Αναμφισβήτητα η ελληνική οικονομία επιδεικνύει σημαντική ανθεκτικότητα, παρά τις διαδοχικές εξωγενείς διαταραχές των τελευταίων ετών, δηλαδή την πανδημία και την ενεργειακή κρίση, καθώς και τις τρέχουσες αναταράξεις στις αγορές κεφαλαίων με επίκεντρο το τραπεζικό σύστημα. Το ζήτημα είναι αν αυτή η ανθεκτικότητα, καθώς και οι σχετικά υψηλοί αναπτυξιακοί ρυθμοί θα έχουν διάρκεια, με δεδομένο και την τρέχουσα διεθνή γεωπολιτική και οικονομική αστάθεια.

Στην Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) πάντως, παραμένουν αισιόδοξοι για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, όπως άλλωστε σημείωσε σε ομιλία της στο 4ο Διεθνές Συνέδριο του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, η Υποδιοικήτρια της ΤτΕ, κ. Χριστίνα Παπακωνσταντίνου.

Ειδικότερα, η Ελλάδα έχει επανέλθει σε ισχυρή αναπτυξιακή τροχιά, και οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης της οικονομίας παραμένουν θετικές, υποστηριζόμενες από τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους και τα ευνοϊκά χαρακτηριστικά του δημόσιου χρέους.

Στην ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας έχει συμβάλει η πρόοδος που έχει συντελεστεί μετά την κρίση χρέους της προηγούμενης δεκαετίας, η οποία έθεσε τις βάσεις για διατηρήσιμη ανάπτυξη. Αναμφίβολα με μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό κόστος, αντιμετωπίστηκαν οι μακροοικονομικές ανισορροπίες (τα «δίδυμα» ελλείμματα, της γενικής κυβέρνησης και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών).

Επίσης, αποκαταστάθηκε η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και υλοποιήθηκαν σημαντικές μεταρρυθμίσεις σε τομείς όπως το ασφαλιστικό σύστημα, η αγορά εργασίας, το επιχειρηματικό περιβάλλον και η φορολογική διοίκηση. Παράλληλα, βελτιώθηκε η κεφαλαιακή επάρκεια και η ρευστότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και επιτεύχθηκε σημαντική αποκλιμάκωση του αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ).

Σύμφωνα με την ΤτΕ, οι θετικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας αντανακλώνται στη σημαντική αύξηση των ξένων άμεσων επενδύσεων που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια, στην αδιάλειπτη και με αποδεκτό κόστος πρόσβαση του Ελληνικού Δημοσίου στις διεθνείς αγορές, καθώς και στις διαδοχικές αναβαθμίσεις του αξιόχρεου της ελληνικής οικονομίας από τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης.

Η Ελλάδα εξάλλου, απέχει μόλις μία βαθμίδα από την ανάκτηση της επενδυτικής κατηγορίας, στόχος που είναι εφικτό να επιτευχθεί στη διάρκεια του τρέχοντος έτους, ιδίως μετά την πρόσφατη αναβάθμιση των προοπτικών της οικονομίας από τον οίκο Moody’s. Μια τέτοια εξέλιξη είναι καίριας σημασίας για την απρόσκοπτη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας εν μέσω της αυστηροποίησης των νομισματικών και χρηματοπιστωτικών συνθηκών, καθώς και της επιδείνωσης του επενδυτικού κλίματος και της αναζήτησης ασφαλέστερων τοποθετήσεων.

Ο «αγώνας» για την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας

Οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας

Όπως σημειώνει και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ) στην τελευταία του έκθεση, ο ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας το 2022 ήταν 5,9% υπερβαίνοντας τον μέσο ρυθμό της Ευρωζώνης (3,5%) ενώ, σε σχέση με το 2019, το ΑΕΠ είναι αυξημένο κατά 4,5% (έναντι 2,3% στην Ευρωζώνη). Και αυτό, παρά το σύνθετο διεθνές περιβάλλον.

Σημαντική βελτίωση παρουσιάζει και η αγορά εργασίας καθώς τον Ιανουάριο του 2023 η απασχόληση κατέγραψε ετήσια αύξηση 2,9% και το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 10,8% (από 13,7% τον Ιανουάριο του 2022).

Από την άλλη πλευρά όμως, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρουσιάζει σοβαρή επιδείνωση το 2022 με έλλειμμα 20,1 δις ευρώ (έναντι 12,3 δις το 2021 και μόλις 2,7 δις το 2019) ενώ ο εναρμονισμένος πληθωρισμός, παρά την αποκλιμάκωσή του από τον Οκτώβριο του προηγούμενου έτους, παραμένει υψηλός, στο 6,5%, αν και χαμηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (8,5%).

Η δημοσιονομική εικόνα του 2022 είναι σημαντικά καλύτερη από τις προβλέψεις του προϋπολογισμού. Η εκτίμηση του Γραφείου Προϋπολογισμού είναι πως το πρωτογενές αποτέλεσμα του 2022 θα κλείσει πιθανότατα σε θετικό έδαφος, με τη μεθοδολογία ESA, δηλαδή αφού συμπεριληφθούν και τα έσοδα από ANFAs και SMPs (που δεν συμπεριλαμβάνονταν στη μεθοδολογία προγράμματος και ενισχυμένης εποπτείας).

Η θετική δημοσιονομική επίδοση οφείλεται εν μέρει στον υψηλό ρυθμό μεγέθυνσης αλλά κυρίως στον υψηλό πληθωρισμό και την ισχυρή επίδρασή του στα δημόσια έσοδα. Για τον ίδιο λόγο αναμένεται να καταγραφεί και σημαντική μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, καθώς η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ υπερβαίνει την αύξηση του ονομαστικού χρέους.

Επίσης, παρά τις θετικές δημοσιονομικές του επιδράσεις, ο πληθωρισμός συρρικνώνει το πραγματικό εισόδημα μεγάλου μέρους των νοικοκυριών, ειδικά των πιο ευάλωτων, με αποτέλεσμα την αύξηση της κοινωνικής ανισότητας και των κοινωνικών εντάσεων. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στις τιμές των τροφίμων που παρά τη σχετική αποκλιμάκωση του γενικού δείκτη πληθωρισμού, εμφανίζουν υψηλό ρυθμό αύξησης.

Επιπλέον, η πίεση στα ευάλωτα νοικοκυριά και επιχειρήσεις εντείνεται από την αύξηση των επιτοκίων που επιβαρύνει την εξυπηρέτηση των χρεών τους.

Πώς θα «τρέξει» η ελληνική οικονομία – Σήμερα οι ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ

Τα “βάρη” της ενεργειακής κρίσης και της τραπεζικής αναταραχής

Οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας είναι αξιοσημείωτες, αν ληφθεί υπόψην ότι καταγράφονται εν μέσω της ενεργειακής κρίσης, η οποία οξύνθηκε μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία στις αρχές του 2022, και της αναγκαίας συσταλτικής κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής λόγω της ανόδου του πληθωρισμού σε ιστορικώς υψηλά επίπεδα, που επιδείνωσαν τις οικονομικές προοπτικές σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, η αβεβαιότητα για την ενεργειακή επάρκεια της Ευρώπης ενίσχυσε τη μεταβλητότητα στις διεθνείς τιμές της ενέργειας, κυρίως του φυσικού αερίου, επιδρώντας αρνητικά στο οικονομικό κλίμα, στη ζήτηση και στις επενδύσεις. Η σημαντικότερη επίπτωση της συνεχιζόμενης ενεργειακής κρίσης είναι η αύξηση του γενικού επιπέδου των τιμών, η οποία μειώνει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και υπονομεύει τις προοπτικές της οικονομίας.

Επιπλέον, η επιδείνωση των διεθνών νομισματικών και χρηματοπιστωτικών συνθηκών κατά τη διάρκεια του 2022 επηρέασε αυξητικά το κόστος δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου και των ελληνικών μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων. Μάλιστα, οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων εμφάνισαν μεγαλύτερη ευαισθησία στη διεθνή μεταβλητότητα σε σύγκριση με τους αντίστοιχους τίτλους άλλων ευρωπαϊκών χωρών, λόγω της χαμηλότερης πιστοληπτικής τους διαβάθμισης, αλλά και του περιορισμένου βάθους της αγοράς των ελληνικών τίτλων.

Το τελευταίο διάστημα, η αβεβαιότητα αυξήθηκε εκ νέου, ως αποτέλεσμα των διαταραχών στις αγορές κεφαλαίων που συνδέονται με την κατάρρευση της Silicon Valley Bank και άλλων μικρότερων τραπεζών στις ΗΠΑ, καθώς και τη διάσωση της Crédit Suisse με την παρέμβαση της Κεντρικής Τράπεζας της Ελβετίας και την εξαγορά της από την UBS. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει χαμηλή άμεση έκθεση στις παραπάνω τράπεζες.

Η ανθεκτικότητά του στις τρέχουσες αναταράξεις υποστηρίζεται από την υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια του και ρευστότητα, την εξυγίανση των ισολογισμών των ελληνικών τραπεζών με τη μείωση των ΜΕΔ, το ισχυρό εποπτικό πλαίσιο, καθώς και την ετοιμότητα των αρχών να προσφέρουν στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα πρόσθετη ρευστότητα, εφόσον κριθεί αναγκαίο.

Παρ’ όλα αυτά, η επιδείνωση του κλίματος εμπιστοσύνης συντελεί στην αύξηση της αποστροφής κινδύνου εκ μέρους των επενδυτών και στην περαιτέρω επιδείνωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών.

Οι προβλέψεις, οι προσδοκίες και τα «αγκάθια» του προϋπολογισμού

Τα εμπόδια και οι προκλήσεις

Από την πλευρά του το ΓΠΚΒ επισημαίνει ότι, παρότι η σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής κρίνεται απαραίτητη για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού, εντούτοις θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι αρνητικές παρενέργειές της κατά την λήψη των αποφάσεων για ενδεχόμενη περαιτέρω αυστηροποίησή της. Παράλληλα, η νομισματική πολιτική θα πρέπει να ιδωθεί συνδυαστικά με την αναμενόμενη αναθεώρηση του δημοσιονομικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με τις τελευταίες προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το 2023 θα είναι το τελευταίο έτος εφαρμογής της ρήτρας διαφυγής και το 2024 θα είναι μεταβατικό μέχρι την οριστικοποίηση του νέου πλαισίου. Στους επόμενους μήνες αναμένεται να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις για την τελική μορφή του οριστικού πλαισίου που θα τεθεί σε ισχύ από το 2025 και στις προβλέψεις του οποίου θα πρέπει να προσαρμοστεί η δημοσιονομική πολιτική της χώρας μας.

Συνεπώς, στο προσεχές διάστημα η νομισματική και η δημοσιονομική πολιτική θα έχουν περιοριστική κατεύθυνση, γεγονός που αναμένεται να οδηγήσει στην υποχώρηση του πληθωρισμού αλλά, ταυτόχρονα, θα έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα. Στο πλαίσιο αυτό καθοριστική αναμένεται να είναι η αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για τη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας.

Επιπλέον, θετική αναμένεται να είναι και η επίδραση από την αύξηση του κατώτατου μισθού στην κατανάλωση, χωρίς αρνητικά αποτελέσματα σε όρους απασχόλησης.

Συν τοις άλλοις, οι όποιες οικονομικές εξελίξεις επισκιάζονται από το τραγικό σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη. Πέρα από τις γενικότερες παθογένειες του κρατικού μηχανισμού, το δυστύχημα ανέδειξε με τραγικό τρόπο τη σημασία των δημόσιων υποδομών και ειδικότερα την ποιοτική τους διάσταση.

Η συζήτηση για τις δημόσιες επενδύσεις και υποδομές, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων χρηματοδοτείται από Ευρωπαϊκούς πόρους, δεν θα πρέπει να εξαντλείται στο ύψος των ταμειακών εισπράξεων και τα ποσοστά απορρόφησης αλλά να εξετάζει και το πραγματικό όφελος των δημόσιων έργων, τις επιπτώσεις τους στις συνθήκες ζωής των πολιτών και την παραγωγικότητα των επιχειρήσεων και, το κυριότερο, τον βαθμό αποτελεσματικής και υπεύθυνης διαχείρισής τους από τους αρμόδιους φορείς.

Με δεδομένο ότι το επόμενο διάστημα θα προχωρήσει η υλοποίηση έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ, αυτές οι διαστάσεις θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. Διαφορετικά, οι θετικές επιπτώσεις θα περιορίζονται στο βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, μέσω της αύξησης των δημόσιων δαπανών και της απασχόλησης, χωρίς να συνεισφέρουν στις μακροχρόνιες αναπτυξιακές προοπτικές.

Ποιοι παράγοντες θα κρίνουν την πορεία της ελληνικής οικονομίας

Οι προβλέψεις και οι προοπτικές

Σύμφωνα με την ΤτΕ, το 2023 ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να υποχωρήσει, εξαιτίας της αναμενόμενης επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στην ευρωζώνη και του γεγονότος ότι τόσο η δημοσιονομική πολιτική όσο και η νομισματική πολιτική αναμένεται να επιδράσουν συσταλτικά στην οικονομική δραστηριότητα το 2023.

Ωστόσο, με βάση τα πιο πρόσφατα στοιχεία για το ΑΕΠ και τους, έως τώρα, διαθέσιμους πρόδρομους δείκτες οικονομικής δραστηριότητας και προσδοκιών, η ελληνική οικονομία (όπως και η οικονομία της ΕΕ) αναπτύσσεται με ταχύτερους ρυθμούς από ό,τι αναμενόταν το προηγούμενο διάστημα.

Ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να ανακάμψει το 2024 και το 2025. Οι επιδόσεις αυτές μπορούν να επιτευχθούν υπό την προϋπόθεση ότι αφενός η γεωπολιτική κρίση θα έχει αποκλιμακωθεί και θα έχουν μειωθεί οι τιμές της ενέργειας και αφετέρου ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να ενισχύεται σημαντικά από τον διεθνή τουρισμό, καθώς και την καλή πορεία υλοποίησης των επενδυτικών σχεδίων με τη αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του μακροπρόθεσμου προϋπολογισμού της ΕΕ 2021-2027 και του ευρωπαϊκού μέσου ανάκαμψης Next Generation EU.

Οι προβλέψεις για την πορεία της οικονομίας το προσεχές διάστημα υπόκεινται σε αβεβαιότητες και κινδύνους οι οποίοι συνδέονται κυρίως με εξωγενείς παράγοντες. Ειδικότερα, οι κίνδυνοι περαιτέρω επιβράδυνσης του ρυθμού μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας συνδέονται με το ενδεχόμενο δυσμενών εξελίξεων αναφορικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία, τον πληθωρισμό και την πανδημία.

Επιπλέον, κινδύνους για την πορεία αύξησης του ΑΕΠ αποτελούν η χαμηλή απορροφητικότητα των κονδυλίων της ΕΕ και η εμφάνιση μιας νέας γενιάς μη εξυπηρετούμενων δανείων λόγω της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης μετά τη λήξη των μέτρων κρατικής στήριξης.

Εντούτοις, οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας προδιαγράφονται θετικές. Σε αυτό συμβάλλουν τουλάχιστον δύο παράγοντες. Πρώτον, τα επόμενα χρόνια η Ελλάδα θα λάβει στήριξη ύψους 40 δισεκ. ευρώ περίπου από το μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της ΕΕ 2021-2027 και 30 δισεκ. ευρώ από το Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας έως το 2026.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Ελλάδα 2.0), οι πόροι από το Μηχανισμό θα διατεθούν σε επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις με σκοπό, μεταξύ άλλων, την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση, την ενίσχυση της απασχόλησης, των δεξιοτήτων και της κοινωνικής συνοχής, την αναβάθμιση υποδομών, τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του συστήματος δικαιοσύνης.

Μάλιστα, αναμένεται να κινητοποιηθούν επιπρόσθετα ιδιωτικά κεφάλαια, ιδίως μέσω των δανείων του Μηχανισμού που θα διοχετευθούν από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα με ευνοϊκούς όρους. Ταυτόχρονα, η αναβάθμιση των υποδομών και η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος θα συμβάλουν στην προσέλκυση ξένων άμεσων και έμμεσων επενδύσεων.

Δεύτερον, οι θετικές μεσοπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας υποστηρίζονται από τα ευνοϊκά χαρακτηριστικά του δημόσιου χρέους. Ειδικότερα, το δημόσιο χρέος έχει όχι μόνο ευνοϊκή σύνθεση, καθώς αποτελείται κατά περίπου 76% από μεσομακροπρόθεσμες υποχρεώσεις προς τον επίσημο τομέα, αλλά και εξαιρετικά ευνοϊκή διάρθρωση των αποπληρωμών, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στο πλαίσιο των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι σχεδόν το σύνολο του δημόσιου χρέους είναι σε υποχρεώσεις σταθερού επιτοκίου, με τον ΟΔΔΗΧ να έχει εγκαίρως προβεί σε πράξεις αντιστάθμισης του επιτοκιακού κινδύνου τα προηγούμενα χρόνια. Ως αποτέλεσμα αυτών, μεσοπρόθεσμα δεν υφίστανται σημαντικοί κίνδυνοι από την αύξηση του κόστους χρηματοδότησης.

Ωστόσο, μακροπρόθεσμα υπάρχει αυξημένη αβεβαιότητα, καθώς η σταδιακή αναχρηματοδότηση του συσσωρευμένου χρέους προς τον επίσημο τομέα με όρους αγοράς θα αυξήσει την έκθεση του Ελληνικού Δημοσίου στον επιτοκιακό κίνδυνο και τον κίνδυνο αγοράς, γεγονός που εξαλείφει τα περιθώρια χαλάρωσης όσον αφορά το απαιτούμενο ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων και, κατ’ επέκταση, τη συμβολή του δημοσιονομικού αποτελέσματος στη σταθερή πτωτική πορεία του δημοσίου χρέους.

Εξάλλου, δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι το υψηλό δημόσιο χρέος περιορίζει τη δυνατότητα της δημοσιονομικής πολιτικής να υλοποιήσει δημόσιες επενδύσεις και να στηρίξει την οικονομία όποτε αυτό είναι αναγκαίο.

Διαβάστε περισσότερα