Η έντονη διόρθωση που καταγράφηκε στο ελληνικό χρηματιστήριο το τελευταίο δίμηνο δεν φαίνεται να λειτουργεί αποτρεπτικά για τους ξένους επενδυτές.

Αντιθέτως, σύμφωνα με πληροφορίες του radar από διαχειριστές κεφαλαίων στο εξωτερικό, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για επανατοποθετήσεις, καθώς οι αποτιμήσεις επανέρχονται σε πιο ελκυστικά επίπεδα, ιδίως στον τραπεζικό κλάδο που παραμένει ο βασικός «οδηγός» της αγοράς.

-----------------

Η εικόνα που μεταφέρεται από επενδυτικά desks σε Λονδίνο και Παρίσι είναι σαφής: μετά από μια περίοδο έντονης ανόδου το 2025, η ελληνική αγορά είχε αρχίσει να θεωρείται «ακριβή» σε σχέση με τον κίνδυνο που ενσωμάτωνε.

Η διόρθωση Φεβρουαρίου – Μαρτίου, ωστόσο, ανέτρεψε αυτή την εικόνα, επαναφέροντας την Ελλάδα στο ραντάρ των διεθνών χαρτοφυλακίων.

Κομβικό ρόλο σε αυτή την αλλαγή στάσης διαδραματίζουν τα passive funds, τα οποία –αν και ακολουθούν δείκτες– επαναξιολογούν την έκθεσή τους σε αγορές όπου διαμορφώνονται νέες επενδυτικές ευκαιρίες.

Όπως σημειώνουν παράγοντες της αγοράς, η υποχώρηση των τιμών δημιούργησε «παράθυρο εισόδου» σε μετοχές που πριν από λίγους μήνες θεωρούνταν υπερτιμημένες.

Το επόμενο στάδιο για τις ελληνικές τράπεζες: Οι μέχρι σήμερα κινήσεις που ολοκλήρωσαν την πρώτη φάση των στρατηγικών σχεδίων - Ακολουθούν την επόμενη διετία εξαγορές, διεθνοποίηση και νέα επιχειρηματικά μοντέλα

Στο επίκεντρο οι τράπεζες

Στο επίκεντρο αυτής της δυναμικής βρίσκονται οι τέσσερις συστημικές τράπεζες. Η Εθνική Τράπεζα, η Eurobank, η Τράπεζα Πειραιώς και η Alpha Bank έχουν καταγράψει σημαντικές απώλειες από τις αρχές Φεβρουαρίου, που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνούν το 20%-25%. Συγκεκριμένα οι απώλειες από τις αρχές Φεβρουαρίου ξεπερνούν το 19% για την Εθνική, κινούνται κοντά στο 22% για τη Eurobank, φτάνουν περίπου το 19% για την Πειραιώς και ξεπερνούν το 25% για την Alpha Bank.

Παρά τη διόρθωση, τα θεμελιώδη μεγέθη των τραπεζών παραμένουν ισχυρά, με υψηλή κερδοφορία, ενισχυμένη κεφαλαιακή επάρκεια και σαφείς προοπτικές διανομής μερισμάτων.

Η αντίφαση αυτή – πτώση τιμών αλλά σταθερά fundamentals – αποτελεί, σύμφωνα με αναλυτές, τον βασικό λόγο που τα ξένα κεφάλαια επανεξετάζουν τη στάση τους. «Η αγορά τιμολογεί περισσότερο τον εξωτερικό κίνδυνο και λιγότερο την πραγματική εικόνα των ισολογισμών», σημειώνει χαρακτηριστικά διεθνής διαχειριστής, προσθέτοντας ότι «σε αυτά τα επίπεδα, οι ελληνικές τράπεζες επανέρχονται σε ελκυστικές αποτιμήσεις».

Καθοριστικός παράγοντας για τη βραχυπρόθεσμη πορεία της αγοράς θεωρείται η απόφαση της MSCI σχετικά με την αναβάθμιση της Ελλάδας σε ανεπτυγμένη αγορά από το 2027. Η σχετική διαβούλευση έχει ολοκληρωθεί και η τελική ετυμηγορία επιβεβαίωσε την αλλαγή καθεστώτος, η οποία αναμένεται να καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τη ροή κεφαλαίων το επόμενο διάστημα.

Σε συνέχεια της απόφασης, εκτιμάται ότι θα ενεργοποιηθούν σημαντικές εισροές από passive κεφάλαια που ακολουθούν τους δείκτες ανεπτυγμένων αγορών. Ταυτόχρονα, δεν αποκλείονται και εκροές από κεφάλαια που επενδύουν αποκλειστικά σε αναδυόμενες αγορές, δημιουργώντας ένα περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας βραχυπρόθεσμα, αλλά με θετικό ισοζύγιο σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Πέραν του MSCI, οι επενδυτές αξιολογούν και το ευρύτερο μακροοικονομικό περιβάλλον. Η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή, οι πιέσεις στις τιμές ενέργειας και η αβεβαιότητα γύρω από την πορεία των επιτοκίων της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επηρεάζουν την επενδυτική ψυχολογία, περιορίζοντας την ανάληψη ρίσκου.

Ωστόσο, η ελληνική αγορά φαίνεται να διατηρεί ένα συγκριτικό πλεονέκτημα: συνδυάζει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ισχυρό τραπεζικό σύστημα και αυξανόμενο επενδυτικό ενδιαφέρον, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η ενέργεια, οι υποδομές και ο τουρισμός. Αυτό το «story» δεν έχει αλλάξει, παρά τη βραχυπρόθεσμη αναταραχή.

Στο πλαίσιο αυτό, η πρόσφατη διόρθωση ενδέχεται να λειτουργήσει ως σημείο επανατοποθέτησης και όχι ως ένδειξη αποδυνάμωσης της αγοράς. Όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, «οι ξένοι δεν φεύγουν – απλώς περιμένουν καλύτερες τιμές». Και φαίνεται ότι, μετά από δύο μήνες πιέσεων, αυτές οι τιμές αρχίζουν να διαμορφώνονται.

Σε «θέση μάχης» οι Τράπεζες μετά τη κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή - Τι φοβούνται οι τραπεζίτες – Ο σχεδιασμός για την αντιμετώπιση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή - Πόλεμος, πληθωρισμός και επιτόκια κρίνουν την κερδοφορία

Τα ισχυρά χαρτιά

Από την πλευρά τους και σε ότι αφορά στις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή στις τιμές της ενέργειας, στο ΑΕΠ, στον τουρισμό, στη ναυτιλία, και γενικότερα στην ποιότητα των δανείων, οι Έλληνες τραπεζίτες εμφανίζονται καθησυχαστικοί.

Όπως τονίζει στην «a» έμπειρος τραπεζίτης «επί του παρόντος έχουμε γίνει κοινωνοί αβεβαιότητας από τους πελάτες μας τόσο από τις επιχειρήσεις όσο και από τα νοικοκυριά, αλλά όχι και κοινωνοί πραγματικών προβλημάτων λόγω της γεωπολιτικής κρίσης».

Ειδικά ο κλάδος του τουρισμού ενδέχεται να βγει ωφελημένος, προσελκύοντας τουρίστες που θα πήγαιναν σε Κύπρο, Αίγυπτο και Τουρκία. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι τράπεζες παρακολουθούν στενά την πορεία των χαρτοφυλακίων τους, κάτι που επσήμαναν την περασμένη Τρίτη και στην επικεφαλής του SSM.

Την ίδια στιγμή οι επιπτώσεις της γεωπολιτικής κρίσης δεν καταφέρνουν προς το παρόν να επισκιάσουν τα επιχειρησιακά σχέδια των ελληνικών τραπεζών, τις προοπτικές για τα έσοδα και τα κέρδη τους, την πιστωτική επέκταση, τις επενδύσεις τους στην τεχνολογία και το ΑΙ, αλλά και την αξιοποίηση των κεφαλαιακών πλεονασμάτων για περαιτέρω εξαγορές και συγχωνεύσεις.

Οι Έλληνες τραπεζίτες εξακολουθούν να δίνουν σήμα για συνέχιση της αύξησης των νέων δανείων, τόσο προς επιχειρήσεις όσο και στη λιανική τραπεζική, εφεξής με ρυθμό της τάξεως του 8% ετησίως για τα επόμενα χρόνια. Δίνουν επίσης σήμα για σημαντική ενίσχυση της διαφοροποίησης των εσόδων των ελληνικών τραπεζών, σημαντική αύξηση των επενδύσεων στην τεχνολογία που θα συμβάλει στη μείωση του ήδη χαμηλού λειτουργικού κόστους και προοπτική περαιτέρω εξαγορών και συγχωνεύσεων -σε τράπεζες, εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων, ασφαλιστικές, χρηματιστηριακές και fintech, εντός και εκτός Ελλάδος-, υπό την προϋπόθεση ότι θα προσδίδουν αξία στις τράπεζες και στους μετόχους τους.

Σημαντικό βάρος δίνουν επίσης και στη διαμόρφωση ισορροπημένης πολιτικής μεταξύ μερισμάτων, επαναγορών ιδίων μετοχών και επιλεκτικών κινήσεων ανάπτυξης.

Goldman Sachs: Από την επιφύλαξη στην αποθέωση – Δύο deals που την έκαναν να «δει» Ελλάδα

Το μήνυμα της Goldman Sachs

Ήδη πάντως ένα πρώτο σαφές μήνυμα για τις ελληνικές τράπεζες έχει στείλει η Goldman Sachs τονίζοντας ότι παρά την πρόσφατη μείωση θέσεων στον τραπεζικό κλάδο, οι ελληνικές τράπεζες παραμένουν στον πυρήνα των επιλογών για επανατοποθέτηση.

Το πολιτικό ρίσκο εμφανίζεται περιορισμένο, με το σενάριο φορολόγησης να αποδυναμώνεται, ενώ οι αποδόσεις προς τους μετόχους δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση. Σε ένα περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας, η Ελλάδα αναδεικνύεται ως αγορά με ελκυστική σχέση κινδύνου-απόδοσης. Οι τράπεζες λειτουργούν έτσι ως βασικός μοχλός για το επόμενο trade του κλάδου, τονίζουν οι αναλυτές της επενδυτικής τράπεζας.

Ειδικά σε ότι αφορά τα σενάρια περί έκτασης φορολόγησης των τραπεζών, η δήλωση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη, μέσα στην εβδομάδα με την οποία απέρριψε την πρόταση του ΠΑΣΟΚ για την επιβολή έκτακτου φόρου στα κέρδη των τραπεζών, έστειλε τραπεζίτες και αναλυτές … στα ουράνια.

Μάλιστα, ο κ. Μαρινάκης έκανε και μια αναφορά, αυτονόητη μεν, ωστόσο πέρα για πέρα παραγνωρισμένη από τον δημόσιο διάλογο. Όπως σημείωσε, οι τράπεζες αποτελούν βασικό πυλώνα της οικονομίας και της απασχόλησης, προσθέτοντας ότι πολλές χιλιάδες θέσεις εργασίας εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από αυτές.

Διαβάστε ακόμη: