Η εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης AI αρχίζει να αλλάζει τις ισορροπίες στην αγορά εργασίας, με όλο και περισσότερες εταιρείες να στρέφονται προς πιο έμπειρους εργαζομένους και να περιορίζουν τις θέσεις για νέους εργαζομένους.

Σύμφωνα με παγκόσμια έρευνα της Oliver Wyman, περισσότερο από το 40% των διευθυνόντων συμβούλων σχεδιάζει να μειώσει τις junior θέσεις εργασίας μέσα στα επόμενα ένα έως δύο χρόνια, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση σε στελέχη μεσαίου και ανώτερου επιπέδου. Αντίθετα, μόλις το 17% των CEOs δηλώνει ότι σκοπεύει να αυξήσει το ποσοστό των junior εργαζομένων στο ανθρώπινο δυναμικό του.

Τα στοιχεία δείχνουν σημαντική μεταστροφή σε σχέση με πριν από έναν χρόνο, όταν η τάση ήταν σχεδόν αντίστροφη.

«Οι εργαζόμενοι εισαγωγικού επιπέδου δυσκολεύονται πλέον περισσότερο να μπουν στην αγορά εργασίας», δήλωσε ο επικεφαλής του Oliver Wyman Forum, John Romeo. Όπως εξήγησε, οι εταιρείες στρέφονται πλέον περισσότερο σε εργαζομένους με εμπειρία, τους οποίους θεωρούν καταλληλότερους για την ενίσχυση της παραγωγικότητας.

Η μεταβολή αυτή συνδέεται άμεσα με τις δυνατότητες των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Τα AI agents μπορούν ήδη να εκτελούν εργασίες που μέχρι πρότινος αναλάμβαναν junior υπάλληλοι, όπως η συγγραφή κώδικα σε επίπεδο νεότερου προγραμματιστή ή η αξιολόγηση εμπορικών leads.

Ωστόσο, σύμφωνα με ειδικούς στην αγορά εργασίας, η τεχνητή νοημοσύνη εξακολουθεί να υστερεί σε τομείς που απαιτούν κρίση, εμπειρία και σύνθετη λήψη αποφάσεων.

«Οι εταιρείες λένε ουσιαστικά ότι χρειάζονται κάποιον που το έχει ξανακάνει, επειδή η εμπειρία, η κρίση και η ικανότητά του να λύνει προβλήματα τον καθιστούν πολύ πιο πολύτιμο», ανέφερε ο σύμβουλος και ακαδημαϊκός Ravin Jesuthasan, ο οποίος έχει συγγράψει σειρά βιβλίων για το μέλλον της εργασίας.

Τα ευρήματα της Oliver Wyman έρχονται να ενισχύσουν αντίστοιχη μελέτη του Harvard University, σύμφωνα με την οποία οι επιχειρήσεις που υιοθετούν generative AI περιορίζουν σημαντικά τις θέσεις junior εργαζομένων, διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό σταθερές τις ανώτερες βαθμίδες προσωπικού.

Παρόλα αυτά, αρκετοί αναλυτές προειδοποιούν ότι η υπερβολική εξάρτηση από την τεχνητή νοημοσύνη και η μείωση της πρόσληψης νέων εργαζομένων ενδέχεται να δημιουργήσει μελλοντικά έλλειψη έμπειρων στελεχών.

«Για να υπάρχουν στο μέλλον εργαζόμενοι μεσαίου επιπέδου που θα μπορούν να διαχειρίζονται ένα εργατικό δυναμικό βασισμένο στην τεχνητή νοημοσύνη, πρέπει πρώτα να μάθουν τη δουλειά και την εταιρεία», σημείωσε η Helen Leis της Oliver Wyman.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η IBM εμφανίζεται να ακολουθεί διαφορετική στρατηγική. Η εταιρεία ανακοίνωσε τον Φεβρουάριο ότι σχεδιάζει να τριπλασιάσει τις προσλήψεις εισαγωγικού επιπέδου στις ΗΠΑ μέσα στο 2026, προσαρμόζοντας παράλληλα τις περιγραφές θέσεων εργασίας στη νέα εποχή της AI.

Ωστόσο, η IBM θεωρείται μάλλον εξαίρεση. Μελέτη του Stanford University είχε δείξει ήδη από τον Νοέμβριο ότι οι νεότεροι εργαζόμενοι είχαν 16% περισσότερες πιθανότητες να χάσουν τη δουλειά τους σε επαγγέλματα με υψηλή έκθεση στην τεχνητή νοημοσύνη.

Ακόμη κι έτσι, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η μετατόπιση υπέρ των πιο έμπειρων εργαζομένων δεν συνεπάγεται απαραίτητα μεγαλύτερη εργασιακή ασφάλεια.

«Η δέσμευση των εταιρειών απέναντι στους εργαζομένους γίνεται όλο και πιο αδύναμη», δήλωσε η οικονομολόγος εργασίας Teresa Ghilarducci από το New School.

Διαβάστε ακόμη: