Σε νέα φάση περνά το επενδυτικό story των ελληνικών τραπεζών μετά τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου, καθώς η ισχυρή κερδοφορία, η επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης και η μεγαλύτερη συμβολή των προμηθειών οδηγούν τους διεθνείς οίκους σε ανοδικές αναθεωρήσεις των εκτιμήσεών τους για την περίοδο 2026-2028.
Το δεύτερο τρίμηνο φαίνεται ότι ήταν καθοριστικό. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εμφάνισαν στο πρώτο εξάμηνο συνολικά καθαρά κέρδη περίπου 2,4 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 2% σε ετήσια βάση ή κατά 11% εάν εξαιρεθούν τα έκτακτα στοιχεία, ενώ η μέση απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων διατηρήθηκε κοντά στο 12%.
Πίσω όμως από τους τίτλους της κερδοφορίας υπάρχει μία σημαντικότερη αλλαγή. Οι τράπεζες δείχνουν ότι μπορούν να διατηρήσουν υψηλές αποδόσεις ακόμη και καθώς απομακρύνονται από την περίοδο κατά την οποία η άνοδος των επιτοκίων αποτελούσε τον βασικό κινητήρα των αποτελεσμάτων τους.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους εμφανίζονται ανθεκτικότερα από τις αρχικές εκτιμήσεις, τα δάνεια αυξάνονται με ισχυρούς ρυθμούς και οι προμήθειες αποκτούν μεγαλύτερο βάρος στο επιχειρηματικό μοντέλο. Αυτή ακριβώς η εικόνα βρίσκεται πίσω από τη θετική στάση UBS, Morgan Stanley, Citi και Scope Ratings, οι οποίες ανεβάζουν τον πήχη τόσο για τα μεγέθη των τραπεζών όσο και για τις δυνατότητες δημιουργίας αξίας για τους μετόχους τους.

Η έκπτωση του 12% και το περιθώριο ανόδου
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αποτίμηση της UBS. Παρά το σημαντικό χρηματιστηριακό ράλι που έχει προηγηθεί, οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν, σύμφωνα με τον ελβετικό οίκο, να διαπραγματεύονται με discount περίπου 12% σε όρους P/E έναντι των ευρωπαϊκών τραπεζών, με βάση τις προβλέψεις κερδών για το 2027.
Ο σχετικός δείκτης βρίσκεται στις 9,2 φορές για τις ελληνικές τράπεζες, έναντι 10,4 φορές στην Ευρώπη και έως 10,9 φορές για τις τράπεζες Ισπανίας και Πορτογαλίας. Η UBS θεωρεί ότι υπάρχει περιθώριο περαιτέρω σύγκλισης των αποτιμήσεων, εντοπίζοντας το μεγαλύτερο δυνητικό περιθώριο ανόδου στην Πειραιώς. Παράλληλα, συνδέει τη θετική εικόνα του τραπεζικού κλάδου με τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και ειδικότερα με τον επενδυτικό κύκλο στις υποδομές, τον οποίο θεωρεί ότι μπορεί να παραμείνει ισχυρός για αρκετά ακόμη χρόνια.
Κρίσιμο στοιχείο είναι η πορεία των καθαρών εσόδων από τόκους. Στο δεύτερο τρίμηνο αυξήθηκαν κατά 3,9% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και κατά 7,3% σε ετήσια βάση. Την ίδια στιγμή, η εταιρική πιστωτική επέκταση στην Ελλάδα έτρεξε με ρυθμό 14,5% σε ετήσια βάση και 3,6% σε τριμηνιαία. Στο συγκεκριμένο πεδίο ξεχώρισαν η Alpha Bank, με αύξηση 6% σε τριμηνιαία και 12,1% σε ετήσια βάση, και η Εθνική Τράπεζα, με 4,5% και 13,5% αντίστοιχα. Η εικόνα αυτή ενισχύει το σενάριο ότι η ανάπτυξη των δανείων μπορεί να αναλάβει σταδιακά μέρος του ρόλου που τα προηγούμενα χρόνια διαδραμάτιζαν τα υψηλά επιτόκια.

Το δεύτερο «πόδι» της κερδοφορίας
Ταυτόχρονα, οι προμήθειες εξελίσσονται σε δεύτερο σημαντικό πυλώνα ανάπτυξης. Η UBS επισημαίνει ότι τα σχετικά έσοδα συνέχισαν να εκπλήσσουν θετικά, έστω και εάν στην Alpha και στην Πειραιώς υπήρχαν ορισμένα μη επαναλαμβανόμενα στοιχεία.
Η Scope Ratings κινείται στην ίδια κατεύθυνση. Μετά τα αποτελέσματα του εξαμήνου αναθεώρησε προς τα πάνω κατά 10 μονάδες βάσης τις προσδοκίες της για τα καθαρά περιθώρια τόκων, θεωρώντας ότι τα υψηλότερα επιτόκια Euribor μπορούν να αντισταθμίσουν τη συμπίεση των spreads στα νέα δάνεια.
Παράλληλα, περιμένει μεγαλύτερη δυναμική στις προμήθειες από wealth management, προϊόντα προστασίας και τραπεζικές συναλλαγές. Για τη Scope, η αύξηση των δανείων, τα ανθεκτικά περιθώρια, οι προμήθειες και το συγκρατημένο κόστος κινδύνου συνθέτουν ένα περιβάλλον που μπορεί να οδηγήσει και τις τέσσερις τράπεζες σε υψηλότερη κερδοφορία στο σύνολο του 2026.

Εθνική: Το ισχυρό κεφαλαιακό «μαξιλάρι»
Στην Εθνική Τράπεζα, η Morgan Stanley αυξάνει τις εκτιμήσεις της για τα καθαρά κέρδη του 2026, στηριζόμενη κυρίως στη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα του NII. Η πρόβλεψη για τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξάνεται κατά 1%, ενώ ανοδικά αναθεωρούνται και οι εκτιμήσεις για τα έσοδα από αμοιβές το 2027 και το 2028. Η εκτίμηση για τα κέρδη ανά μετοχή του 2026 διαμορφώνεται στα 1,43 ευρώ.
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της Εθνικής, ωστόσο, παραμένει το κεφάλαιο. Με CET1 στο 17,3%, η τράπεζα διατηρεί σημαντική ευελιξία ακόμη και μετά τις συμφωνίες με την Allianz και την Dromeus στον τομέα των εμπορικών ακινήτων. Η UBS εκτιμά μάλιστα ότι το κεφαλαιακό απόθεμα θα μπορούσε να επιτρέψει ειδικά μερίσματα πέραν του ήδη ανακοινωμένου payout 60% τόσο για το 2026 όσο και για το 2027. Η Morgan Stanley χρησιμοποιεί στις προβλέψεις της ακόμη υψηλότερες παραδοχές διανομής, με payout 65% για το 2026 και το 2027 και 70% το 2028.

Alpha Bank: Πάνω από το 1 δισ. ο πήχης
Για την Alpha Bank, η Morgan Stanley ανεβάζει κατά περίπου 4%-5% τις εκτιμήσεις της για τα κέρδη ανά μετοχή. Η βελτίωση προέρχεται κυρίως από δύο μέτωπα: τις προμήθειες και το χαμηλότερο κόστος κινδύνου.
Οι εκτιμήσεις για τα έσοδα από προμήθειες αυξάνονται κατά 2%-5%, με τον οίκο να ενσωματώνει στις προβλέψεις του και την επίδραση των ανακοινωμένων συμφωνιών. Από τις κινήσεις αυτές αναμένονται περίπου 65 εκατ. ευρώ πρόσθετα έσοδα από προμήθειες το 2028.
Παράλληλα, το κόστος κινδύνου υπολογίζεται πλέον στις 40 μονάδες βάσης από 45 μονάδες προηγουμένως. Η Citi τοποθετεί τα καθαρά κέρδη της Alpha στα 915,5 εκατ. ευρώ το 2026, ενώ βλέπει υπέρβαση του ορίου του 1 δισ. ευρώ από το 2027, με 1,0224 δισ. ευρώ και περαιτέρω άνοδο στα 1,09 δισ. ευρώ το 2028. Στο στρατηγικό επίπεδο, η UBS στέκεται στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης πλατφόρμας Corporate & Investment Banking, με την εξαγορά της Axia και τη συνεργασία με τη UniCredit να αποτελούν βασικά κομμάτια του σχεδιασμού.

Eurobank: Το βάρος περνά στο 2027-2028
Στη Eurobank οι αναλυτές διαχωρίζουν την εικόνα του 2026 από εκείνη των επόμενων ετών. Η Morgan Stanley μειώνει κατά 2% την εκτίμηση για τα EPS της εφετινής χρήσης, λόγω χαμηλότερης συνεισφοράς της Eurolife Life και της καθυστέρησης στην ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας.
Από το 2027, ωστόσο, η τάση αντιστρέφεται. Η εκτίμηση για τα EPS αυξάνεται κατά 3%, με βασικούς μοχλούς τα υψηλότερα καθαρά έσοδα από τόκους και το χαμηλότερο κόστος κινδύνου. Οι προβλέψεις της Morgan Stanley βρίσκονται περίπου 5% πάνω από το consensus για το 2027 και 2% υψηλότερα για το 2028. Αντίστοιχα, η Citi αυξάνει τις προβλέψεις της για τα υποκείμενα EPS κατά 4% το 2026, 3% το 2027 και 2% το 2028.
Η απόκτηση του 80% της Eurolife αναμένεται να καταναλώσει περίπου 120 μονάδες βάσης κεφαλαίου, με τη UBS πάντως να χαρακτηρίζει τη Eurobank ελκυστική περιφερειακή ιστορία ανάπτυξης.

Πειραιώς: Κέρδη προς τα 1,4 δισ. ευρώ
Ιδιαίτερα ισχυρή είναι η τροχιά κερδοφορίας που προβλέπει η Citi για την Πειραιώς. Ο οίκος τοποθετεί τα καθαρά κέρδη στα 1,167 δισ. ευρώ το 2026, στα 1,317 δισ. ευρώ το 2027 και στα 1,410 δισ. ευρώ το 2028.
Η σημασία των συγκεκριμένων εκτιμήσεων βρίσκεται κυρίως στη διάρκεια: δεν πρόκειται για μία συγκυριακά ισχυρή χρονιά, αλλά για πρόβλεψη συνεχούς αύξησης της κερδοφορίας επί μία τριετία. Ταυτόχρονα, ο δείκτης CET1 έχει αρχίσει να ενισχύεται από τα χαμηλά του πρώτου τριμήνου και η τράπεζα έχει αυξήσει την καθοδήγηση για το τέλος της χρονιάς σε επίπεδο άνω του 13%.

Από την εξυγίανση στην αξιοποίηση του κεφαλαίου
Το επόμενο κεφάλαιο για τον κλάδο δεν αφορά πλέον μόνο την αύξηση των κερδών. Αφορά το πώς αυτά τα κέρδη και το κεφάλαιο που δημιουργούν θα αξιοποιηθούν. Η UBS χαρακτηρίζει τη χρήση του πλεονάζοντος κεφαλαίου βασικό θέμα για τις ελληνικές τράπεζες.
Εξαγορές που αυξάνουν την αξία, συνεργασίες, επέκταση σε νέες δραστηριότητες και μεγαλύτερες διανομές προς τους μετόχους μπορούν να αυξήσουν περαιτέρω τις αποδόσεις επί των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων. Και εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη μεταβολή σε σχέση με το παρελθόν.
Μετά από χρόνια κατά τα οποία η συζήτηση γύρω από τις ελληνικές τράπεζες επικεντρωνόταν στην εξυγίανση των ισολογισμών, στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και στην κεφαλαιακή επάρκεια, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται πλέον στην ανάπτυξη, στις εξαγορές, στις νέες πηγές εσόων και στην απόδοση κεφαλαίου.
Το στοίχημα για την επόμενη διετία είναι εάν η πιστωτική επέκταση, οι προμήθειες και η αξιοποίηση του κεφαλαίου θα επιτρέψουν στις τράπεζες όχι μόνο να διατηρήσουν την κερδοφορία τους μετά την κορύφωση του επιτοκιακού κύκλου, αλλά και να κλείσουν το αποτιμητικό χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Οι ξένοι οίκοι, τουλάχιστον μετά το πρώτο εξάμηνο του 2026, δείχνουν να θεωρούν ότι οι προϋποθέσεις υπάρχουν. Και αυτό μεταφέρει πλέον τον πήχη από την επιβεβαίωση των φετινών στόχων στη δυνατότητα των ελληνικών τραπεζών να εμφανίσουν ακόμη υψηλότερες αποδόσεις το 2027 και το 2028.
Διαβάστε ακόμη:
- Premier League: Χάνει 1 δισ. λίρες το χρόνο αλλά αξίζει χρυσάφι
- Οικονομικός «οδικός χάρτης» έως το 2027: Το πακέτο της ΔΕΘ και ο ελιγμός Πιερρακάκη
- Μετρητά, κάρτες και offline συναλλαγές: Τι φέρνει το ψηφιακό ευρώ από το 2027
- Ο λογαριασμός της σχολικής χρονιάς – Από την τσάντα των 100 ευρώ στα φροντιστήρια των 5.000
