Σε μετωπική πολιτική σύγκρουση κυβέρνησης και ΠΑΣΟΚ εξελίσσεται η συζήτηση για τα «κόκκινα» δάνεια και το ιδιωτικό χρέος, λίγες ημέρες πριν από τη ΔΕΘ, με το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών να απαντά σε εξαιρετικά υψηλούς τόνους στις προτάσεις που παρουσίασε ο Νίκος Ανδρουλάκης.
Η κυβέρνηση δεν απορρίπτει απλώς την πρόταση του ΠΑΣΟΚ για δικαίωμα προαίρεσης του δανειολήπτη πριν από την πώληση ενός δανείου σε fund.
Αμφισβητεί ευθέως ότι το λεγόμενο «κυπριακό μοντέλο» λειτουργεί με τον τρόπο που παρουσιάζεται, θέτει θέμα συμβατότητας μιας υποχρεωτικής εξαγοράς με το ευρωπαϊκό δίκαιο και προειδοποιεί ότι μια οριζόντια ρύθμιση θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει σε λιγότερη και ακριβότερη τραπεζική πίστη για όλους.
Και το κάνει με μια βαριά πολιτική αιχμή:
«Με τέτοιες προτάσεις, η απόσταση από τις πιο αξέχαστες οικονομικές ιδέες του 2015 αρχίζει να γίνεται ανησυχητικά μικρή».
Οι 11 δεσμεύσεις Ανδρουλάκη
Η αντιπαράθεση ξεκίνησε μετά την παρουσίαση από τον Νίκο Ανδρουλάκη ενός πακέτου 11 δεσμεύσεων για το ιδιωτικό χρέος, το οποίο το ΠΑΣΟΚ χαρακτηρίζει «συμβόλαιο τιμής» με τους δανειολήπτες.
Στο πακέτο περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η επαναφορά της προστασίας της πρώτης κατοικίας με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια, νέα ρύθμιση 120 δόσεων προς το Δημόσιο, αλλαγές στον εξωδικαστικό μηχανισμό, αυστηρότερο πλαίσιο για τους servicers, ρύθμιση για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο, προστασία της αγροτικής γης και ακατάσχετος επαγγελματικός λογαριασμός.
Το σημείο που άναψε, όμως, τη μεγαλύτερη φωτιά είναι το δικαίωμα προαίρεσης του δανειολήπτη πριν από τη μεταβίβαση του δανείου του σε fund.
Η λογική του ΠΑΣΟΚ είναι ότι, εφόσον μια τράπεζα είναι έτοιμη να πουλήσει μια απαίτηση σε τρίτο επενδυτή σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την ονομαστική αξία του δανείου, ο ίδιος ο δανειολήπτης θα πρέπει προηγουμένως να έχει τη δυνατότητα να εξαγοράσει την οφειλή του σε τιμή συνδεδεμένη με εκείνη της πώλησης, προσαυξημένη κατά ποσοστό που θα προβλέπει η νομοθεσία.
Και σε αυτό ακριβώς το σημείο παρεμβαίνει το ΥΠΕΘΟ.
«Αυτό που περιγράφετε δεν υπάρχει στην Κύπρο»
Η κυβερνητική απάντηση επιχειρεί πρώτα απ’ όλα να αποδομήσει την επίκληση του κυπριακού παραδείγματος.
Το υπουργείο παραπέμπει συγκεκριμένα στο άρθρο 18 του κυπριακού νόμου 169(I)/2015.
Τι προβλέπει;
Πριν από την πώληση μιας πιστωτικής διευκόλυνσης, ο δανειολήπτης, οι εγγυητές και οι πάροχοι εξασφαλίσεων μπορούν, εφόσον το επιθυμούν, να υποβάλουν μέσα σε 45 ημέρες πρόταση αγοράς του δανείου που πρόκειται να πωληθεί.
Εδώ βρίσκεται η κρίσιμη διαφορά που επικαλείται το ΥΠΕΘΟ.
Η κυπριακή νομοθεσία δίνει τη δυνατότητα στον οφειλέτη να κάνει πρόταση.
Δεν προβλέπει, σύμφωνα με την κυβερνητική ερμηνεία, ότι ο οφειλέτης έχει μονομερές δικαίωμα να αγοράσει το δάνειο σε ένα συγκεκριμένο ποσοστό της αξίας του ούτε ότι ο πιστωτής είναι υποχρεωμένος να αποδεχθεί την προσφορά.
Γι’ αυτό και το υπουργείο πετάει ουσιαστικά το γάντι στο ΠΑΣΟΚ:
«Πού ακριβώς στον κυπριακό νόμο προβλέπεται το δικαίωμα του οφειλέτη να εξαγοράσει μονομερώς το δάνειό του σε ένα συγκεκριμένο ποσοστό της αξίας του;»
Και απαντά το ίδιο:
«Αυτή τη διάταξη, όσο κι αν αναζητήσει κανείς στον κυπριακό νόμο, δεν θα τη βρει».
Το ΠΑΣΟΚ επιμένει: Άλλο πράγμα προτείνουμε
Η θέση της Χαριλάου Τρικούπη, ωστόσο, είναι διαφορετική.
Το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει ότι η πρότασή του δεν αφορά πτωχευτική διαδικασία ούτε μια γενικευμένη διαγραφή χρεών.
Αφορά το στάδιο πριν η τράπεζα μεταβιβάσει το δάνειο σε fund.
Η θέση του είναι ότι, εφόσον η ίδια η τράπεζα έχει αποδεχθεί πως θα πουλήσει την απαίτηση σε χαμηλότερη τιμή, ο δανειολήπτης θα πρέπει να έχει πρώτος τη δυνατότητα να την αποκτήσει στην τιμή που πρόκειται να δοθεί στο fund, με την προβλεπόμενη προσαύξηση.
«Είναι απολύτως ψευδές ότι υπάρχει τέτοια απαγόρευση», απαντά το ΠΑΣΟΚ στην κυβερνητική κριτική.
Άρα η σύγκρουση δεν είναι απλώς για το αν χρειάζεται περισσότερη προστασία των οφειλετών.
Είναι για το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει νομοθετικά αυτή η προστασία.
ΥΠΕΘΟ: Δυνατότητα διαγραφής υπάρχει ήδη στην Ελλάδα
Το δεύτερο επιχείρημα της κυβέρνησης είναι ότι η δυνατότητα να κλείσει μια οφειλή με εφάπαξ καταβολή και μερική διαγραφή υπάρχει ήδη στην Ελλάδα.
Το ΥΠΕΘΟ παραπέμπει στον Κώδικα Δεοντολογίας, ο οποίος προβλέπει τον «Διακανονισμό Απαιτήσεων».
Στο πλαίσιο μιας εξωδικαστικής συμφωνίας, ο πιστωτής μπορεί να δεχθεί εφάπαξ ή προκαθορισμένες τμηματικές καταβολές και να προχωρήσει σε μερική διαγραφή της απαίτησης.
Η μεγάλη διαφορά, σύμφωνα με το υπουργείο, είναι ότι η λύση είναι εξατομικευμένη.
Εξετάζονται η περιουσία, το εισόδημα, η πραγματική ικανότητα αποπληρωμής και οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης του οφειλέτη.
Με άλλα λόγια, η κυβερνητική θέση είναι:
άλλο να μπορεί ο δανειολήπτης να προτείνει «σου δίνω τώρα Χ και διαγράφεις το υπόλοιπο» και άλλο να μπορεί να επιβάλει νομοθετικά στον πιστωτή να πάρει συγκεκριμένο ποσό.
Το ευρωπαϊκό «τείχος» που επικαλείται η κυβέρνηση
Υπάρχει όμως και τρίτη γραμμή άμυνας του ΥΠΕΘΟ: το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Το υπουργείο επικαλείται την Οδηγία 2019/1023 και ειδικότερα την αρχή του best-interest-of-creditors test.
Η βασική λογική είναι ότι σε μια αναδιάρθρωση δεν μπορεί ένας διαφωνών πιστωτής να βρεθεί σε χειρότερη οικονομική θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν στο εναλλακτικό σενάριο ρευστοποίησης.
Συνεπώς, κατά την κυβερνητική επιχειρηματολογία, δεν μπορεί να καθοριστεί οριζόντια ένα αυθαίρετο ποσοστό εξαγοράς για κάθε δανειολήπτη, χωρίς να εξετάζονται η αξία των εξασφαλίσεων, η περιουσία του οφειλέτη, η δυνατότητα αποπληρωμής και το ποσό που θα μπορούσε διαφορετικά να ανακτήσει ο πιστωτής.
Το ΠΑΣΟΚ αντιτείνει ότι η δική του πρόταση αφορά το στάδιο της πώλησης της απαίτησης και όχι μια διαδικασία αφερεγγυότητας, επομένως απορρίπτει το κυβερνητικό επιχείρημα ότι υπάρχει ευρωπαϊκή απαγόρευση.
Αυτό είναι και το ουσιαστικό νομικό πεδίο της σύγκρουσης που ανοίγει.
«Γιατί να πληρώνω αν μπορώ να το αφήσω να κοκκινίσει;»
Η κυβέρνηση βάζει όμως στο τραπέζι και ένα πολιτικά ισχυρό επιχείρημα που αφορά τους συνεπείς δανειολήπτες.
Το ερώτημα που θέτει είναι απλό:
Γιατί ένας πολίτης να συνεχίζει να πληρώνει κανονικά το δάνειό του, αν γνωρίζει ότι μπορεί να σταματήσει να πληρώνει, να το αφήσει να γίνει «κόκκινο» και στη συνέχεια να το εξαγοράσει με μεγάλη έκπτωση;
Το ΥΠΕΘΟ χαρακτηρίζει ένα τέτοιο ενδεχόμενο «τεράστιο ηθικό κίνδυνο».
Και προχωρά ένα βήμα παραπέρα.
Αν οι τράπεζες γνωρίζουν ότι ένας δανειολήπτης μπορεί μελλοντικά να εξοφλήσει μόνο μέρος της αρχικής απαίτησης μέσω ενός νομοθετημένου μηχανισμού, τότε, σύμφωνα με την κυβερνητική ανάλυση, ο κίνδυνος αυτός θα ενσωματωθεί στους όρους των νέων δανείων.
Το αποτέλεσμα, προειδοποιεί το υπουργείο, θα είναι:
λιγότερη και ακριβότερη πίστη για επιχειρήσεις, νοικοκυριά και συνεπείς δανειολήπτες.
Τα 72,34 δισ. των «κόκκινων» δανείων
Το ΥΠΕΘΟ επιχειρεί παράλληλα να απαντήσει στην πολιτική κριτική του ΠΑΣΟΚ με αριθμούς.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε τράπεζες και servicers έχουν μειωθεί από 99,7 δισ. ευρώ το 2018 σε 72,34 δισ. ευρώ σήμερα.
Παράλληλα, ο λόγος μη εξυπηρετούμενου προς εξυπηρετούμενο δανεισμό υποχώρησε από 101,3% το 2018 σε 39,7%, ενώ το ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος ως ποσοστό του συνολικού ιδιωτικού χρέους μειώθηκε από 70,8% σε 56,7% το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Το υπουργείο επικαλείται επίσης στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το συνολικό ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2025 στο 96,6% του ΑΕΠ, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 119,3%.
Το πρόβλημα, βεβαίως, παραμένει μεγάλο.
Σύμφωνα με στοιχεία που είχαν δημοσιοποιηθεί νωρίτερα μέσα στη χρονιά, οι servicers διαχειρίζονταν 81,5 δισ. ευρώ δανείων που έχουν αγοραστεί από funds, με το 84% να είναι μη εξυπηρετούμενα, ενώ από το 2019 είχαν ήδη μεταπωληθεί στη δευτερογενή αγορά απαιτήσεις ύψους 11,8 δισ. ευρώ.
Η μάχη για τον «συνεπή» και τον «κόκκινο» δανειολήπτη
Πίσω από τις νομικές διατυπώσεις, η πολιτική σύγκρουση είναι στην πραγματικότητα πολύ μεγαλύτερη.
Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να οικοδομήσει ένα νέο κοινωνικό μέτωπο γύρω από το ιδιωτικό χρέος, βάζοντας στο επίκεντρο όσους βρέθηκαν με δάνεια σε funds και servicers, όσους κινδυνεύουν με πλειστηριασμούς και όσους θεωρούν ότι οι σημερινές διαδικασίες ρύθμισης δεν τους προσφέρουν επαρκή προστασία.
Η κυβέρνηση απαντά μεταφέροντας το βάρος στον συνεπή δανειολήπτη.
Η γραμμή του ΥΠΕΘΟ είναι ότι η κοινωνική προστασία πρέπει να είναι στοχευμένη και οι ρυθμίσεις εξατομικευμένες, ώστε να μην επιβραβεύεται η στρατηγική αθέτηση πληρωμών και να μη μεταφέρεται τελικά το κόστος σε εκείνους που εξακολουθούν να εξυπηρετούν κανονικά τις υποχρεώσεις τους.
Γι’ αυτό και η τελευταία φράση της κυβερνητικής επίθεσης συμπυκνώνει όλη την πολιτική γραμμή:
«Στο ΠΑΣΟΚ μοιράζουν ανέξοδες υποσχέσεις και στέλνουν τον λογαριασμό στους συνεπείς».
Με το ιδιωτικό χρέος να μπαίνει πλέον δυναμικά στην πολιτική ατζέντα, η αντιπαράθεση μόλις άρχισε.
Γιατί πίσω από τη συζήτηση για το τι πραγματικά κάνει η Κύπρος βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα:
ποιος πρέπει να έχει την πρώτη ευκαιρία όταν ένα «κόκκινο» δάνειο πωλείται σε ένα fund – και ποιος τελικά θα πληρώσει τον λογαριασμό μιας νέας ρύθμισης.
Διαβάστε ακόμη:
- «Μπούμερανγκ» ο δασμός των 3 ευρώ στα κινεζικά δέματα: Λιγότερα πακέτα, αλλά μεγαλύτερες παραγγελίες
- Το παζλ της ελληνικής αγοράς ακινήτων – Τι ζητούν σήμερα οι επενδυτές
- Λαζόπουλος στη Λάρισα; Το σενάριο που ανακατεύει την τράπουλα στην Κεντροαριστερά…
- Ηθοποιοί που επιστρέφουν, μετά από πολλά χρόνια, στην τηλεόραση

