Ο λογαριασμός της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας συνεχίζει να ανεβαίνει, παρά την αλλαγή του μηχανισμού με τον οποίο υπολογίζονται οι ετήσιες αναπροσαρμογές. Η αντικατάσταση του δείκτη του ΙΟΒΕ από τον νέο Ετήσιο Δείκτη Αναπροσαρμογής της ΕΛΣΤΑΤ δημιούργησε αρχικά την προσδοκία ότι οι αυξήσεις στα ασφάλιστρα θα περιορίζονταν αισθητά. Στην πράξη, όμως, οι αναπροσαρμογές που περνούν στην αγορά κινούνται και πάλι, κατά μέσο όρο, κοντά στο 8%.
Για χιλιάδες ασφαλισμένους, και κυρίως για όσους διατηρούν τα παλαιά ισόβια συμβόλαια υγείας, το μήνυμα παραμένει δυσάρεστα σταθερό: πληρώνουν ακριβά σήμερα και, εφόσον δεν αλλάξει η δομή του κόστους, είναι πιθανό να συνεχίσουν να πληρώνουν ακριβά και τα επόμενα χρόνια.
Ο πρώτος δείκτης της ΕΛΣΤΑΤ διαμορφώθηκε στο 7,23% για τα μακροχρόνια ασφαλιστήρια υγείας. Η πραγματική αξία του, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο τελικό ποσοστό. Για πρώτη φορά αποτυπώνεται με συγκεκριμένα στοιχεία το πώς διαμορφώνεται το κόστος των παλαιών συμβολαίων και γιατί οι αυξήσεις παραμένουν τόσο υψηλές.
Η ηλικία εκτοξεύει το κόστος
Το πιο αποκαλυπτικό εύρημα αφορά τη βαρύτητα που έχει η γήρανση των ασφαλισμένων. Οταν από τον υπολογισμό αφαιρείται η επίδραση της ηλικιακής μεταβολής του χαρτοφυλακίου, ο δείκτης περιορίζεται μόλις στο 1,76%, έναντι 7,23% όταν συνυπολογίζεται η γήρανση.
Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση του κόστους των ιατρικών και νοσοκομειακών υπηρεσιών εξηγεί μόνο ένα μέρος της συνολικής αναπροσαρμογής. Το μεγαλύτερο βάρος συνδέεται με το γεγονός ότι το χαρτοφυλάκιο των ισόβιων συμβολαίων γίνεται κάθε χρόνο μικρότερο και ταυτόχρονα γηραιότερο.
Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται αρκετές δεκαετίες πίσω, όταν οι ασφαλιστικές εταιρείες διέθεταν μαζικά ισόβια προγράμματα υγείας. Τα συμβόλαια αυτά γνώρισαν μεγάλη απήχηση, καθώς υπόσχονταν κάλυψη για όλη τη ζωή του ασφαλισμένου και απευθύνονταν κυρίως σε νεότερες ηλικίες.
Οι ασφαλισμένοι πλήρωναν επί σειρά ετών ασφάλιστρα, χωρίς κατά κανόνα να κάνουν εκτεταμένη χρήση των παροχών. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, άρχισαν φυσιολογικά να χρησιμοποιούν συχνότερα τις υπηρεσίες υγείας, με αποτέλεσμα το κόστος αποζημιώσεων να αυξάνεται.
Οι περισσότερες εταιρείες σταμάτησαν σταδιακά να διαθέτουν ισόβια συμβόλαια και στράφηκαν στα ετησίως ανανεούμενα προγράμματα, τα οποία επιτρέπουν μεγαλύτερη ευελιξία στην τιμολόγηση και στους όρους κάλυψης. Τα παλαιά συμβόλαια, ωστόσο, παρέμειναν ενεργά για όσους τα είχαν ήδη συνάψει.
Λιγότεροι ασφαλισμένοι, ακριβότερο χαρτοφυλάκιο
Η συρρίκνωση είναι εντυπωσιακή. Οι κάτοχοι ισόβιων συμβολαίων μειώθηκαν από περισσότερους από 711.000 το 2011 σε περίπου 424.000 το 2017, σε 272.659 το 2022 και σε μόλις 240.840 στο τέλος του 2024.
Το κόστος, όμως, δεν ακολούθησε αντίστοιχη πτωτική πορεία. Αντιθέτως, το ολοένα μικρότερο χαρτοφυλάκιο αποτελείται από ασφαλισμένους μεγαλύτερης ηλικίας, οι οποίοι έχουν αυξημένες ανάγκες νοσηλείας και περίθαλψης.
Ετσι, το κόστος διατήρησης των συμβολαίων μεταφέρεται σε σημαντικό βαθμό στους ίδιους τους ασφαλισμένους μέσω των ετήσιων αυξήσεων. Για τους κατόχους των προγραμμάτων αυτών δημιουργείται μια προφανής αίσθηση αδικίας. Επί δεκαετίες κατέβαλλαν ασφάλιστρα θεωρώντας ότι εξασφαλίζουν την κάλυψη που θα χρειαστούν όταν μεγαλώσουν. Τώρα βλέπουν το κόστος να αυξάνεται ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία η ιδιωτική ασφάλιση καθίσταται πιο αναγκαία.
Οι ασφαλιστικές δείχνουν τις αποζημιώσεις
Η πλευρά των ασφαλιστικών εταιρειών υποστηρίζει ότι οι αυξήσεις δεν αποτελούν αυθαίρετη επιλογή, αλλά αντανακλούν το πραγματικό κόστος των αποζημιώσεων που καταβάλλονται για τις νοσηλείες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ενωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος, μόνο το 2024 οι αποζημιώσεις υγείας αυξήθηκαν κατά περίπου 150 εκατ. ευρώ, ή 21%, σε σχέση με το 2023. Σε βάθος τετραετίας, η μέση ετήσια αύξηση διαμορφώθηκε στο 10,8%, ενώ συνολικά οι εταιρείες καταβάλλουν πλέον σχεδόν 1 δισ. ευρώ τον χρόνο για αποζημιώσεις υγείας.
Ανάλογη εικόνα προκύπτει και από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Το μέσο κόστος ανά ζημία αυξήθηκε από 4.376 ευρώ το 2022 σε 4.938 ευρώ το 2024, ενώ το καθαρό κόστος κάλυψης ανά ασφαλισμένο ανέβηκε από 779,82 ευρώ σε 950,88 ευρώ.
Ο πρόεδρος της ΕΑΕΕ, Αλέξανδρος Σαρρηγεωργίου, έχει επισημάνει ότι οι ασφαλιστικές ουσιαστικά «πληρώνουν τις αυξήσεις των νοσοκομείων», ζητώντας μεγαλύτερη διαφάνεια στην κοστολόγηση των νοσηλειών μέσω της εφαρμογής των Ομοιογενών Διαγνωστικών Ομάδων (DRGs).
Οι εταιρείες επικαλούνται παράλληλα και το ευρωπαϊκό πλαίσιο Solvency II, υποστηρίζοντας ότι ένας μόνιμος διοικητικός περιορισμός των αυξήσεων κάτω από το πραγματικό κόστος θα δημιουργούσε πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες άνω των 5 δισ. ευρώ. Αντίστοιχες επιφυλάξεις έχει εκφράσει και η Τράπεζα της Ελλάδος, προειδοποιώντας ότι άκαμπτες παρεμβάσεις ενδέχεται να προκαλέσουν προβλήματα φερεγγυότητας.
Οι κλινικές απορρίπτουν τις ευθύνες
Στην άλλη πλευρά, οι μεγάλοι ιδιωτικοί όμιλοι υγείας υποστηρίζουν ότι οι αυξήσεις στις συμβάσεις τους με τις ασφαλιστικές ήταν περιορισμένες και δεν δικαιολογούν το ύψος των αναπροσαρμογών στα ασφάλιστρα.
Οι ιδιωτικές κλινικές επικαλούνται, από την πλευρά τους, την άνοδο του λειτουργικού κόστους, από τις αμοιβές του προσωπικού και τα αναλώσιμα μέχρι την ενέργεια, τον ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό και τις επενδύσεις σε νέες θεραπευτικές μεθόδους.
Η συζήτηση, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τις ετήσιες αυξήσεις, αλλά και το συνολικό ύψος των νοσοκομειακών χρεώσεων. Διεθνείς συγκρίσεις εμφανίζουν ορισμένες επεμβάσεις στα ελληνικά ιδιωτικά νοσοκομεία να συγκαταλέγονται στις ακριβότερες της Ευρώπης.
Οι εκπρόσωποι των κλινικών αντιτείνουν ότι τέτοιες συγκρίσεις δεν λαμβάνουν πάντοτε υπόψη τις διαφορές στα πακέτα υπηρεσιών, στην πολυπλοκότητα των περιστατικών και στις τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται.
Το αποτέλεσμα είναι μια αλυσίδα αλληλομεταφοράς ευθυνών. Οι ασφαλιστικές δείχνουν τα νοσοκομεία, οι κλινικές δείχνουν το αυξημένο λειτουργικό τους κόστος και ο ασφαλισμένος καλείται κάθε χρόνο να πληρώσει έναν λογαριασμό του οποίου τη σύνθεση δεν μπορεί εύκολα να ελέγξει.
Η Αρχή ζητά καθαρή ενημέρωση
Αυτό ακριβώς επιχείρησε να αναδείξει η Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή. Στην πρώτη συγκεντρωτική αποτίμηση των φετινών αυξήσεων διαπίστωσε ότι, πέρα από το ύψος των αναπροσαρμογών, το βασικό πρόβλημα είναι πως ο ασφαλισμένος εξακολουθεί να μη γνωρίζει με σαφήνεια γιατί αυξήθηκε το δικό του συμβόλαιο.
Η Αρχή προτείνει την καθιέρωση ενιαίου τρόπου ενημέρωσης, ώστε κάθε ασφαλισμένος να βλέπει καθαρά το παλαιό και το νέο ασφάλιστρο, τη διαφορά σε ευρώ, το ποσοστό αύξησης και τους βασικούς παράγοντες που επηρέασαν την τιμή.
Παράλληλα, ζητά η έρευνα να επεκταθεί σε ολόκληρη την αλυσίδα κόστους της ιδιωτικής υγείας, από τις ασφαλιστικές και τα νοσοκομεία μέχρι τις ιατρικές πράξεις, τα υλικά και τις επιμέρους χρεώσεις.
Διότι το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι μόνο να γνωρίζει ο πολίτης πόσο αυξήθηκε το ασφάλιστρό του. Είναι να μπορεί να καταλάβει ποιος, με ποια χρέωση και για ποιον λόγο τού έστειλε τελικά τον λογαριασμό.
