορεί τελικά να οδηγήσει στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα:

σε ένα παγκόσμιο αποπληθωριστικό σοκ.

Αυτό είναι το αντισυμβατικό σενάριο που βάζει στο τραπέζι ο Μάρκο Πάπιτς, επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής της BCA Research.

Η λογική του δεν είναι ότι ο πόλεμος στο Ιράν θα ρίξει άμεσα τις τιμές.

Το αντίθετο.

Βραχυπρόθεσμα, η σύγκρουση συνεχίζει να δημιουργεί σοβαρές πληθωριστικές πιέσεις.

Η μεγάλη ανατροπή μπορεί να έρθει μερικά χρόνια αργότερα, επειδή κυβερνήσεις και επιχειρήσεις αντιδρούν στα αλλεπάλληλα γεωπολιτικά σοκ ξοδεύοντας τεράστια ποσά για να δημιουργήσουν εναλλακτικές πηγές ενέργειας, νέες βιομηχανικές μονάδες, διαφορετικούς εμπορικούς διαδρόμους και τεράστια πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα.

Και όταν όλη αυτή η νέα προσφορά αρχίσει να μπαίνει στην αγορά, το πρόβλημα μπορεί να μην είναι πλέον η έλλειψη.

Μπορεί να είναι ότι θα υπάρχουν πάρα πολλά από όλα.

Σήμερα ο κόσμος ζει το μεγαλύτερο ενεργειακό σοκ

Για να καταλάβει κανείς το παράδοξο, πρέπει πρώτα να δει τι συμβαίνει σήμερα.

Έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, περίπου 43% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου προέρχεται πλέον από χώρες που επηρεάζονται από πολεμικές συγκρούσεις ή σοβαρές γεωπολιτικές αναταράξεις.

Ιράν και ευρύτερος Περσικός Κόλπος, Ρωσία, Λιβύη και Βενεζουέλα αντιπροσωπεύουν συνολικά περίπου 45 εκατ. βαρέλια ημερησίως παραγωγής.

Μόνο η διαταραχή στον Κόλπο υπολογίζεται σήμερα σε περίπου 5 έως 7 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ενώ η κρίση έχει επιβαρυνθεί από τα προβλήματα στη ρωσική παραγωγή και διύλιση και από τις επιθέσεις στις θαλάσσιες οδούς.

Το αποτέλεσμα είναι ότι τα καύσιμα έχουν μετατραπεί ξανά σε έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες πληθωρισμού διεθνώς.

Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο αργό πετρέλαιο.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα κρύβεται στο ντίζελ και τα καύσιμα

Στην Ασία, οι εισαγωγές βασικών προϊόντων διύλισης —όπως ντίζελ, βενζίνη και καύσιμα αεροσκαφών— βρίσκονται περίπου 21% χαμηλότερα από τα επίπεδα πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.

Η περιοχή έχει χάσει ουσιαστικά περίπου 1,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως εισαγωγών τέτοιων καυσίμων.

Και αυτό αποτυπώνεται στις τιμές.

Το περιθώριο διύλισης για gasoil στη Σιγκαπούρη βρισκόταν στις 21 Αυγούστου στα 71,29 δολάρια το βαρέλι, αυξημένο κατά 226% σε σχέση με την παραμονή του πολέμου.

Ακόμη και στη βενζίνη, το αντίστοιχο περιθώριο είχε αυξηθεί κατά 159%.

Με άλλα λόγια, ο σημερινός κόσμος δεν μοιάζει καθόλου αποπληθωριστικός.

Μοιάζει με το ακριβώς αντίθετο.

Κι όμως, εδώ βρίσκεται η παγίδα

Η θεωρία του Πάπιτς ξεκινά από μια απλή παρατήρηση:

κάθε μεγάλη κρίση των τελευταίων ετών έκανε τις κυβερνήσεις και τις επιχειρήσεις να επενδύσουν τεράστια ποσά ώστε να μην ξαναβρεθούν απροετοίμαστες.

Η πανδημία αποκάλυψε την εξάρτηση από συγκεκριμένες εφοδιαστικές αλυσίδες.

Ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας αποκάλυψε την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης.

Η κρίση των ημιαγωγών αποκάλυψε την εξάρτηση από λίγες παραγωγικές περιοχές της Ασίας.

Και τώρα ο πόλεμος με το Ιράν και η κρίση στα Στενά του Ορμούζ υπενθυμίζουν ότι ένα τεράστιο τμήμα της παγκόσμιας ενέργειας περνά από ένα εξαιρετικά ευάλωτο γεωγραφικό σημείο.

Η αντίδραση είναι πλέον σχεδόν αυτόματη:

χτίστε περισσότερα.

Περισσότερη ενεργειακή παραγωγή.

Περισσότερα εργοστάσια.

Περισσότερες εναλλακτικές διαδρομές.

Περισσότερες αποθήκες.

Περισσότερα chips.

Περισσότερη εφεδρική παραγωγική δυναμικότητα.

Το πρόβλημα είναι ότι μπορεί τελικά να χτιστούν… υπερβολικά πολλά.

«Η πραγματική συνέπεια του Ορμούζ»

Ο Πάπιτς θεωρεί ότι η πραγματική μακροπρόθεσμη συνέπεια της κρίσης των Στενών του Ορμούζ μπορεί να είναι ένα κύμα κεφαλαιουχικών επενδύσεων μεγαλύτερο από αυτό που πραγματικά χρειάζεται η παγκόσμια οικονομία.

Έως τη δεκαετία του 2030, υποστηρίζει, ο κόσμος μπορεί να βρεθεί με πλεόνασμα εναλλακτικών πηγών ενέργειας, νέων διαδρόμων μεταφοράς και επικοινωνιών, δορυφορικών δικτύων, εργοστασίων ημιαγωγών και παραγωγικών εγκαταστάσεων.

Αυτό αλλάζει ολόκληρη την οικονομική εξίσωση.

Σήμερα πληρώνουμε περισσότερο επειδή υπάρχει έλλειψη.

Αύριο μπορεί να πληρώνουμε λιγότερο επειδή θα υπάρχει υπερπροσφορά.

Και εάν η υπερπροσφορά γίνει αρκετά μεγάλη, οι τιμές δεν θα αυξάνονται απλώς πιο αργά.

Μπορεί να αρχίσουν να πέφτουν.

Η AI ρίχνει άλλα 5 τρισ. στο τραπέζι

Στην εξίσωση υπάρχει και ένας δεύτερος τεράστιος παράγοντας:

η τεχνητή νοημοσύνη.

Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται ήδη στη μέση μιας πρωτοφανούς επενδυτικής έκρηξης σε data centers, ηλεκτρική ενέργεια, δίκτυα, ημιαγωγούς και υπολογιστικές υποδομές.

Μόνο οι Meta, Microsoft, Amazon και Alphabet αναμένεται φέτος να πραγματοποιήσουν κεφαλαιουχικές δαπάνες σχετικές με την AI που ξεπερνούν συνολικά τα 700 δισ. δολάρια.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Goldman Sachs που επικαλείται το σχετικό ρεπορτάζ, οι συνολικές κεφαλαιουχικές δαπάνες των τεσσάρων εταιρειών μπορεί να ξεπεράσουν τα 5 τρισ. δολάρια έως το τέλος της δεκαετίας.

Αυτό σημαίνει ότι δύο τεράστιες επενδυτικές δυνάμεις λειτουργούν ταυτόχρονα.

Η πρώτη είναι η γεωπολιτική ανασφάλεια.

Η δεύτερη είναι η AI.

Και οι δύο ωθούν κυβερνήσεις και εταιρείες να δημιουργήσουν τεράστια νέα παραγωγική δυναμικότητα.

Οι ΗΠΑ ήδη ρίχνουν δισεκατομμύρια

Η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει.

Το αμερικανικό υπουργείο Ενέργειας έχει διαθέσει 17,5 δισ. δολάρια σε δάνεια για την ανάπτυξη της εγχώριας εφοδιαστικής αλυσίδας στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας.

Άλλα 500 εκατ. δολάρια κατευθύνονται σε επεξεργασία κρίσιμων ορυκτών και υλικών, κατασκευή μπαταριών και ανάπτυξη δυνατοτήτων ανακύκλωσης.

Η στρατηγική πίσω από τέτοιες επενδύσεις είναι προφανής.

Οι ΗΠΑ θέλουν μικρότερη εξάρτηση από γεωπολιτικά ασταθείς περιοχές και από ξένες αλυσίδες παραγωγής.

Αλλά όταν το ίδιο κάνουν ταυτόχρονα ΗΠΑ, Ευρώπη, Κίνα και άλλες μεγάλες οικονομίες, μπορεί να δημιουργηθεί ένα τεράστιο κύμα παράλληλων επενδύσεων.

Και τότε αρχίζει ο κίνδυνος υπερπροσφοράς.

Από τον πληθωρισμό στον αποπληθωρισμό

Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση.

Η πτώση του πληθωρισμού δεν είναι το ίδιο πράγμα με τον αποπληθωρισμό.

Εάν ο πληθωρισμός πέσει, για παράδειγμα, από 4% στο 2%, οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται — απλώς πιο αργά.

Αυτό είναι αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.

Αποπληθωρισμός υπάρχει όταν το γενικό επίπεδο των τιμών αρχίζει πραγματικά να μειώνεται.

Και ενώ το πρώτο είναι συνήθως ευπρόσδεκτο, το δεύτερο μπορεί να γίνει εξαιρετικά επικίνδυνο.

Γιατί οι χαμηλότερες τιμές μπορούν να γίνουν κακό νέο

Για έναν καταναλωτή, η φράση «οι τιμές πέφτουν» ακούγεται ιδανική.

Σε ολόκληρη την οικονομία, όμως, ο επίμονος αποπληθωρισμός μπορεί να δημιουργήσει έναν φαύλο κύκλο.

Οι καταναλωτές αναβάλλουν αγορές περιμένοντας ακόμη χαμηλότερες τιμές.

Οι επιχειρήσεις βλέπουν τα έσοδά τους να μειώνονται.

Περιορίζουν επενδύσεις και προσλήψεις.

Οι μισθοί πιέζονται.

Και το πραγματικό βάρος των χρεών αυξάνεται.

Το κλασικό παράδειγμα είναι η Ιαπωνία, η οποία πέρασε μεγάλο μέρος των δεκαετιών μετά την έκρηξη της χρηματιστηριακής και κτηματομεσιτικής φούσκας στις αρχές του 1990 αντιμέτωπη με αποπληθωριστικές πιέσεις και οικονομική στασιμότητα.

Υπάρχει μάλιστα ένα πρόσθετο πρόβλημα για τις κεντρικές τράπεζες.

Όταν ο πληθωρισμός είναι πολύ υψηλός, μπορούν να αυξήσουν τα επιτόκια.

Όταν όμως η οικονομία βυθίζεται σε αποπληθωρισμό, τα περιθώρια αντίδρασης μέσω των επιτοκίων είναι πολύ μικρότερα.

Προς το παρόν, πάντως, το πρόβλημα είναι η ακρίβεια

Το σενάριο του Πάπιτς είναι ακριβώς αυτό:

σενάριο για το τέλος της δεκαετίας και τη δεκαετία του 2030, όχι περιγραφή της σημερινής οικονομίας.

Σήμερα η κατάσταση στις ενεργειακές αγορές παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη.

Το Reuters υπολογίζει ότι οι συγκρούσεις έχουν μειώσει την παγκόσμια δυναμικότητα διύλισης περίπου κατά 10%, ενώ τα αποθέματα εξακολουθούν να μειώνονται παρά τις ιστορικές αποδεσμεύσεις στρατηγικών αποθεμάτων από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας.

Παράλληλα, η αγορά έχει ήδη απορροφήσει την απώλεια άνω του 1 δισ. βαρελιών προσφοράς από την έναρξη της σύγκρουσης, αλλά με πολύ μικρότερα πλέον αποθέματα ασφαλείας για να αντιμετωπίσει το επόμενο σοκ.

Και η εικόνα παραμένει τόσο εύθραυστη ώστε οι αναλυτές δεν αποκλείουν νέα άνοδο του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι εάν συνεχιστεί η πτώση των αποθεμάτων ή υπάρξει νέα κλιμάκωση.

Το παράδοξο του πολέμου

Κάπως έτσι διαμορφώνεται ένα από τα πιο ενδιαφέροντα οικονομικά παράδοξα της σημερινής κρίσης.

Ο πόλεμος προκαλεί ελλείψεις.

Οι ελλείψεις προκαλούν ακρίβεια.

Η ακρίβεια και ο φόβος νέων ελλείψεων προκαλούν επενδυτικό πυρετό.

Ο επενδυτικός πυρετός δημιουργεί νέα παραγωγική δυναμικότητα.

Και η υπερβολική παραγωγική δυναμικότητα μπορεί τελικά να προκαλέσει πτώση των τιμών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο αποπληθωρισμός είναι βέβαιος. Ούτε ότι ο σημερινός πληθωριστικός κίνδυνος έχει εξαφανιστεί — τα πραγματικά δεδομένα της αγοράς πετρελαίου δείχνουν ακριβώς το αντίθετο.

Αλλά η θεωρία του Πάπιτς φωτίζει μια πολύ μεγαλύτερη αλλαγή:

μετά την πανδημία, την Ουκρανία και τώρα το Ιράν, η παγκόσμια οικονομία εγκαταλείπει σταδιακά το μοντέλο του “just in time” και αγοράζει ασφάλεια με πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα.

Σήμερα αυτό κοστίζει ακριβά.

Σε μερικά χρόνια, όμως, μπορεί να δημιουργήσει τόσο μεγάλη προσφορά ώστε το οικονομικό πρόβλημα να αντιστραφεί πλήρως.

Ο ίδιος πόλεμος που σήμερα στέλνει τις τιμές προς τα πάνω μπορεί, μέσω των επενδύσεων που πυροδοτεί, να γίνει ένας από τους λόγους που αύριο θα τις στείλουν προς τα κάτω.

Διαβάστε ακόμη: