Σε νέα, ανοιχτή σύγκρουση με τον αμερικανικό Τύπο οδηγείται η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, μετά την απόφαση του υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ να κλητεύσει τέσσερις δημοσιογράφους των New York Times ενώπιον ομοσπονδιακού σώματος ενόρκων.
Οι κλητεύσεις συνδέονται με τα δημοσιεύματα της εφημερίδας για πιθανά κενά ασφαλείας στο νέο Air Force One, το πολυτελές Boeing 747-8 που παραχωρήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες από το Κατάρ και μετασκευάστηκε προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως προεδρικό αεροσκάφος.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς η έρευνα δεν περιορίζεται πλέον στην αναζήτηση εκείνων που φέρονται να διέρρευσαν ευαίσθητες πληροφορίες. Φέρνει τους ίδιους τους δημοσιογράφους ενώπιον των εισαγγελικών αρχών, αναζωπυρώνοντας τη συζήτηση για τα όρια μεταξύ της προστασίας της εθνικής ασφάλειας και της ελευθερίας του Τύπου.
Ομοσπονδιακοί πράκτορες στα σπίτια των ρεπόρτερ
Οι κλητεύσεις εκδόθηκαν την Παρασκευή από τον ομοσπονδιακό εισαγγελέα του Μανχάταν, Τζέι Κλέιτον, και υποχρεώνουν τους δημοσιογράφους να παρουσιαστούν την Τετάρτη ενώπιον ομοσπονδιακού σώματος ενόρκων.
Σύμφωνα με τα αμερικανικά δημοσιεύματα, οι τέσσερις δημοσιογράφοι που κλητεύθηκαν είναι οι Τζούλιαν Μπαρνς, Ερικ Λίπτον, Τάιλερ Πέιτζερ και Ερικ Σμιτ, οι οποίοι συμμετείχαν στην κάλυψη της υπόθεσης του νέου προεδρικού αεροσκάφους.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, οι κλητεύσεις δεν διαβιβάστηκαν μέσω των συνήθων νομικών διαδικασιών, αλλά επιδόθηκαν στα σπίτια των δημοσιογράφων από ομοσπονδιακούς πράκτορες. Το γεγονός αυτό προσέδωσε ακόμη μεγαλύτερη ένταση στην υπόθεση και ερμηνεύθηκε από την εφημερίδα ως σαφής επίδειξη πίεσης από την πλευρά της κυβέρνησης.
Τα σχετικά έγγραφα δεν περιγράφουν αναλυτικά το αντικείμενο της έρευνας. Αναφέρουν ότι ζητείται η κατάθεση των δημοσιογράφων στο πλαίσιο διερεύνησης μιας πιθανής παραβίασης της ομοσπονδιακής ποινικής νομοθεσίας, χωρίς να προσδιορίζεται ποια ακριβώς αδικήματα εξετάζονται.
Οι αποκαλύψεις για τα κενά ασφαλείας
Η παρέμβαση του υπουργείου Δικαιοσύνης ακολούθησε τα ρεπορτάζ των New York Times, σύμφωνα με τα οποία το αεροσκάφος που παραχώρησε το Κατάρ δεν διέθετε ακόμη το σύνολο των προηγμένων αμυντικών και αντικατασκοπευτικών συστημάτων που διαθέτει το παλαιότερο Air Force One.
Μεταξύ των ζητημάτων που τέθηκαν περιλαμβάνονταν οι δυνατότητες προστασίας από πυραυλικές απειλές και άλλες ειδικές διαμορφώσεις που απαιτούνται για την ασφαλή μεταφορά του Αμερικανού προέδρου.
Το αεροσκάφος, η αξία του οποίου υπολογίζεται περίπου στα 400 εκατ. δολάρια, είχε ήδη βρεθεί στο επίκεντρο πολιτικής αντιπαράθεσης εξαιτίας της προέλευσής του. Η αποδοχή ενός τόσο ακριβού δώρου από ξένη κυβέρνηση είχε προκαλέσει ερωτήματα όχι μόνο για την ασφάλεια, αλλά και για πιθανά ζητήματα δεοντολογίας και σύγκρουσης συμφερόντων.
Η αμερικανική κυβέρνηση έχει απορρίψει την εκδοχή ότι το νέο αεροσκάφος είναι ανεπαρκώς προστατευμένο, υποστηρίζοντας ότι πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη μεταφορά του προέδρου.
Η αλλαγή αεροσκάφους που προκάλεσε ερωτήματα
Η αντιπαράθεση εντάθηκε μετά την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να χρησιμοποιήσει το παλαιότερο Air Force One για τμήμα της επιστροφής του από την Τουρκία.
Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει ότι θα ταξίδευε με το παλαιό αεροσκάφος από την Αγκυρα προς τη βρετανική στρατιωτική βάση RAF Mildenhall, προκειμένου το νεότερο αεροπλάνο να παραμείνει διαθέσιμο για επίσκεψη από το αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό.
Η αλλαγή, ωστόσο, ερμηνεύθηκε από τους New York Times ως μέτρο ασφαλείας και συνδέθηκε με τις επιφυλάξεις που φέρονταν να έχουν διατυπωθεί για το επίπεδο προστασίας του καταριανού αεροσκάφους.
Αργότερα το ίδιο βράδυ, οπτικό υλικό έδειξε τον Ντόναλντ Τραμπ να επιβιβάζεται τελικά στο νέο Air Force One στη Βρετανία για την επιστροφή του στην Ουάσιγκτον. Φωτογραφικό υλικό του Reuters κατέγραψε τον Αμερικανό πρόεδρο μέσα στο συγκεκριμένο αεροσκάφος κατά την πτήση επιστροφής στις Ηνωμένες Πολιτείες στις 8 Ιουλίου.
«Δεν στοχοποιούμε τον Τύπο»
Εκπρόσωπος του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης δεν επιβεβαίωσε ούτε διέψευσε επισήμως τις κλητεύσεις, υποστήριξε όμως ότι η έρευνα δεν στρέφεται εναντίον των δημοσιογράφων.
Κατά την επίσημη κυβερνητική γραμμή, ο στόχος είναι να εντοπιστούν πρόσωπα που ενδεχομένως διέρρευσαν διαβαθμισμένες πληροφορίες, θέτοντας σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια.
Η κυβέρνηση επιχειρεί με αυτόν τον τρόπο να διαχωρίσει τους δημοσιογράφους από τις πηγές τους, υποστηρίζοντας ότι οι πρώτοι δεν αποτελούν τον τελικό στόχο της έρευνας. Η πρακτική σημασία αυτού του διαχωρισμού, πάντως, αμφισβητείται, καθώς η κλήτευση των ρεπόρτερ μπορεί να οδηγήσει σε πιέσεις για την αποκάλυψη εμπιστευτικών πηγών.
Το έδαφος για τέτοιες παρεμβάσεις είχε ήδη διαμορφωθεί από το 2025, όταν το υπουργείο Δικαιοσύνης αναθεώρησε την πολιτική του και επέτρεψε εκ νέου τη χρήση κλητεύσεων, δικαστικών εντολών και ενταλμάτων σε έρευνες που αφορούν δημοσιογράφους και διαρροές ευαίσθητων πληροφοριών.
Οι New York Times μιλούν για εκφοβισμό
Η αντίδραση των New York Times ήταν ιδιαίτερα σκληρή. Η εφημερίδα χαρακτήρισε την κίνηση πρωτοφανή κλιμάκωση στην προσπάθεια του Ντόναλντ Τραμπ να απειλήσει και να εκφοβίσει ανεξάρτητους δημοσιογραφικούς οργανισμούς.
Ο νομικός εκπρόσωπος της εφημερίδας υποστήριξε ότι η παρουσία ομοσπονδιακών πρακτόρων στα σπίτια δημοσιογράφων θα πρέπει να προκαλέσει ανησυχία σε κάθε Αμερικανό που πιστεύει στις συνταγματικές εγγυήσεις για την ελευθερία του Τύπου.
Την ίδια ανησυχία εξέφρασαν δημοσιογραφικές ενώσεις και οργανώσεις υπεράσπισης της ελευθερίας των Μέσων, οι οποίες προειδοποιούν ότι η πρακτική αυτή μπορεί να δημιουργήσει ένα κλίμα φόβου τόσο για τους δημοσιογράφους όσο και για τις πηγές τους.
Η υπόθεση του νέου Air Force One μετατρέπεται έτσι από μια συζήτηση για την ασφάλεια ενός προεδρικού αεροσκάφους σε μία πολύ ευρύτερη πολιτική και θεσμική σύγκρουση. Στο επίκεντρο δεν βρίσκεται πλέον μόνο το τι γνώριζε η κυβέρνηση για τις δυνατότητες του αεροσκάφους, αλλά και το κατά πόσο μπορεί να χρησιμοποιεί τους μηχανισμούς της ομοσπονδιακής Δικαιοσύνης για να αποκαλύψει τις πηγές ενός δημοσιεύματος που την έφερε σε δύσκολη θέση.
