Οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα παραμένουν υψηλοί, επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Ειδικότερα, η κλιμάκωση των γεωπολιτικών κινδύνων με τη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία και την ανάφλεξη των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, σε συνδυασμό με τις αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων, εξακολουθούν να επιδρούν καθοριστικά στη διατήρηση των πληθωριστικών πιέσεων.

Από την άλλη, η σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής με σκοπό την επαναφορά του πληθωρισμού στο στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα επηρεάζει την οικονομική δραστηριότητα, την ικανότητα αποπληρωμής των υφιστάμενων δανείων από τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, καθώς και τη ζήτηση νέων δανείων.

Επιπρόσθετα, παραμένει ο κίνδυνος μίας απότομης ανατιμολόγησης των περιουσιακών στοιχείων στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίων, με πιθανές επιπτώσεις και στο μη τραπεζικό χρηματοπιστωτικό τομέα παγκοσμίως. Στον αντίποδα, η επίτευξη ισχυρής οργανικής κερδοφορίας του τραπεζικού τομέα, αλλά και η αναβάθμιση του αξιόχρεου του Ελληνικού Δημοσίου στην επενδυτική βαθμίδα αμβλύνουν σε μεγάλο βαθμό τις αρνητικές επιδράσεις.

Κατά την ΤτΕ, η επίδραση εξωγενών παραγόντων αποτελεί την κύρια πηγή κινδύνου για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, αλλά και την ελληνική οικονομία ευρύτερα. Η διαμόρφωση επαρκώς περιοριστικού επιπέδου βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ για μακρό χρονικό διάστημα εξαιτίας της διατήρησης του πληθωρισμού υψηλότερα του στόχου διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο.

Η θετική επίδραση στην κερδοφορία των τραπεζών είναι αδιαμφισβήτητη, ωστόσο δοκιμάζεται η ανθεκτικότητα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται το κόστος αναχρηματοδότησης του κρατικού χρέους. Η αναβάθμιση του αξιόχρεου του Ελληνικού Δημοσίου στην επενδυτική βαθμίδα, οι χαμηλές χρηματοδοτικές ανάγκες της επόμενης διετίας και η ευνοϊκή διάρθρωση αποπληρωμών του ελληνικού χρέους αμβλύνουν σε μεγάλο βαθμό τους κινδύνους.

Επιπρόσθετα, ενέργειες οι οποίες αποσκοπούν στη διεύρυνση του υφιστάμενου ανταγωνισμού στο τραπεζικό τομέα είναι θετικές και προς όφελος των καταναλωτών. Εντούτοις, κρίνεται αναγκαίο να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του επιχειρηματικού μοντέλου των τραπεζών, ώστε να δημιουργούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για διατηρήσιμη κερδοφορία και πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές με ευνοϊκούς όρους.

Τυχόν απότομη χειροτέρευση των διεθνών χρηματοπιστωτικών συνθηκών μπορεί να έχει δυσμενείς επιδράσεις τόσο στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα όσο και στη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, προκαλώντας αναταράξεις.

Συνεπώς, δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού και αναδεικνύεται η σημασία της συνέχισης της συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, της ταχείας υλοποίησης των προωθούμενων μεταρρυθμίσεων, καθώς και της επιτάχυνσης της απορρόφησης των πόρων του Next Generation EU για την επίτευξη διατηρήσιμης ανάπτυξης και τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

ΕΛΣΤΑΤ: Ανάπτυξη 2,7% για την ελληνική οικονομία το β’ τρίμηνο

Η καλή εικόνα της ελληνικής οικονομίας

Όπως παρατηρεί πάντως η ΤτΕ, η ελληνική οικονομία διατήρησε σημαντικό μέρος της αναπτυξιακής της δυναμικής και το πρώτο εξάμηνο του 2023. Το ΑΕΠ σε σταθερές τιμές αυξήθηκε με πιο ήπιους ρυθμούς σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Η κύρια συνιστώσα της ανάπτυξης ‒ αν και με κάποια επιβράδυνση ‒ παρέμεινε η ιδιωτική κατανάλωση, η οποία υποστηρίχθηκε και από την αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών.

Θετικά συνέβαλαν οι επενδύσεις και οι εξαγωγές τόσο των αγαθών όσο και των υπηρεσιών, ενώ η δημόσια κατανάλωση είχε οριακά θετική συμβολή. Αντίθετα, αρνητική συνεισφορά είχαν οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΤτΕ, για το 2024 αναμένεται θετική μεταβολή του ΑΕΠ, ενώ στην αγορά εργασίας αναμένεται περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης και μείωση του ποσοστού ανεργίας.

Ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα αποκλιμακωθεί σημαντικά το 2023, κυρίως λόγω της υποχώρησης των τιμών της ενέργειας και της επίδρασης των μέτρων νομισματικής πολιτικής.

Στο δημοσιονομικό “μέτωπο”, η ΤτΕ σημειώνει μεταξύ άλλων ότι, η αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης του Ελληνικού Δημοσίου στην επενδυτική κατηγορία αποτελεί σημαντικό ορόσημο για την αναγνώριση της αξιοπιστίας της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής τα τελευταία χρόνια ενώ καθιστά τους τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου αποδεκτούς από την ΕΚΤ ως εγγύηση για την παροχή ρευστότητας μέσω των πράξεων ανοιχτής αγοράς στις ελληνικές τράπεζες χωρίς την εφαρμογή παρέκκλισης (waiver) από τις ελάχιστες απαιτήσεις πιστοληπτικής διαβάθμισης.

Παρότι τα επιτόκια παραμένουν αυξημένα λόγω της περαιτέρω σύσφιγξης της νομισματικής πολιτικής, τα spreads των ελληνικών ομολόγων έναντι των αντίστοιχων γερμανικών συνεχίζουν την καθοδική πορεία τους από την αρχή του έτους. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και από του υπόλοιπους οίκους αξιολόγησης θα οδηγήσει σε πολύ μεγάλη διεύρυνση της επενδυτικής βάσης για τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, προσελκύοντας νέα επενδυτικά κεφάλαια, με αποτέλεσμα τη συγκράτηση των ανοδικών επιδράσεων που ασκεί στις αποδόσεις τους η αυστηροποίηση των διεθνών νομισματικών και χρηματοπιστωτικών συνθηκών.

Επίσης, η αναβάθμιση του αξιόχρεου των ελληνικών τίτλων ασκεί θετική επίδραση και στις ελληνικές επιχειρήσεις και τις τράπεζες μέσω της μείωσης του κόστους δανεισμού τους και της προσέλκυσης νέων κεφαλαίων. Επιπλέον διευκολύνεται περαιτέρω η ενεργητική διαχείριση του δημοσίου χρέους, ενισχύοντας τη ρευστότητα στην αγορά κρατικών τίτλων, μειώνοντας τη μεγάλη μεταβλητότητα στις τιμές των ομολόγων στη δευτερογενή αγορά.

Η ενισχυμένη πρόσβαση στις αγορές παρέχει ευελιξία στη διαχείριση των αναγκών ρευστότητας και των απαιτήσεων χρηματοδότησης από τον ΟΔΔΗΧ. Συνεπώς η εμβάθυνση της αγοράς ομολόγων θα επιτρέψει το δανεισμό με συγκριτικά μεγαλύτερης διάρκειας ομόλογα, διατηρώντας σχετικά μεγάλη τη μεσοσταθμική διάρκεια του δημοσίου χρέους και χαμηλές τις ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες.

Οι δημοσιονομικές προκλήσεις

Η προσπάθεια ενίσχυσης της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής και η διαφύλαξη της δημοσιονομικής υπευθυνότητας θα πρέπει να συνεχιστεί καθώς η πιστοληπτική διαβάθμιση της χώρας υπολείπεται ακόμα της κατηγορίας που βρισκόταν το 2009, πριν το ξέσπασμα της κρίσης χρέους, όπως παρατηρεί η ΤτΕ. Σε ένα περιβάλλον υψηλού πληθωρισμού, χαμηλότερων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, υψηλών επιτοκίων για μεγάλο χρονικό διάστημα και αυξημένης αβεβαιότητας λόγω των διαδοχικών ρήσεων, με τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης να γίνονται ολοένα και πιο εμφανείς, η αξιοπιστία στην άσκηση οικονομικής πολιτικής με μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό λαμβάνει καθοριστική σημασία.

Επιπλέον, η νομισματική και δημοσιονομική πολιτική πρέπει να είναι καλά συντονισμένες, ώστε να διασφαλίζεται αφενός η σταθερότητα των τιμών και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, και αφετέρου η δημοσιονομική βιωσιμότητα.

Συνεπώς, για όσο διάστημα είναι απαραίτητη η αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ με στόχο τη μείωση του πληθωρισμού στο στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα, η κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής θα πρέπει να είναι περιοριστική, ώστε να μη δημιουργείται πλεονάζουσα ζήτηση που θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τις τρέχουσες πληθωριστικές πιέσεις. Είναι κρίσιμο οι εθνικές πολιτικές να συμβάλλουν στη συγκράτηση των πληθωριστικών προσδοκιών, ώστε να αποφευχθεί ένα σπιράλ αυξητικής δυναμικής των τιμών, που θα οδηγούσε σε εντονότερη και μεγαλύτερης διάρκειας σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής.

Η ταχεία υιοθέτηση του νέου δημοσιονομικού πλαισίου της Ε.Ε. θα συμβάλει στη μείωση της αβεβαιότητας και στην ενίσχυση της σαφήνειας και αξιοπιστίας σχετικά με τη μελλοντική κατεύθυνση και το συντονισμό της δημοσιονομικής πολιτικής στην ευρωζώνη.

Επιπλέον, προκειμένου να βελτιωθεί η ανθεκτικότητα της οικονομίας καθώς και τα δημοσιονομικά μεγέθη, χρειάζεται να ενισχυθεί και να θωρακιστεί η δυνητική παραγωγή μέσω τόνωσης των επενδύσεων, της καινοτομίας και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας Νοέμβριος 2023 20 η αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του Μηχανισμού Ανάκαμψης είναι καθοριστικός παράγοντας για την υλοποίηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, καθώς και για την κάλυψη του επενδυτικού κενού και, ειδικότερα, την ενίσχυση των επενδύσεων σε ανθρώπινο κεφάλαιο, καθαρή ενέργεια και ψηφιακές τεχνολογίες.

Τράπεζες: Στόχος η επιστροφή στην αγορά των Βαλκανίων το 2023

Η κατάσταση του τραπεζικού συστήματος

Την ίδια ώρα, το χρηματοπιστωτικό σύστημα βρίσκεται σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν για να αντιμετωπίσει πιθανές αναταράξεις.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, η εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών και η βελτίωση των βασικών δεικτών αποδοτικότητας και ρευστότητάς τους συνεχίστηκε. Ταυτόχρονα, καθώς η πρόσβαση της χώρας στις αγορές και η εμπιστοσύνη των επενδυτών έχουν πλέον αποκατασταθεί πλήρως, κατά την περίοδο Μαρτίου-Οκτωβρίου καταγράφηκε ανατίμηση του συνόλου των μετοχικών αξιών και ειδικότερα των τραπεζικών μετοχών.

Η προοπτική αναβάθμισης του αξιόχρεου του Ελληνικού Δημοσίου σε επενδυτική βαθμίδα και η βελτίωση των αποτελεσμάτων των τραπεζών, λειτούργησαν ως μοχλός προεξόφλησης θετικών προσδοκιών για τον τραπεζικό τομέα. Ωστόσο, μετά τον Σεπτέμβριο οι διορθωτικές κινήσεις που παρατηρούνται στις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές, συμπαρέσυραν χαμηλότερα τις αποτιμήσεις των ελληνικών μετοχικών τίτλων.

Αναλυτικότερα, οι συνθήκες ρευστότητας και χρηματοδότησης του ελληνικού τραπεζικού τομέα το εννεάμηνο του 2023 βελτιώθηκαν περαιτέρω.

Οι καταθέσεις του συνόλου των κατοίκων εσωτερικού συνέχισαν την ανοδική τους πορεία το εννεάμηνο του 2023 (+2,5% σε ετήσια βάση), με αποτέλεσμα τα ρευστά διαθέσιμα των ελληνικών τραπεζών να παραμείνουν σε υψηλό επίπεδο, παρά τη σημαντική αποπληρωμή μεγάλου μέρους της ρευστότητας που είχαν αντλήσει μέσω των στοχευμένων πράξεων πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (Targeted Longer-Term Refinancing Operations ‒ TLTRO III).

Το α΄ εξάμηνο του 2023 η ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων βελτιώθηκε οριακά. Ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) προς το σύνολο των δανείων τον Ιούνιο του 2023 διαμορφώθηκε σε 8,6%, έναντι 8,7% τον Δεκέμβριο του 2022. Το συνολικό απόθεμα των ΜΕΔ διαμορφώθηκε σε 12,7 δισ. ευρώ, μειωμένο κατά 3,8% ή 501 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2022.

Οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι ενίσχυσαν σημαντικά την οργανική τους κερδοφορία. Το α΄ εξάμηνο του 2023 κατέγραψαν κέρδη μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες ύψους 1,9 δισ. ευρώ, έναντι κερδών 2,3 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2022. Θετικά συνέβαλε η αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους, ως αποτέλεσμα της αύξησης των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ. Ως εκ τούτου, τα έσοδα από κύριες τραπεζικές εργασίες (δηλαδή τα καθαρά έσοδα από τόκους και προμήθειες) αυξήθηκαν σημαντικά κατά 46,7%.

Τέλος, η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων υποχώρησε ελαφρά και η ποιότητα των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων τους παραμένει χαμηλή. Τον Ιούνιο του 2023 ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 ratio – CET1 ratio) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε σε 14,2%, από 14,5% τον Δεκέμβριο του 2022, κυρίως λόγω της αρνητικής επίδρασης από την εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του ΔΠΧΑ 9 και της αύξησης του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ενεργητικού.

Κυβέρνηση – Τράπεζες: Λευκός καπνός για τη στήριξη των ευάλωτων που έχουν δάνεια - Συμφωνία «σταθμός» για τους δανειολήπτες

Τι έχουν να αντιμετωπίσουν οι τράπεζες

Βραχυπρόθεσμα, υπάρχουν προκλήσεις για την περαιτέρω εξυγίανση του ενεργητικού των τραπεζών. Συγκεκριμένα, οι διαδοχικές αυξήσεις των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ, στο πλαίσιο της σύσφιγξης της νομισματικής πολιτικής, δοκιμάζουν την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Το κόστος εξυπηρέτησης του υφιστάμενου δανεισμού και η ζήτηση νέων δανείων έχουν επηρεαστεί σημαντικά.

Συνεπώς, η αύξηση των επιτοκίων ενδέχεται να επηρεάσει με χρονική υστέρηση και την ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να συνεχιστεί η προσπάθεια εξυγίανσης και απαλλαγής του τραπεζικού τομέα από τα βάρη του παρελθόντος. Ενέργειες που στοχεύουν στην εξυγίανση του εναπομείναντος αποθέματος ΜΕΔ και στην επίτευξη σύγκλισης με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (Μάρτιος 2023: 1,8%), καθώς και η οριστική επίλυση λοιπών υφιστάμενων εκκρεμοτήτων αξιολογούνται θετικά και πρέπει να αποτελούν προτεραιότητα για τις τράπεζες.

Η διατήρηση της υφιστάμενης κερδοφορίας των τραπεζών αποτελεί επίσης πρόκληση. Η επίδραση από τις αυξήσεις των επιτοκίων στο καθαρό επιτοκιακό αποτέλεσμα των τραπεζών είναι θετική, καθώς η πλειονότητα των δανείων τους έχει συναφθεί με κυμαινόμενο επιτόκιο. Το γεγονός αυτό αντανακλάται στην επίτευξη σημαντικής κερδοφορίας και στη διαμόρφωση των χρηματοοικονομικών δεικτών αποδοτικότητας σε υψηλό επίπεδο.

Εντούτοις, μεσοπρόθεσμα αναμένεται να αυξηθεί το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών λόγω της σταδιακής αύξησης των επιτοκίων καταθέσεων και του αυξημένου κόστους έκδοσης ομολόγων για την κάλυψη των ελάχιστων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL). Η επίτευξη των στόχων των τραπεζών για μεγέθυνση του χαρτοφυλακίου δανείων τους, εν μέσω κάμψης της οικονομικής δραστηριότητας και υψηλού κόστους χρηματοδότησης, αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση των υφιστάμενων υψηλών δεικτών αποδοτικότητας.

Η υφιστάμενη κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών κρίνεται ικανοποιητική, αλλά οι τράπεζες οφείλουν να ενισχύσουν περαιτέρω τα κεφαλαιακά τους αποθέματα. Η αυξημένη κερδοφορία διαμορφώνει ευνοϊκές συνθήκες για τη δημιουργία εσωτερικού κεφαλαίου. Σε συνδυασμό με την υλοποίηση εταιρικών ενεργειών των τραπεζών (π.χ. συνθετικές τιτλοποιήσεις, αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου για τις λιγότερο σημαντικές τράπεζες) και την έκδοση πρόσθετων κεφαλαιακών μέσων (Additional Tier 1, Tier 2) για την κάλυψη εποπτικών απαιτήσεων, η αυξημένη κερδοφορία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την περαιτέρω ενίσχυση των κεφαλαιακών αποθεμάτων ασφαλείας πάνω από τα ελάχιστα απαιτούμενα όρια.

Παρ’ όλα αυτά, η μερισματική πολιτική των τραπεζών οφείλει να λαμβάνει υπόψη την αυξημένη αβεβαιότητα στο επιχειρησιακό περιβάλλον.

Διαβάστε ακόμη: