Η μεγάλη πολιτική ρευστότητα που διαμορφώνεται εκατέρωθεν του παραδοσιακού κομματικού συστήματος έχει αρχίσει να προκαλεί έντονο προβληματισμό και στα ισχυρά επιχειρηματικά κέντρα της χώρας. Η εικόνα που καταγράφεται τόσο στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας όσο και στον χώρο της Κεντροαριστεράς δεν αφήνει πολλά περιθώρια για εύκολες προβλέψεις σχετικά με την επόμενη ημέρα των εκλογών.

Νέα κόμματα, μετακινήσεις ψηφοφόρων, φθορά των παραδοσιακών σχηματισμών και ενίσχυση της αβεβαιότητας δημιουργούν ένα σκηνικό στο οποίο η αυτοδυναμία μοιάζει ολοένα δυσκολότερη υπόθεση.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, σύμφωνα με τις συζητήσεις που γίνονται σε οικονομικούς και επιχειρηματικούς κύκλους, αναζητείται ήδη μια «διάδοχη κατάσταση», ένα μοντέλο διακυβέρνησης που θα μπορούσε να εξασφαλίσει πολιτική σταθερότητα χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από την εκλογική επίδοση ενός κόμματος.

Το σενάριο που εξετάζεται είναι εκείνο μιας κυβέρνησης συνεργασίας με επικεφαλής ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής, πιθανότατα τεχνοκράτη, το οποίο δεν θα αποτελεί κομματικό στέλεχος ή αν θα είναι στέλεχος θα πρέπει να έχει κοινή αποδοχή από τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις.

Το σενάριο της μεγάλης συνεννόησης

Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται ένα ενδεχόμενο που μέχρι σήμερα θα θεωρούνταν πολιτικά εξαιρετικά δύσκολο: μια συμφωνία ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, με την πιθανότητα να υπάρξει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, και συμμετοχή ή στήριξη του πολιτικού φορέα του Αλέξη Τσίπρα.

Είναι μια εναλλακτική που αρχίζει να εξετάζεται ως απάντηση στο ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης περιόδου ακυβερνησίας. Μια ακυβερνησία που πρωτίστως δεν συμφέρει επιχειρηματίες δυνατούς. Γι’ αυτό και το προηγούμενο διάστημα κάποιοι επιχειρηματίες μετέφεραν σε συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα την ανησυχία τους για την τροπή που παίρνει το πολιτικό σύστημα.

Το ζητούμενο για τους επιχειρηματικούς κύκλους είναι πρωτίστως η σταθερότητα. Μια χώρα που θα οδηγηθεί σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις, παρατεταμένη προεκλογική περίοδο και αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης θα αντιμετωπίσει αυξημένη αβεβαιότητα σε επενδύσεις, αγορές, μεγάλα έργα και οικονομικό σχεδιασμό. Γι’ αυτό και η αναζήτηση ενός προσώπου που θα μπορούσε να συγκεντρώσει ευρύτερη κοινοβουλευτική αποδοχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Γιατί ένας τεχνοκράτης

Η επιλογή τεχνοκράτη πρωθυπουργού θα μπορούσε να αποτελέσει τον συμβιβασμό που σήμερα φαίνεται δύσκολο να επιτευχθεί σε επίπεδο κομματικών αρχηγών. Ένα πρόσωπο χωρίς έντονο κομματικό παρελθόν θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως πρωθυπουργός ειδικής αποστολής, με βασικό στόχο τη διασφάλιση της κυβερνησιμότητας, της οικονομικής σταθερότητας και της συνέχειας του κράτους.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται και η δυσκολία. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δύσκολα θα αποδεχόταν να είναι η ΝΔ πρώτο κόμμα και ο ίδιος να μην είναι πρωθυπουργός.

Αντίστοιχα, το ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να εξηγήσει στο ακροατήριό του μια συνεργασία με τη ΝΔ την στιγμή που έχει πάρει αντίθετη απόφαση στο Συνέδριο του, ενώ και ο Αλέξης Τσίπρας, εφόσον ο νέος πολιτικός του φορέας επιβεβαιώσει τη δυναμική του, θα πρέπει να αποφασίσει εάν θα επιδιώξει την αυτοτελή διεκδίκηση της εξουσίας ή θα συμμετάσχει σε μια ευρύτερη συμφωνία. Πάντως, αυτοτελή κυβέρνηση είναι σχεδόν άπιαστο όνειρο για τον Τσίπρα.

Το μεγάλο τεστ θα είναι η κάλπη

Όλα, πάντως, θα εξαρτηθούν από τους πραγματικούς συσχετισμούς που θα προκύψουν στις εκλογές. Εάν κανένα κόμμα δεν μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση και οι αριθμοί αποκλείουν τις εύκολες συνεργασίες, τότε το σενάριο ενός προσώπου κοινής αποδοχής θα επιστρέψει δυναμικά στο τραπέζι.

Γι’ αυτό και οι επιχειρηματικοί κύκλοι παρακολουθούν πλέον με ιδιαίτερη προσοχή όχι μόνο τις δημοσκοπήσεις, αλλά και τις μετακινήσεις ψηφοφόρων, τη δυναμική των νέων κομμάτων και κυρίως το πόσο θα αντέξουν οι παραδοσιακές κομματικές ισορροπίες.

Από τον Σεπτέμβριο και μετά, όταν το πολιτικό τοπίο θα αρχίσει να αποκτά πιο καθαρή μορφή, αναμένεται να φανεί εάν η ιδέα μιας κυβέρνησης με τεχνοκράτη πρωθυπουργό θα παραμείνει απλώς ένα σχέδιο επί χάρτου ή θα εξελιχθεί σε πραγματική εναλλακτική για την επόμενη ημέρα.

Διαβάστε ακόμη: