Σε απότομη συρρίκνωση των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου οδηγούν η αναζωπύρωση του πολέμου στο Ιράν και οι νέες διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές, με τη Διεθνή Υπηρεσία Ενέργειας (ΙΕΑ) να προειδοποιεί ότι η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντικό έλλειμμα προσφοράς, παρά την ταυτόχρονη υποχώρηση της παγκόσμιας ζήτησης λόγω των υψηλών τιμών.

Στη νέα μηνιαία έκθεσή της, η ΙΕΑ προβλέπει ότι τα παγκόσμια αποθέματα θα μειωθούν κατακόρυφα κατά το τρέχον τρίμηνο και μάλιστα με ρυθμό υπερδιπλάσιο σε σχέση με τις προηγούμενες εκτιμήσεις.

Σύμφωνα με τον Οργανισμό, η αγορά αντιμετωπίζει έλλειμμα περίπου 1,8 εκατ. βαρελιών ημερησίως, καθώς η αναζωπύρωση των εχθροπραξιών και οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα εμποδίζουν την ανάκαμψη της προσφοράς.

Για το σύνολο του 2026, μάλιστα, το έλλειμμα στην αγορά πετρελαίου αναμένεται να είναι το μεγαλύτερο των τελευταίων πέντε ετών, αναδεικνύοντας το μέγεθος των πιέσεων που προκαλεί η γεωπολιτική κρίση στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά.

Η ακριβή βενζίνη «χτυπά» τη ζήτηση

Το παράδοξο της σημερινής συγκυρίας είναι ότι η συρρίκνωση των αποθεμάτων πραγματοποιείται την ίδια στιγμή που η κατανάλωση δέχεται ισχυρό πλήγμα από τις υψηλές τιμές.

Η άνοδος της βενζίνης, του ντίζελ και των υπόλοιπων καυσίμων πιέζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, με αποτέλεσμα η ΙΕΑ να αναθεωρεί σημαντικά τις εκτιμήσεις της για τη ζήτηση.

Ο Οργανισμός εκτιμά πλέον ότι η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου θα μειωθεί κατά περίπου 1,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2026, αναθεωρώντας σχεδόν κατά 50% την προηγούμενη πρόβλεψή του για την έκταση της πτώσης.

Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ετήσια μέση υποχώρηση της παγκόσμιας ζήτησης από την πανδημία του Covid-19 το 2020.

Η εξέλιξη καταδεικνύει πόσο ισχυρή είναι η επίδραση της ενεργειακής ακρίβειας στην πραγματική οικονομία. Οι υψηλότερες τιμές λειτουργούν ως μηχανισμός καταστροφής ζήτησης, καθώς περιορίζουν τις μετακινήσεις, αυξάνουν το μεταφορικό κόστος και επιβαρύνουν συνολικά την κατανάλωση.

Παρόλα αυτά, η μείωση της ζήτησης δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τις διαταραχές στην προσφορά.

Ο πόλεμος επαναφέρει το γεωπολιτικό premium

Η σύντομη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στα μέσα Ιουνίου είχε επιτρέψει μια προσωρινή εξομάλυνση των εξαγωγών από τον Περσικό Κόλπο.

Η εικόνα, όμως, έχει αντιστραφεί εκ νέου.

Οι θαλάσσιες μεταφορές και οι ενεργειακές υποδομές της περιοχής βρίσκονται και πάλι στο στόχαστρο, αυξάνοντας τον κίνδυνο για την απρόσκοπτη τροφοδοσία της διεθνούς αγοράς.

Η αναζωπύρωση των εχθροπραξιών έχει επαναφέρει το γεωπολιτικό premium στις τιμές του αργού και, κυρίως, στα προϊόντα διύλισης, με το αυξημένο κόστος να περνά σταδιακά στη βενζίνη και το ντίζελ.

Για τις διεθνείς αγορές, το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά την ποσότητα πετρελαίου που παράγεται, αλλά και τη δυνατότητα μεταφοράς της παραγωγής προς τους τελικούς καταναλωτές.

Το Στενό του Ορμούζ παραμένει το «κλειδί»

Στο επίκεντρο παραμένει το Στενό του Ορμούζ, μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες παγκοσμίως.

Παρά τις σοβαρές διαταραχές, η πραγματική μείωση των διαθέσιμων ποσοτήτων πετρελαίου αποδείχθηκε μέχρι στιγμής μικρότερη σε σχέση με ορισμένα από τα ακραία σενάρια που είχαν διατυπωθεί στην αρχή του πολέμου.

Καθοριστικό ρόλο έχουν παίξει οι εναλλακτικές οδοί μεταφοράς.

Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αξιοποιούν εναλλακτικά δίκτυα αγωγών, ενώ παράλληλα έχει αναπτυχθεί δίκτυο δεξαμενόπλοιων που συνεχίζει να πραγματοποιεί δρομολόγια μέσω του Στενού.

Σύμφωνα με τον υπουργό Ενέργειας των ΗΠΑ, Chris Wright, την περασμένη εβδομάδα διακινήθηκαν περίπου 9 εκατ. βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο ήμισυ των όγκων πριν από την πολεμική σύγκρουση.

Η δυνατότητα διατήρησης αυτών των ροών αποτελεί κρίσιμη μεταβλητή για την εξέλιξη των τιμών τους επόμενους μήνες.

Εξαντλείται το «μαξιλάρι» των αποθεμάτων

Η ΙΕΑ εστιάζει ιδιαίτερα και στη συνεχή εξάντληση των διαθέσιμων αποθεμάτων.

Τα αποθέματα λειτουργούν ως βασικός μηχανισμός προστασίας της παγκόσμιας οικονομίας σε περιόδους αιφνίδιας διακοπής της προσφοράς. Όσο αυτά μειώνονται, τόσο περιορίζεται η δυνατότητα της αγοράς να απορροφήσει ένα νέο γεωπολιτικό σοκ χωρίς μεγάλη άνοδο των τιμών.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σημαντικό μετά τη μεγάλη αποδέσμευση αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης τον Μάρτιο.

Χώρες-μέλη της ΙΕΑ, μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία και η Γερμανία, θα χρειαστεί να αναπληρώσουν τα στρατηγικά τους αποθέματα, δημιουργώντας μελλοντικά πρόσθετη ζήτηση στην αγορά.

Με άλλα λόγια, η σημερινή χρήση των αποθεμάτων περιορίζει τις βραχυπρόθεσμες πιέσεις, αλλά δημιουργεί την ανάγκη επαναγοράς πετρελαίου αργότερα.

Από το έλλειμμα στην υπερπροσφορά

Παρά τη δύσκολη εικόνα του 2026, η ΙΕΑ εκτιμά ότι η ισορροπία της αγοράς μπορεί να αλλάξει σημαντικά στη συνέχεια.

Ο Οργανισμός προβλέπει ότι η αγορά θα μπορούσε να επιστρέψει σε πλεόνασμα προς το τέλος του έτους, ενώ το 2027 αναμένεται να δημιουργηθούν συνθήκες υπερπροσφοράς που θα επιτρέψουν τη σταδιακή αναπλήρωση των εξαντλημένων αποθεμάτων.

Η πρόβλεψη αυτή δημιουργεί μια έντονη αντίθεση ανάμεσα στη βραχυπρόθεσμη και τη μεσοπρόθεσμη εικόνα.

Βραχυπρόθεσμα, οι γεωπολιτικές διαταραχές και η περιορισμένη διαθεσιμότητα αποθεμάτων διατηρούν την αγορά εξαιρετικά ευάλωτη. Μεσοπρόθεσμα, όμως, η μειωμένη ζήτηση και η αποκατάσταση της προσφοράς μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικά χαλαρότερες συνθήκες.

Η προειδοποίηση της ΙΕΑ

Η ΙΕΑ υπογραμμίζει ότι, παρά την προσδοκία επιστροφής της αγοράς σε πλεόνασμα, οι κίνδυνοι παραμένουν ιδιαίτερα υψηλοί.

Η ανάγκη πλήρους αποκατάστασης της λειτουργίας του Στενού του Ορμούζ γίνεται ολοένα πιο επείγουσα, καθώς τα αποθέματα που μέχρι σήμερα λειτουργούσαν ως δίχτυ ασφαλείας μειώνονται με ταχύ ρυθμό.

Για τις αγορές, αυτό σημαίνει ότι το πετρέλαιο παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες κινδύνου για το δεύτερο εξάμηνο του 2026.

Μια περαιτέρω επιδείνωση των συνθηκών στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέο κύμα ανόδου των ενεργειακών τιμών, ισχυρότερες πληθωριστικές πιέσεις και πρόσθετη επιβάρυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι αυτή τη φορά το «μαξιλάρι» ασφαλείας είναι μικρότερο. Με τα αποθέματα να εξαντλούνται ταχύτερα από ό,τι αναμενόταν και την αγορά να εμφανίζει έλλειμμα 1,8 εκατ. βαρελιών ημερησίως, οποιαδήποτε νέα διαταραχή στις ροές πετρελαίου μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη επίδραση στις διεθνείς τιμές.

Διαβάστε ακόμη: