Η εκρηκτική ανάπτυξη του αεροπορικού τουρισμού στην Ευρώπη δεν φέρνει μόνο έσοδα, πληρότητες και επενδύσεις. Φέρνει και έναν λιγότερο προβεβλημένο λογαριασμό: υψηλότερες τιμές κατοικίας, αυξημένα ενοίκια και μεγαλύτερη πίεση για τους μόνιμους κατοίκους στις τουριστικές περιοχές.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα μελέτης του New Economics Foundation, που εκπονήθηκε για λογαριασμό της Transport & Environment, σύμφωνα με την οποία η αύξηση των διεθνών αεροπορικών αφίξεων έχει άμεση επίπτωση στην αγορά κατοικίας σε μεγάλες τουριστικές οικονομίες της Ευρώπης. Το εύρημα αφορά ιδιαίτερα χώρες όπως η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιταλία, όπου ο τουρισμός αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομίας αλλά και παράγοντα έντονης πίεσης στις τοπικές κοινωνίες.
Η ελληνική περίπτωση
Για την Ελλάδα, τα στοιχεία είναι ηχηρά. Σύμφωνα με τη μελέτη, η αύξηση των αεροπορικών τουριστικών αφίξεων κατά 27,2% την περίοδο 2019-2025 συνδέεται με μέση αύξηση 8.500 ευρώ στις τιμές κατοικίας και με ετήσια επιβάρυνση 342 ευρώ στο μέσο ενοίκιο νοικοκυριού.
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ετήσια επιβάρυνση στα ενοίκια μεταξύ των χωρών που εξετάζονται. Για σύγκριση, η αντίστοιχη αύξηση εκτιμάται στα 236 ευρώ στην Ισπανία, στα 220 ευρώ στην Πορτογαλία και στα 202 ευρώ στην Ιταλία.
Η μελέτη δεν ισχυρίζεται ότι ο αεροπορικός τουρισμός είναι η μόνη αιτία της στεγαστικής κρίσης. Αυτό θα ήταν απλουστευτικό. Δείχνει όμως ότι η αύξηση των αφίξεων, ειδικά σε αγορές με περιορισμένη προσφορά κατοικιών και έντονη τουριστική ζήτηση, λειτουργεί ως πρόσθετος μηχανισμός ανόδου των τιμών.
Το Νότιο Αιγαίο στην κορυφή της Ευρώπης
Η πίεση είναι ακόμη πιο εμφανής σε επίπεδο περιφερειών. Το Νότιο Αιγαίο καταγράφει, σύμφωνα με την ανάλυση, 19 ξένες αφίξεις ανά κάτοικο, την υψηλότερη αναλογία μεταξύ 273 ευρωπαϊκών περιφερειών. Ο μέσος όρος στην Ε.Ε. είναι μόλις 0,9 αφίξεις ανά κάτοικο.
Το στοιχείο αυτό εξηγεί γιατί η συζήτηση για τον υπερτουρισμό δεν είναι πλέον θεωρητική. Σε περιοχές όπου η τουριστική ζήτηση ξεπερνά τις δυνατότητες των υποδομών, η κατοικία γίνεται ακριβότερη, οι εργαζόμενοι δυσκολεύονται να μείνουν κοντά στον τόπο εργασίας τους και η καθημερινότητα των κατοίκων αλλάζει ριζικά.
Μεταφορά πλούτου προς τους ιδιοκτήτες
Η μελέτη περιγράφει την επίπτωση αυτή ως μεταφορά πλούτου από τους ενοικιαστές προς τους ιδιοκτήτες ακινήτων. Οι ιδιοκτήτες βλέπουν την αξία της περιουσίας τους να αυξάνεται, ενώ τα νοικοκυριά που νοικιάζουν επιβαρύνονται με υψηλότερο κόστος στέγασης.
Η πρόβλεψη για την περίοδο 2026-2031 δείχνει ότι η πίεση θα συνεχιστεί. Για την Ελλάδα, η περαιτέρω αύξηση των αεροπορικών τουριστικών αφίξεων κατά 13% εκτιμάται ότι μπορεί να οδηγήσει σε νέα μέση αύξηση 4.100 ευρώ στις τιμές κατοικίας και σε επιπλέον ετήσια επιβάρυνση 163 ευρώ στο ενοίκιο.
Οι αυξήσεις αυτές είναι εθνικοί μέσοι όροι. Στην πράξη, η επίπτωση είναι πιθανό να είναι πολύ μεγαλύτερη στα τουριστικά hotspots, δηλαδή στα νησιά, στα ιστορικά κέντρα και στις περιοχές όπου η κατοικία ανταγωνίζεται ευθέως τη βραχυχρόνια μίσθωση.
Χαμηλοί μισθοί, υψηλή εξάρτηση
Η άλλη πλευρά του προβλήματος είναι η ποιότητα της ανάπτυξης που παράγει ο τουρισμός. Στην Ελλάδα, ο κλάδος φιλοξενίας και εστίασης αντιστοιχούσε το 2023 στο 22% των ωρών εργασίας, αλλά μόλις στο 9% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας.
Ακόμη πιο αιχμηρό είναι το στοιχείο για τους μισθούς. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι αμοιβές στον κλάδο της φιλοξενίας στην Ελλάδα αντιστοιχούν περίπου στο 54% του μέσου όρου της οικονομίας.
Άρα το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι αυξάνονται τα ενοίκια. Είναι ότι αυξάνονται σε περιοχές όπου μεγάλο μέρος των εργαζομένων απασχολείται σε χαμηλότερα αμειβόμενους κλάδους. Δηλαδή, ο εργαζόμενος που στηρίζει το τουριστικό προϊόν συχνά δυσκολεύεται να ζήσει εκεί όπου αυτό παράγεται.
Το δίλημμα για το ελληνικό μοντέλο
Η μελέτη της T&E ζητά να ενταχθούν στις αξιολογήσεις για τις αεροπορικές και τουριστικές επενδύσεις όχι μόνο οι αφίξεις, οι εισπράξεις και οι θέσεις εργασίας, αλλά και οι επιπτώσεις στη στέγαση, στους μισθούς, στις τοπικές κοινωνίες και στο περιβάλλον.
Για την Ελλάδα, τα ευρήματα έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η στεγαστική πίεση παραμένει ένα από τα βασικά οικονομικά ζητήματα για τα νοικοκυριά, ενώ ο τουρισμός συνεχίζει να αποτελεί κεντρικό πυλώνα της ανάπτυξης. Το ζητούμενο, σύμφωνα με τη μελέτη, είναι η αποτύπωση του πλήρους οικονομικού ισοζυγίου της τουριστικής δραστηριότητας, με συνυπολογισμό τόσο των ωφελειών όσο και των επιβαρύνσεων που προκαλεί στις περιοχές υποδοχής.
