Στο χαμηλότερο επίπεδο από την έναρξη του πολέμου μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν υποχώρησαν οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου, καταγράφοντας πτώση μεγαλύτερη του 30% σε σχέση με τα υψηλά που είχαν σημειώσει τον Μάιο. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια εντυπωσιακή ανατροπή των προβλέψεων που έκαναν λόγο ακόμη και για εκτόξευση του αργού στα 150 δολάρια το βαρέλι, καθώς η αγορά αποδείχθηκε πολύ πιο ανθεκτική απέναντι στη μεγαλύτερη ενεργειακή αναταραχή των τελευταίων ετών.
Παρότι ο πόλεμος προκάλεσε σοβαρές διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ και περιόρισε σημαντικό μέρος της παγκόσμιας παραγωγής αργού, οι τιμές δεν ακολούθησαν την εκρηκτική πορεία που προεξοφλούσαν πολλοί αναλυτές.
Οι λόγοι της αποκλιμάκωσης
Καθοριστικό ρόλο στη σταθεροποίηση της αγοράς διαδραμάτισε η απόφαση των χωρών-μελών του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) να διαθέσουν περίπου 400 εκατομμύρια βαρέλια από τα στρατηγικά αποθέματα έκτακτης ανάγκης, περιορίζοντας τις ελλείψεις στην προσφορά.
Ταυτόχρονα, μια σειρά εξελίξεων λειτούργησε προς την ίδια κατεύθυνση. Η μείωση των κινεζικών εισαγωγών αργού, η χαλάρωση των κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο και η συνολική επιβράδυνση της διεθνούς ζήτησης απορρόφησαν σημαντικό μέρος των πιέσεων που δημιούργησε η κρίση.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Strategic Energy & Economic Research, Μάικλ Λιντς, οι παράγοντες αυτοί εμπόδισαν την αγορά να εισέλθει σε κατάσταση πανικού, παρά τις δυσκολίες στις μεταφορές μέσω της σημαντικότερης ενεργειακής θαλάσσιας οδού του πλανήτη.
Η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν άλλαξε το κλίμα
Καταλυτική αποδείχθηκε και η συμφωνία-πλαίσιο μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, η οποία προβλέπει παράταση της εκεχειρίας για 60 ημέρες.
Παράλληλα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ υποστήριξε ότι τα Στενά του Ορμούζ αναμένεται να επανέλθουν πλήρως σε λειτουργία, γεγονός που συνέβαλε στη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και στη μείωση των γεωπολιτικών ασφαλίστρων κινδύνου που είχαν ενσωματωθεί στις τιμές του πετρελαίου.
Η αγορά έστειλε νέο μήνυμα
Ο επικεφαλής της SPI Asset Management, Στίβεν Ίνες, εκτιμά ότι η κρίση ανέτρεψε ένα από τα βασικά δόγματα της αγοράς ενέργειας.
Όπως επισημαίνει, μέχρι σήμερα επικρατούσε η αντίληψη ότι πρώτα περιορίζεται η προσφορά, στη συνέχεια οι τιμές εκτοξεύονται και μόνο αργότερα μειώνεται η κατανάλωση.
Η εμπειρία των τελευταίων μηνών, όμως, έδειξε κάτι διαφορετικό. Η ζήτηση προσαρμόστηκε πολύ ταχύτερα από το αναμενόμενο, καθώς καταναλωτές, διυλιστήρια και κυβερνήσεις περιόρισαν άμεσα την κατανάλωση και αξιοποίησαν εναλλακτικές πηγές ενέργειας πριν δημιουργηθούν ακραίες ελλείψεις.
Ο καθοριστικός ρόλος της Κίνας
Ιδιαίτερα σημαντική αποδείχθηκε η στάση της Κίνας, του μεγαλύτερου εισαγωγέα αργού πετρελαίου παγκοσμίως.
Αντί να αυξήσει τις αγορές της υπό τον φόβο ελλείψεων, το Πεκίνο επέλεξε να μειώσει τη λειτουργία των διυλιστηρίων, να αξιοποιήσει τα στρατηγικά του αποθέματα και να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη χρήση εναλλακτικών μορφών ενέργειας.
Η επιλογή αυτή περιόρισε σημαντικά την πίεση στην παγκόσμια αγορά και απέδειξε ότι η πλευρά της ζήτησης διαθέτει σήμερα μεγαλύτερη ευελιξία απ’ ό,τι θεωρούνταν μέχρι πρόσφατα.
Παραμένουν οι κίνδυνοι
Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η κατάσταση απέχει ακόμη από το να θεωρηθεί πλήρως ασφαλής.
Η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ εξακολουθεί να επανέρχεται με αργούς ρυθμούς, ενώ η Ουάσιγκτον έχει ξεκαθαρίσει ότι διατηρεί το δικαίωμα επανέναρξης στρατιωτικών επιχειρήσεων εάν δεν υπάρξει ουσιαστική πρόοδος στις συνομιλίες με την Τεχεράνη μετά την ολοκλήρωση της 60ήμερης εκεχειρίας.
Παράλληλα, ενδεχόμενη νέα επίθεση σε δεξαμενόπλοια ή μια απροσδόκητη αύξηση της κινεζικής ζήτησης θα μπορούσαν να οδηγήσουν ξανά τις τιμές σε ανοδική πορεία.
Ωστόσο, η εικόνα που έχει διαμορφωθεί μέχρι σήμερα δείχνει ότι η παγκόσμια αγορά πετρελαίου διαθέτει πλέον πολύ περισσότερες δικλίδες ασφαλείας από όσες διέθετε σε προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις, γεγονός που μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης εκτόξευσης των τιμών.