Σε επίπεδα που δεν είχαν καταγραφεί από την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή ανέβηκαν οι εξαγωγές αργού του Ιράκ τον Αύγουστο με την Βαγδάτη να φαίνεται να ανακτά ένα μέρος της χαμένης πετρελαϊκής της δυναμικής.
Το Ιράκ κατάφερε να αυξήσει σημαντικά τις ροές του προς τις διεθνείς αγορές, αξιοποιώντας τόσο τις περιορισμένες διελεύσεις από τον Κόλπο όσο και εναλλακτικές χερσαίες και αγωγικές διαδρομές, παρά τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ που συνεχίζεται ακόμα.
Από τις αρχές Αυγούστου, οι εξαγωγές έχουν διαμορφωθεί σε περίπου 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως, αντιστοιχώντας σε συνολικό όγκο περίπου 26 εκατ. βαρελιών από την 1η του μήνα. Πρόκειται για την καλύτερη επίδοση από τότε που η περιφερειακή κρίση ανέτρεψε τις παραδοσιακές ενεργειακές ροές της χώρας.
Η ανάκαμψη είναι σημαντική, αλλά δεν σημαίνει επιστροφή στην κανονικότητα. Πριν από τον πόλεμο, το Ιράκ παρήγαγε περίπου 4 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ενώ οι μέσες μηνιαίες εξαγωγές του έφθαναν περίπου τα 105 εκατ. βαρέλια.
Η μεγάλη εξάρτηση από το Ορμούζ
Η βασική αδυναμία του ιρακινού πετρελαϊκού μοντέλου παραμένει η γεωγραφία. Το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών πραγματοποιείται από τον τερματικό σταθμό της Βασόρας, με τα δεξαμενόπλοια να πρέπει στη συνέχεια να περάσουν από τα Στενά του Ορμούζ για να φθάσουν στις διεθνείς αγορές.
Η σημασία του περάσματος είναι τεράστια, καθώς υπό κανονικές συνθήκες από εκεί διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων ροών υδρογονανθράκων. Ο αποκλεισμός του από το Ιράν μετά την έναρξη της σύγκρουσης περιόρισε απότομα τη δυνατότητα του Ιράκ να διαθέτει τις παραγόμενες ποσότητες.
Τον Ιούλιο, οι εξαγωγές μέσω του Ορμούζ εκτιμάται ότι περιορίστηκαν μεταξύ 35,5 και 37 εκατ. βαρελιών, πολύ κάτω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από την κρίση.
Η πτώση των εξαγωγών είχε άμεσες συνέπειες και στην παραγωγή. Με τις δεξαμενές αποθήκευσης να γεμίζουν και τη δυνατότητα αποστολής φορτίων να περιορίζεται, το Ιράκ αναγκάστηκε να διακόψει ή να μειώσει τη λειτουργία πολλών πετρελαϊκών κοιτασμάτων.
Για μια οικονομία που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα έσοδα του πετρελαίου, η κατάσταση δημιούργησε ισχυρές πιέσεις και υποχρέωσε τη χώρα να αναζητήσει λύσεις έξω από τις παραδοσιακές θαλάσσιες οδούς.
Συρία και Τσεϊχάν ως εναλλακτικές έξοδοι
Η κρίση επιτάχυνε την προσπάθεια διαφοροποίησης των διαδρομών εξαγωγής. Μία από τις λύσεις που ενεργοποιήθηκαν ήταν η χερσαία μεταφορά αργού με βυτιοφόρα μέσω Συρίας, δημιουργώντας μια εναλλακτική δίοδο προς αγορές εκτός Περσικού Κόλπου.
Παράλληλα, επανήλθε στο προσκήνιο ο αγωγός που συνδέει το Ιράκ με το τουρκικό λιμάνι Τσεϊχάν στη Μεσόγειο. Η συγκεκριμένη οδός έχει ιδιαίτερη στρατηγική αξία, επειδή επιτρέπει στο ιρακινό πετρέλαιο να φθάνει απευθείας στη Μεσόγειο χωρίς να χρειάζεται να περάσει από το Ορμούζ.
Μόνο τον Ιούλιο, περίπου 7 εκατ. βαρέλια μεταφέρθηκαν μέσω αυτής της διαδρομής.
Η ποσότητα παραμένει περιορισμένη σε σχέση με τις ιστορικές εξαγωγές από τη Βασόρα, αλλά αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου η βασική θαλάσσια έξοδος της χώρας δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.
Η ενεργοποίηση εναλλακτικών οδών δεν έχει απλώς βραχυπρόθεσμη αξία. Αναδεικνύει και ένα από τα βασικά στρατηγικά προβλήματα του Ιράκ: την υπερβολική εξάρτηση από μία και μόνο γεωγραφική αρτηρία για την εξαγωγή του σημαντικότερου οικονομικού του προϊόντος.
Ανάκαμψη με μεγάλη απόσταση από τα προπολεμικά επίπεδα
Η άνοδος στα 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως δείχνει ότι το Ιράκ έχει καταφέρει να προσαρμόσει ένα μέρος του εξαγωγικού του συστήματος στις νέες συνθήκες. Ωστόσο, οι σημερινές ροές εξακολουθούν να απέχουν αισθητά από τις δυνατότητες της χώρας.
Πριν από την κρίση, η παραγωγή βρισκόταν περίπου στα 4 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ενώ οι μηνιαίες εξαγωγές ξεπερνούσαν κατά μέσο όρο τα 100 εκατ. βαρέλια. Με τα σημερινά δεδομένα, η χώρα εξακολουθεί να λειτουργεί με σημαντικά περιορισμένη εξαγωγική ικανότητα.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι εναλλακτικές διαδρομές δεν μπορούν ακόμη να αντικαταστήσουν πλήρως τη δυναμικότητα της Βασόρας και του Ορμούζ. Η χερσαία μεταφορά με βυτιοφόρα είναι ακριβότερη και λιγότερο αποτελεσματική, ενώ η χωρητικότητα του αγωγού προς το Τσεϊχάν δεν επαρκεί για να απορροφήσει το σύνολο των χαμένων θαλάσσιων ροών.
Παράλληλα, κάθε περιορισμός στις εξαγωγές έχει άμεση επίπτωση στην παραγωγή, καθώς οι πετρελαϊκές εγκαταστάσεις δεν μπορούν να συνεχίσουν απεριόριστα να αντλούν αργό όταν οι δυνατότητες αποθήκευσης εξαντλούνται.
Η εικόνα του Αυγούστου δείχνει, επομένως, μια μερική επιστροφή της ιρακινής παραγωγής στις διεθνείς αγορές, αλλά όχι αποκατάσταση της προπολεμικής κανονικότητας.
Η κρίση έχει καταστήσει σαφές ότι η ενεργειακή ασφάλεια του Ιράκ δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο πετρέλαιο μπορεί να παράγει, αλλά και από το πόσες διαφορετικές οδούς διαθέτει για να το εξάγει.
Όσο το Ορμούζ παραμένει υπό περιορισμούς, η Βαγδάτη θα συνεχίσει να στηρίζεται σε Τσεϊχάν, Συρία και κάθε διαθέσιμη εναλλακτική διαδρομή, επιδιώκοντας να ανακτήσει όσο μεγαλύτερο μέρος γίνεται από τις εξαγωγές που χάθηκαν μετά την έναρξη της σύγκρουσης.


