Η Νέα Δημοκρατία ανεβάζει τους τόνους απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, επιχειρώντας να αποδομήσει πλήρως τη στρατηγική που ακολουθεί η Χαριλάου Τρικούπη μετά το πρόσφατο συνέδριό της. Με αιχμή τις δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλος Μαρινάκης, το Μέγαρο Μαξίμου περνά στην αντεπίθεση, ξεκαθαρίζοντας ότι «δεν ζητήσαμε ποτέ συνεργασία» και κατηγορώντας το ΠΑΣΟΚ ότι απαντά σε ένα πολιτικό ερώτημα που… δεν έχει τεθεί.

Σύμφωνα με τη γραμμή που διατυπώθηκε, η ΝΔ θεωρεί πως το ΠΑΣΟΚ, υπό τον Νίκο Ανδρουλάκη, επέλεξε να εστιάσει αποκλειστικά στο «με ποιους δεν θα κυβερνήσει», αποφεύγοντας να απαντήσει στα δύο βασικά ερωτήματα που θέτει κάθε ψηφοφόρος: με ποιους θα συνεργαστεί και με ποιο πρόγραμμα. Κυβερνητικές πηγές τονίζουν ότι η στάση αυτή δείχνει πολιτική αμηχανία και έλλειψη ξεκάθαρης στρατηγικής, ιδίως για ένα κόμμα που θέλει να εμφανίζεται ως δύναμη εξουσίας.

Το αφήγημα της σύγκρουσης και η πίεση για απαντήσεις

Μάλιστα γαλάζια στελέχη θεωρούν ότι ο Ανδρουλάκης σύρθηκε σε ένα συνέδριο μόνο λόγω των πιέσεων που δεχόταν από τον Χάρη Δούκα.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ απορρίπτει εκ των προτέρων σενάρια συγκυβέρνησης με τη ΝΔ, χωρίς –όπως σημειώνει η κυβέρνηση– να έχει υπάρξει καν σχετική πρόταση. «Απαντούν σε μια πρόσκληση που ουδέποτε έχει σταλεί», είναι το χαρακτηριστικό σχόλιο, με το οποίο η ΝΔ επιχειρεί να αποδομήσει το αφήγημα της Χαριλάου Τρικούπη περί αυτόνομης πορείας με όρους πολιτικής καθαρότητας.

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση θέτει ευθέως το ερώτημα προς το ΠΑΣΟΚ: αν όχι με τη ΝΔ, τότε με ποιους; Στο κάδρο μπαίνουν τόσο ο Αλέξης Τσίπρας –σε περίπτωση επιστροφής του με νέο πολιτικό φορέα– όσο και ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και άλλες δυνάμεις της αντιπολίτευσης, όπως η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Με αυτόν τον τρόπο, η ΝΔ επιχειρεί να πιέσει το ΠΑΣΟΚ να αποσαφηνίσει τη στρατηγική του και να αναλάβει το πολιτικό κόστος των επιλογών του.

Προγραμματική κριτική, εσωκομματικές ισορροπίες και το αφήγημα της σταθερότητας

Στο κυβερνητικό στρατόπεδο εκτιμούν επίσης ότι το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ δεν παρήγαγε σαφές και κοστολογημένο πρόγραμμα. Η κριτική επικεντρώνεται σε αυτό που χαρακτηρίζεται ως «επιστροφή σε συνθήματα του παρελθόντος» και σε μια ρητορική παροχών χωρίς συγκεκριμένη τεκμηρίωση. Για τη ΝΔ, η έλλειψη προγραμματικής σαφήνειας ενισχύει την εικόνα ενός κόμματος που αποφεύγει να μιλήσει με όρους διακυβέρνησης.

Παράλληλα, ιδιαίτερη πολιτική σημασία αποδίδεται στις εσωκομματικές ισορροπίες του ΠΑΣΟΚ. Κυβερνητικά στελέχη εκτιμούν ότι από το συνέδριο ενισχυμένος βγήκε ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας, αποδίδοντάς του τη γραμμή «καλύτερα ακυβερνησία παρά συνεργασία».

Μια θέση που, σύμφωνα με τη ΝΔ, δημιουργεί ερωτήματα για τη συνολική κατεύθυνση του κόμματος και την ικανότητά του να συμβάλει σε κυβερνητικές λύσεις.

Στον αντίποδα, η Νέα Δημοκρατία επαναφέρει στο προσκήνιο το αφήγημα της σταθερότητας. Με φόντο τις εκλογές του 2027, η κυβέρνηση δηλώνει ότι επιδιώκει εκ νέου αυτοδυναμία, την οποία χαρακτηρίζει «μονόδρομο» για την πολιτική και οικονομική σταθερότητα της χώρας. Την ίδια στιγμή, στέλνει μήνυμα ότι, ακόμη και αν δεν προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση, η χώρα πρέπει να κυβερνηθεί, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεργασιών υπό προϋποθέσεις.

Η στρατηγική της ΝΔ είναι σαφής: επιχειρεί να εμφανίσει το ΠΑΣΟΚ ως δύναμη άρνησης, χωρίς ξεκάθαρο σχέδιο και χωρίς κυβερνητική προοπτική. Αντίθετα, προβάλλει τον εαυτό της ως τη μόνη αξιόπιστη επιλογή για σταθερή διακυβέρνηση. Σε αυτό το πλαίσιο, η φράση «δεν ζητήσαμε εμείς συνεργασία» λειτουργεί ως κεντρικός άξονας της πολιτικής επιχειρηματολογίας, επιχειρώντας να μεταφέρει την πίεση στην απέναντι πλευρά.

Καθώς ο πολιτικός χρόνος μετρά αντίστροφα προς τις επόμενες εκλογές, η αντιπαράθεση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ αναμένεται να ενταθεί. Το ζητούμενο για τους πολίτες παραμένει σαφές: όχι μόνο ποιος απορρίπτει ποιους, αλλά κυρίως ποιος μπορεί να κυβερνήσει – και με ποιους όρους.

Διαβάστε ακόμη: