Η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ της κυβέρνησης και του Αλέξη Τσίπρα έχει περάσει πλέον σε μια νέα φάση. Δεν πρόκειται απλώς για μια σκληρή σύγκρουση γύρω από πολιτικές επιλογές ή κυβερνητικά πεπραγμένα, αλλά για μια αντιπαράθεση με έντονα προσωπικά χαρακτηριστικά που φέρνει ακραία πόλωση.
Στο Μέγαρο Μαξίμου θεωρούν ότι ο πρώην πρωθυπουργός και η υπό διαμόρφωση πολιτική του κίνηση αποτελούν πλέον τον βασικό αντίπαλο της Νέας Δημοκρατίας. Δεν είναι τυχαίο ότι το τελευταίο διάστημα η κριτική απέναντί του έχει ενταθεί, με κορυφαία κυβερνητικά στελέχη να αναλαμβάνουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην αντιπαράθεση.
Η στρατηγική είναι εμφανής: όσο πλησιάζει η πολιτική επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα, τόσο περισσότερο επιχειρείται να διαμορφωθεί ένα ισχυρό διπολικό σκηνικό που θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη συσπείρωση του παραδοσιακού ακροατηρίου της ΝΔ. Ακόμα και όσοι σκέφτονται να πάνε στον Σαμαρά, ο φόβος του Τσίπρα του κάνει να σκέφτονται να καθίσουν στη ΝΔ…
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι ιδιαίτερα βαριές δημόσιες τοποθετήσεις του Άδωνι Γεωργιάδη. Ο υπουργός Υγείας δεν περιορίστηκε στην πολιτική κριτική, αλλά επέλεξε να χρησιμοποιήσει χαρακτηρισμούς όπως «ο πιο διεφθαρμένος πολιτικός της μεταπολίτευσης», «Βρωμερός», ενώ άφησε και αιχμές περί χρηματισμού του πρώην πρωθυπουργού με αφορμή τις αλλαγές στους Ποινικούς Κώδικες το 2019.
Ωστόσο, αυτή η επιθετική γραμμή δεν φαίνεται να υιοθετείται ομοιόμορφα από το κυβερνητικό στρατόπεδο. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης απέφυγε να υιοθετήσει τους ισχυρισμούς περί χρηματισμού, επισημαίνοντας ότι τόσο σοβαρές κατηγορίες απαιτούν αποδείξεις.
Αντίστοιχες αποστάσεις κράτησαν και υπουργοί της κυβέρνησης, οι οποίοι έσπευσαν να διευκρινίσουν ότι η πολιτική αντιπαράθεση δεν πρέπει να μετατρέπεται σε προσωπικές καταγγελίες χωρίς τεκμηρίωση.
Στελέχη της Νέας Δημοκρατίας αναγνωρίζουν κατ’ ιδίαν ότι όταν η συζήτηση εγκαταλείπει το πεδίο της πολιτικής και μεταφέρεται σε προσωπικές επιθέσεις, υπάρχει ο κίνδυνος να λειτουργήσει αντίστροφα από τον επιδιωκόμενο στόχο.
Αντί να αποδυναμώσει τον πολιτικό αντίπαλο, μπορεί να ενεργοποιήσει αντανακλαστικά συσπείρωσης γύρω από εκείνον που εμφανίζεται ως αποδέκτης μιας υπερβολικής επίθεσης. Ο Τσίπρας μπορεί και να κερδίσει τους αντι-μητσοτακικούς που θα πήγαιναν αλλού.
Δεν είναι λίγοι, άλλωστε, οι πολιτικοί αναλυτές που εκτιμούν ότι ο Αλέξης Τσίπρας ενδέχεται να αποκομίσει πολιτικά οφέλη από αυτή την υπερβολική πόλωση. Ένα μέρος των προοδευτικών ψηφοφόρων, αλλά και πολίτες που αυτοπροσδιορίζονται ως μετριοπαθείς, αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη την όξυνση του δημόσιου λόγου και συχνά συσπειρώνονται απέναντι σε πρακτικές που θεωρούν ότι υπερβαίνουν τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Κυλιόμενες μετρήσεις που παρακολουθούν τα κομματικά επιτελεία φέρεται να καταγράφουν ότι η δυναμική του νέου εγχειρήματος του Αλέξη Τσίπρα παραμένει ανοδική, αν και η πραγματική της έκταση θα αποτυπωθεί στις επόμενες δημοσκοπήσεις.
Μέσα σε αυτό το κλίμα επιχείρησε να παρέμβει και ο Κυριάκος Βελόπουλος, καταθέτοντας μηνυτήρια αναφορά στον Άρειο Πάγο για να διερευνηθούν οι καταγγελίες του Άδωνι Γεωργιάδη. Η κίνησή του προκάλεσε συζητήσεις, καθώς πολλοί την ερμηνεύουν περισσότερο ως πρωτοβουλία με ιδιοτέλεια.
Στην πολιτική αγορά αρκετοί εκτιμούν ότι ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης επιχείρησε να επαναφέρει το όνομά του στην επικαιρότητα σε μια περίοδο κατά την οποία το κόμμα του δέχεται πιέσεις δημοσκοπικά και βλέπει νέους παίκτες στον χώρο της δεξιάς αντιπολίτευσης να διεκδικούν τμήματα του ίδιου εκλογικού ακροατηρίου.
Η πραγματικότητα είναι ότι όλα τα πολιτικά επιτελεία έχουν ήδη εισέλθει σε προεκλογική λογική. Η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει μέσω της σύγκρουσης με τον Αλέξη Τσίπρα να συσπειρώσει τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της και να επαναπατρίσει όσους βρίσκονται σήμερα στη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη».
Από την άλλη πλευρά, ο πρώην πρωθυπουργός αξιοποιεί τη σφοδρή επίθεση που δέχεται για να εμφανιστεί ως ο βασικός αντίπαλος της κυβέρνησης και να ενισχύσει τη δική του πολιτική συσπείρωση. Σε τελική ανάλυση η σύγκρουση συμφέρει και τον Μητσοτάκη και τον Τσίπρα.
