Η συστηματική ανάλυση του βιντεοληπτικού υλικού και η παράλληλη χαρτογράφηση προσώπων του ευρύτερου αντεξουσιαστικού χώρου αποτέλεσαν τα δύο βασικά «κλειδιά» που οδήγησαν την Αντιτρομοκρατική στην εξιχνίαση της δολοφονικής εμπρηστικής επίθεσης στη Θεσσαλονίκη, κατά την οποία έχασε τη ζωή της η 72χρονη Βάγια Νέστορα, μητέρα της δικηγόρου και πολιτεύτριας της Νέας Δημοκρατίας, Αφροδίτης Νέστορα.
Μέσα σε μόλις εννέα ημέρες από την επίθεση, οι Αρχές προχώρησαν στη σύλληψη ενός 29χρονου και μιας 26χρονης, οι οποίοι κατηγορούνται ότι τοποθέτησαν και ενεργοποίησαν τον εμπρηστικό μηχανισμό που προκάλεσε τον θάνατο της άτυχης γυναίκας και τον τραυματισμό της κόρης και του συζύγου της. Παράλληλα συνελήφθη και ένας 24χρονος, το σπίτι του οποίου φέρεται να χρησιμοποιήθηκε ως επιχειρησιακή βάση πριν και μετά την επίθεση.
Η διπλή χαρτογράφηση που αποκάλυψε τους δράστες
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Αντιτρομοκρατική δεν ακολούθησε τη συνήθη πρακτική της αναζήτησης των δραστών από το σημείο της επίθεσης προς τη διαδρομή διαφυγής.
Αντίθετα, οι αστυνομικοί προχώρησαν σε μια διαφορετική επιχειρησιακή προσέγγιση.
Από τη μία πλευρά συγκέντρωσαν και ανέλυσαν κάθε διαθέσιμο βιντεοληπτικό υλικό από την περιοχή, ενώ παράλληλα δημιούργησαν μια λίστα περίπου 30 προσώπων του αντεξουσιαστικού χώρου της Θεσσαλονίκης που είχαν απασχολήσει στο παρελθόν τις διωκτικές αρχές.
Οι δύο αυτές παράλληλες έρευνες άρχισαν σταδιακά να συγκλίνουν.
Η 26χρονη έγινε η πρώτη ύποπτη
Καθοριστικό στοιχείο αποτέλεσε το γεγονός ότι η 26χρονη, λίγες ώρες μετά τη δολοφονική επίθεση, εγκατέλειψε τη Θεσσαλονίκη και ταξίδεψε στα Χανιά.
Οι αστυνομικοί αναζήτησαν τις κινήσεις της και κατάφεραν να την εντοπίσουν σε βιντεοληπτικό υλικό κοντά στο σημείο της επίθεσης.
Από εκείνη τη στιγμή θεωρήθηκε το βασικό πρόσωπο της έρευνας.
Η περαιτέρω ανάλυση των καμερών αποκάλυψε ότι λίγες ημέρες πριν από την επίθεση η ίδια και ο 29χρονος συγκατηγορούμενός της είχαν βρεθεί επανειλημμένα στην περιοχή της κατοικίας της οικογένειας Νέστορα, πραγματοποιώντας, σύμφωνα με την Αντιτρομοκρατική, κατοπτεύσεις και σχεδιασμό της επιχείρησης.
Το σπίτι-ορμητήριο των 250 μέτρων
Ακόμη ένα κρίσιμο στοιχείο προέκυψε όταν οι αστυνομικοί διαπίστωσαν ότι οι δύο βασικοί κατηγορούμενοι δεν κατευθύνθηκαν απευθείας προς τον στόχο τους.
Η ανάλυση του βιντεοληπτικού υλικού οδήγησε σε κατοικία που βρίσκεται περίπου 250 μέτρα από το σπίτι της οικογένειας Νέστορα.
Το διαμέρισμα αυτό ανήκει στον 24χρονο που επίσης συνελήφθη.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Αρχών, το ζευγάρι έφτασε εκεί μία ημέρα πριν από την επίθεση και το χρησιμοποίησε ως ορμητήριο.
Τα ξημερώματα της 1ης Ιουλίου πήραν από το διαμέρισμα τον εμπρηστικό μηχανισμό, κινήθηκαν πεζή μέχρι την κατοικία της οικογένειας, τον ενεργοποίησαν και στη συνέχεια επέστρεψαν στο ίδιο σημείο, εκμεταλλευόμενοι τη μικρή απόσταση.
Δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί αν ο 24χρονος γνώριζε τον πραγματικό σκοπό της παρουσίας τους ή αν χρησιμοποιήθηκε απλώς η κατοικία του ως ασφαλές σημείο διαφυγής.
Οι Αρχές βλέπουν δύο ομάδες κρούσης
Η Αντιτρομοκρατική θεωρεί πλέον σχεδόν βέβαιο ότι οι επιθέσεις της 1ης Ιουλίου δεν ήταν μεμονωμένες ενέργειες.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι υπήρξαν δύο διαφορετικές ομάδες, οι οποίες κινήθηκαν ταυτόχρονα στο πλαίσιο κοινού επιχειρησιακού σχεδιασμού.
Η πρώτη ομάδα φέρεται να πραγματοποίησε την επίθεση στο σπίτι της οικογένειας Νέστορα.
Η δεύτερη ομάδα εκτιμάται ότι πραγματοποίησε τις εμπρηστικές επιθέσεις στις κατοικίες των στελεχών της Νέας Δημοκρατίας Σάββα Αναστασιάδη και Ζήση Ιωακείμοβιτς.
Οι αστυνομικές αρχές εμφανίζονται αισιόδοξες ότι μετά τις τελευταίες εξελίξεις θα καταφέρουν να ταυτοποιήσουν και τα υπόλοιπα πρόσωπα που συμμετείχαν στις επιθέσεις.
Στο μικροσκόπιο συγκεκριμένος αναρχικός πυρήνας
Σύμφωνα με πληροφορίες, το ενδιαφέρον των ερευνητών έχει στραφεί σε συγκεκριμένη οργάνωση του ευρύτερου αναρχικού χώρου, η οποία είχε απασχολήσει και στο παρελθόν τις διωκτικές αρχές.
Παράλληλα εξετάζεται εάν πίσω από τις επιθέσεις υπήρχε οργανωμένος μηχανισμός με συντονιστικό ή καθοδηγητικό ρόλο, καθώς μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει ανάληψη ευθύνης, γεγονός που θεωρείται ασυνήθιστο για υποθέσεις αυτού του χαρακτήρα.
Στα Εγκληματολογικά Εργαστήρια συνεχίζεται η ανάλυση ψηφιακών πειστηρίων, ηλεκτρονικών συσκευών και επικοινωνιών των συλληφθέντων, ενώ εξετάζονται και τα αντικείμενα που κατασχέθηκαν κατά τις έρευνες.
Το προφίλ των δύο βασικών κατηγορουμένων
Η 26χρονη, σύμφωνα με τις Αρχές, είχε ενεργή παρουσία σε αναρχικές συλλογικότητες.
Παρότι κατάγεται από την Αθήνα, τα τελευταία χρόνια διέμενε στη Θεσσαλονίκη, ενώ είχε συλληφθεί το 2022 ως μέλος της οργάνωσης «Αναρχική Δράση», υπόθεση για την οποία είχε προφυλακιστεί.
Ο 29χρονος, που επίσης κατηγορείται για την επίθεση, φέρεται να συμμετέχει στο Συμβούλιο Αναρχικών Θεσσαλονίκης και είχε απασχολήσει τις Αρχές με προσαγωγές το 2015 και το 2016, χωρίς τότε να του αποδοθούν κατηγορίες.
Μετά την επίθεση, η 26χρονη αναχώρησε για τα Χανιά, όπου τελικά συνελήφθη, ενώ ο 29χρονος παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη, φέρεται όμως να ετοιμαζόταν να φύγει, έχοντας ήδη ζητήσει άδεια από την εργασία του. Η πληροφορία αυτή επιτάχυνε την επιχείρηση σύλληψής του, καθώς οι αστυνομικοί εκτίμησαν ότι ενδεχόμενη αναχώρησή του θα δυσχέραινε σημαντικά την εξέλιξη της έρευνας.
Το μήνυμα της Αφροδίτης Νέστορα
Με δημόσια ανάρτησή της, η Αφροδίτη Νέστορα, η οποία εξακολουθεί να νοσηλεύεται μετά την επίθεση, εξέφρασε την ικανοποίησή της για τις συλλήψεις, ευχαριστώντας την Ελληνική Αστυνομία για την έρευνα που οδήγησε στον εντοπισμό των βασικών κατηγορουμένων.
Παράλληλα ζήτησε η έρευνα να συνεχιστεί μέχρι να λογοδοτήσουν όλοι όσοι εμπλέκονται στην υπόθεση, είτε ως φυσικοί αυτουργοί είτε ως συνεργοί.
Η πολιτεύτρια της Νέας Δημοκρατίας υπογράμμισε ότι η τρομοκρατία δεν μπορεί να γίνει ανεκτή σε μια δημοκρατική κοινωνία, εκφράζοντας ταυτόχρονα την επιθυμία της οικογένειάς της οι κατηγορούμενοι να έχουν μια δίκαιη δίκη, επισημαίνοντας ότι αυτό ακριβώς διαφοροποιεί το κράτος δικαίου από την πολιτική βία.
Με τις τρεις συλλήψεις, η Αντιτρομοκρατική θεωρεί ότι έκανε το πρώτο αποφασιστικό βήμα για την εξιχνίαση της υπόθεσης, ωστόσο η έρευνα παραμένει ανοιχτή, με βασικό στόχο τον εντοπισμό της δεύτερης ομάδας κρούσης και τη διερεύνηση του ενδεχόμενου ύπαρξης ευρύτερου οργανωμένου δικτύου πίσω από τις συντονισμένες επιθέσεις της 1ης Ιουλίου.
