Η ανοδική πορεία των τιμών των κατοικιών, δυστυχώς, δεν έχει σταματημό και συνεχίστηκε και στο πρώτο εφετινό τρίμηνο, καθώς η προσφορά ολοένα και μειώνεται, με αποτέλεσμα να διογκώνεται συνεχώς το κόστος στέγασης και να οξύνεται το κοινωνικό πρόβλημα για ολοένα και περισσότερα εισοδηματικά στρώματα, αγγίζοντας πλέον και τα μεσαία τμήματα της κοινωνίας.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της ΤτΕ, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 οι τιμές των διαμερισμάτων – σε ονομαστικούς όρους – ήταν κατά μέσο όρο αυξημένες κατά 5,7% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025. Μιλάμε, βέβαια, για τα δηλωμένα εισοδήματα, γιατί η πραγματικότητα για το ύψος των καταβαλλομένων μισθωμάτων είναι τελείως διαφορετική, όπως ευκόλως καθίσταται αντιληπτό.

Με τη σειρά του ο ΙΟΒΕ, σε έκθεση/ανάλυση του πιστοποιεί με αριθμούς, γιατί το κόστος στέγασης “τρώει” μεγάλο μέρος των χαμηλότερων εισοδημάτων, αφού τα νοικοκυριά με εισόδημα κάτω από το 60% του διάμεσου εισοδήματος εξακολουθούν να δαπανούν περίπου το 60% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στεγαστικές δαπάνες.

Δηλαδή, ένας μισθωτός των 1.000 ευρώ δαπανά τα 600 ευρώ, τουλάχιστον, για πληρωμή του ενοικίου ή του στεγαστικού του δανείου, μαζί, κατά τον ΙΟΒΕ, με τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας και τις δαπάνες συντήρησης.

Η πραγματικότητα είναι ακόμα χειρότερη, αν προστεθούν παράγοντες, όπως η ανεξέλεγκτη ακρίβεια, η μείωση της αγοραστικής δύναμης χαμηλών και μεσαίων εισοδηματικών στρωμάτων, η ενεργειακή κρίση με τις αυξημένες τιμές καυσίμων-μεταφορικών και αυξημένων τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας.

Τα προαναφερόμενα και επισήμως υψηλά ποσοστά επιβάρυνσης του κόστους στέγασης, που στην πραγματικότητα είναι ακόμα υψηλότερα, έχουν δυσμενή επίδραση και στις καθυστερήσεις πληρωμών ενυπόθηκων δανείων, ενοικίων και λογαριασμών κοινής ωφέλειας. Στην Ελλάδα, τα νοικοκυριά κάτω από το 60% του λεγόμενου “διάμεσου” εισοδήματος εμφανίζουν ποσοστά καθυστερήσεων που κυμαίνονται μεταξύ 50% και 80% καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου, με έντονη ανοδική τάση από το 2020 και έπειτα, φτάνοντας περίπου στο 77% – 80% το 2024 – 2025.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με την ενεργειακή κρίση και την αύξηση του κόστους διαβίωσης μετά το 2021, υποδηλώνοντας ότι σχεδόν 4 στα 5 νοικοκυριά, κάτω από το όριο της φτώχειας, αδυνατούν πλέον να ανταποκριθούν έγκαιρα στις στεγαστικές ή ενεργειακές τους υποχρεώσεις. Τα νοικοκυριά άνω του 60% του “διάμεσου” εισοδήματος βρίσκονται σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα, γύρω στο 30%-45%, αν και με ανοδική τάση τα τελευταία χρόνια. Ακριβώς αυτό το τελευταίο στοιχείο αποδεικνύει ότι οι οικονομικές πιέσεις οδηγούν σε στεγαστική αφερεγγυότητα νέα κοινωνικά στρώματα, πέραν των χαμηλότερων εισοδημάτων, αγγίζοντας ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των χαρακτηριζόμενων ως μεσαίων εισοδηματικών τμημάτων της κοινωνίας

Διαβάστε ακόμη: