Επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας εξαιτίας των γεωπολιτικών εξελίξεων και σημαντική αύξηση του πληθωρισμού που, όμως, δύσκολα θα «πιάσει» διψήφιο ποσοστό – έστω και για βραχύ διάστημα – προβλέπει το βασικό σενάριο των τραπεζών για το 2022.

Ειδικότερα, όπως τόνισαν οι επικεφαλής οικονομολόγοι της Εθνικής Τράπεζας και της Τράπεζας Πειραιώς, κ. κ. Νίκος Μαγγίνας και Ηλίας Λεκκός, μιλώντας στο OT Forum, η ανάπτυξη για φέτος αναμένεται να… προσγειωθεί στο 3% έναντι αρχικών εκτιμήσεων για περίπου 5,5%, με τον πληθωρισμό να διαμορφώνεται πέριξ του 6%, με εξαίρεση έναν με δύο μήνες, οπότε και θα φτάσει στο 8% ή και υψηλότερα.

«Το βασικό σενάριο της Εθνικής Τράπεζας προβλέπει ανάπτυξη 3%, δηλαδή, πολύ χαμηλότερα από τις προβλέψεις τη Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ)», σχολίασε ο κ. Μαγγίνας, σημειώνοντας πως η ελληνική οικονομία από τη δομή της, αλλά και μετά από μία 10ετή κρίση, έχει συνηθίσει να λειτουργεί μόνο με τον έναν κινητήρα. «Για παράδειγμα, λειτουργώντας μόνο με ένα μικρό ποσοστό ανταγωνιστικών επιχειρήσεων κατάφερε να φτάσει τις εξαγωγές σε ιστορικά υψηλά», εξήγησε, για να προσθέσει: «Ένα κομμάτι της οικονομίας, ωστόσο, ποτέ δεν ανέκαμψε ουσιαστικά, δεν προέβη σε επενδύσεις, συνέχισε να αποεπενδύει και πλέον είναι αυτό που βάλλεται περισσότερο από τη σημερινή κρίση. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει το υγιές κομμάτι, με άφθονα ταμειακά διαθέσιμα που αποτελούν καύσιμο για μία ανάπτυξη».

Σύμφωνα με τον ίδιο, το αμέσως προηγούμενο διάστημα υπήρξε σοκ, κυρίως από την πλευρά της ζήτησης, που δημιούργησε προβλήματα στην προσαρμογή της προσφοράς. Το νέο σοκ ήρθε να «κουμπώσει» στη δομή του προηγούμενου, δημιουργώντας πρόβλημα στην πλευρά της προσφοράς, του κόστους ενέργειας, γεγονός που παρατείνει κάποιες από τις επιπτώσεις της πανδημίας. «Η καλή ανάγνωση πίσω από αυτές τις κρίσεις είναι ότι έσπρωξαν την Ευρώπη και την ελληνική οικονομία προς τα εμπρός. Έγιναν αλλαγές, όσον αφορά στη δομή της οικονομίας, τον βαθμό χρήσης ψηφιακών εργαλείων, τις ηλεκτρονικές συναλλαγές. Κάθε κρίση έχει μέσα της ένα κομμάτι προόδου», κατέληξε ο κ. Μαγγίνας.
Fitch Ratings: Αναβάθμιση - έκπληξη για τις ελληνικές τράπεζες έως Β+

«Είναι γεγονός ότι η υφιστάμενη γεωπολιτική κρίση έρχεται σε μία πολύ ατυχή στιγμή για την ελληνική οικονομία. Το 2022 ήταν η χρονιά που περιμέναμε όλοι ότι η εγχώρια οικονομία θα αφήσει πίσω της όχι μόνο την κρίση του κορωνοϊού, αλλά και την 10ετή κρίση. Με βάση τα όσα ξέρουμε μέχρι τώρα, γιατί τα πάντα εξαρτώνται από το πώς θα εξελιχθεί η πολεμική σύρραξη, εάν επικρατήσει το λογικό ή φυσιολογικό σενάριο η ελληνική οικονομία θα ανασχέσει τον ρυθμό ανάπτυξής της. Πριν τον πόλεμο περιμέναμε μία ανάπτυξη για το 2022 της τάξης του 5,5%. Αυτό θα μετριαστεί κοντά στο 3%, γιατί ο υψηλός πληθωρισμός θα μειώσει τα διαθέσιμα εισοδήματα και την αγοραστική δαπάνη», τόνισε από την πλευρά του, ο κ. Λεκκός.

Όπως υπογράμμισε, ο πληθωρισμός που λάμβανε υπόψη ο προϋπολογισμός ήταν της τάξης του 1% – 1,2%, επομένως από την αρχή ήταν υποεκτιμημένος. «Τώρα μιλάμε για ένα πληθωρισμό που κατά την άποψή μου κατά μέσο όρο καθ’ όλη τη διάρκεια του 2022 θα είναι κοντά στο 6,5%. Ένα ποσοστό πέριξ του 8% με 9% θα δούμε πιθανότατα ένα – δύο μήνες και στη συνέχεια, θα υπάρξει μία αποκλιμάκωση, ως απόρροια της μείωσης των διεθνών τιμών ενέργειας. Σε κάποιο βαθμό, πάντως, είναι τεχνητά υψηλός, αφού συγκρίνεται με έναν αρνητικό πληθωρισμό που είχαμε το 2021», συνέχισε.

Σύμφωνα με τον κ. Λεκκό, πάντως, το θέμα της ανάπτυξης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και από το πόσο θα επηρεαστεί ο τουρισμός. 
Σε γενικές γραμμές η ελληνική οικονομία εισπράττει γύρω στα 18 δισ. ευρώ από τον τουρισμό. Το 2021 φτάσαμε στα 11 δισ. ευρώ, βελτιωμένο από τα τέσσερα δισ. ευρώ του 2020, αλλά και πάλι πολύ χαμηλότερα από τα επίπεδα που είχαμε συνηθίσει ως χώρα.
«Εάν δεν υπήρχε η πολεμική σύρραξη θα μπορούσαμε κάλλιστα να επανέλθουμε στα επίπεδα των 18 δισ. ευρώ. Αυτό θα προσέθετε επτά δισ. ευρώ στην ελληνική οικονομία ως εισόδημα. Εκτίμησή μου είναι πως και πάλι ο τουρισμός θα πάει καλά, απλά μπορεί να μην δούμε το πλήρες όφελος αυτών των επτά δισ. ευρώ, αλλά ένα χαμηλότερο νούμερο, σίγουρα καλύτερο από το περυσινό. Αυτό θα μας δώσει την ανάπτυξη που περιμένουμε στο β’ μισό του έτους», κατέληξε.