«Οι αγορές σταματούν να πανικοβάλλονται όταν οι κεντρικές τράπεζες αρχίζουν να πανικοβάλλονται».

Αυτή είναι η φράση κλειδί που αναφέρει ο Michael Hartnett, επικεφαλής στρατηγικός επενδυτής της Bank of America, σχολιάζοντας ότι αρχικά η Bank of Japan, στη συνέχεια η Bank of England και τώρα η Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας, δείχνουν σημάδια πανικού…

Πριν από δύο εβδομάδες, μετά την (πρώτη) πανικόβλητη στροφή της BOE, όταν οι παγκόσμιες αγορές βρίσκονταν σε ελεύθερη πτώση, οι αγορές χρειάζονταν απεγνωσμένα κάποια λόγια ενθάρρυνσης από τη Fed, ή ελλείψει αυτού -και με το δολάριο να εκτοξεύεται καθημερινά σε νέα ιστορικά υψηλά- η Fed έπρεπε να κάνει κάποια προληπτική ανακοίνωση σχετικά με τις γραμμές ανταλλαγής νομισμάτων δολαρίου, έστω και μόνο για να καθησυχάσει τις παγκόσμιες αγορές ότι εν μέσω αυτής της ιστορικής, βραχυπρόθεσμης κίνησης του δολαρίου ΗΠΑ, τουλάχιστον κάποιος μπορεί και θα τυπώσει όσα χρειάζονται για να αποφευχθεί η συστημική κατάρρευση.

Δύο εβδομάδες αργότερα, ακόμα δεν έχει υπάρξει κάποια επίσημη ανακοίνωση από τη Fed, αλλά αθόρυβα η Fed μεταβίβασε 3,1 δισεκατομμύρια δολάρια στην Εθνική Τράπεζα της Ελβετίας για να καλύψει ένα επείγον έλλειμμα δολαρίου.

Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτή ήταν η πρώτη φορά που η Fed έστειλε δολάρια στην SNB φέτος και η πρώτη φορά που η Fed χρησιμοποίησε τη γραμμή ανταλλαγής (εκτός από ένα συμβολικό ποσό προς την ΕΚΤ κάθε τόσο).

Το επόμενο λογικό ερώτημα προφανώς είναι: γιατί η Ελβετία έχει ξαφνικά ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που χρειάζεται 3 δισ. δολάρια σε φθηνή (3,33%) χρηματοδότηση μίας ημέρας. Η απάντηση δεν είναι γνωστή, αλλά η αγορά υποψιάζεται ποια μπορεί να είναι.

Ο Bob Michele, της JP Morgan, εκτίμησε ότι “η άνοδος του δολαρίου θα μπορούσε να χαράξει έναν δρόμο προς την επόμενη αναταραχή της αγοράς”.

Ο Michele βρίσκεται σε κατάσταση μείωσης του ρίσκου, συσσωρεύοντας μετρητά, τα οποία βρίσκονται κοντά στο υψηλότερο επίπεδο που έχει κρατήσει εδώ και 10 χρόνια.

Και είναι long στο δολάριο. Αν και μια κρίση στην αγορά που θα πυροδοτηθεί από το δολάριο δεν είναι η βασική του υπόθεση, είναι ένας κίνδυνος όμως που παρακολουθεί στενά.

“Ανησυχώ ότι ένα πολύ ισχυρότερο δολάριο θα δημιουργήσει μεγάλη πίεση, ιδίως στην αντιστάθμιση περιουσιακών στοιχείων σε δολάρια ΗΠΑ σε τοπικά νομίσματα”, δήλωσε ο Michele.

“Όταν η κεντρική τράπεζα πατάει φρένο, κάτι περνάει από το παρμπρίζ. Το κόστος χρηματοδότησης έχει αυξηθεί και αυτό θα δημιουργήσει ένταση στο σύστημα”.

Και το γεγονός ότι η Fed ήδη στέλνει αθόρυβα δισεκατομμύρια δολάρια σε διάφορες κεντρικές τράπεζες για να καλύψει τις τρύπες χρηματοδότησης σε δολάρια μιας ημέρας, επιβεβαιώνει ότι η άνοδος του δολαρίου έχει ήδη κάνει ακριβώς αυτό.

85 κεντρικοί τραπεζίτες αποφάσισαν να πολεμήσουν τον πληθωρισμό με αύξηση επιτοκίων

Οι αγορές στοιχηματίζουν σε δύο αυξήσεις επιτοκίων

Κλείνει το «παράθυρο ευκαιρίας» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να προχωρήσει σε σημαντικές αυξήσεις επιτοκίων καθώς για την Ευρώπη η ύφεση είναι πολύ κοντά ενώ και η αύξηση του κόστους δανεισμού αρχίζει να προβληματίζει, αναφέρει σε δημοσίευμά του το Bloomberg.

Η άνοδος του πληθωρισμού σε υψηλά πολλών δεκαετιών καθώς και ο κίνδυνος το χειμώνα να υπάρξουν ελλείψεις ενεργειακών πόρων, ειδικότερα φυσικού αερίου, βυθίζουν την εμπιστοσύνη στην οικονομία της Ευρωζώνης και καθώς τα ήδη αρνητικά στοιχεία επιδεινώνονται περαιτέρω, τα «γεράκια» που κατευθύνουν αυτήν τη στιγμή την πολιτική της ΕΚΤ δεν θα έχουν πολύ χρόνο ώστε να προχωρήσουν σε μεγάλες αυξήσεις επιτοκίων.

Αυτό θα πει, συνεχίζει το Bloomberg, ότι αναμένουμε πως η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε δύο αυξήσεις επιτοκίων κατά τις επόμενες δύο συναντήσεις της τον Οκτώβριο και τον Δεκέμβριο, με τις αγορές να στοιχηματίζουν ότι κατά τη συνεδρίαση του Οκτωβρίου θα επαναληφθεί το ιστορικό βήμα της αύξησης των επιτοκίων κατά 75 μονάδων βάσης του Σεπτεμβρίου.

Με την είσοδο όμως του νέου έτους, η θέση εκείνων που υποστηρίζουν ότι ο πόλεμος κατά του πληθωρισμού υπερισχύει της ανάπτυξης — η θέση που έχουν λάβει οι περισσότεροι σχεδιαστές πολιτικής των κεντρικών τραπεζών του κόσμου αυτή τη στιγμή — θα γίνεται όλο και πιο δύσκολη.

Οι τελευταίες εκτιμήσεις από την ετήσια σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου έδωσε μια αίσθηση του πόσο άσχημα μπορεί να γίνουν τα πράγματα, με το Ταμείο να μειώνει την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη της ζώνης του ευρώ το 2023 σε 0,5%. Η Γερμανία και η Ιταλία προβλέπεται μάλιστα να περάσουν σε ύφεση.

Αν όμως η οικονομία εισέλθει στην «ζώνη της ταλαιπωρίας», αναπόφευκτα θα αρχίσει να αντιδρά η ομάδα των «περιστεριών» της ΕΚΤ, που σε μεγάλο βαθμό δεν αντέδρασε όταν έληξε η ποσοτική χαλάρωση, εισήχθη νέο εργαλείο, το TPI για την «αντιμετώπιση των κινδύνων κατακερματισμού της νομισματικής πολιτικής» – ουσιαστικά για την αποτροπή μιας κρίσης στην αγορά ομολόγων της Ευρωζώνης και τα επιτόκια αυξήθηκαν κατά 125 μονάδες βάσης.

«Η ΕΚΤ πρέπει να αναλάβει γρήγορα δράση για να μειώσει τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό προτού οι διαπραγματεύσεις για τους μισθούς οδηγήσουν σε δευτερογενή πληθωριστικά αποτελέσματα» δήλωσε ο Karsten Junius, επικεφαλής οικονομολόγος στην Bank J Safra Sarasin.

«Μόλις οι κίνδυνοι ύφεσης γίνουν πραγματικότητα και αρχίσουν να εμφανίζονται οι πιέσεις στην οικονομία, θα είναι δύσκολο να προχωρήσουμε σε μεγαλύτερες αυξήσεις επιτοκίων».

Οι τελευταίες προβλέψεις της ΕΚΤ για τις προοπτικές της Ευρωζώνης δεν περιλαμβάνουν ύφεση, αν και οι εξελίξεις μηνός Σεπτεμβρίου στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου πιθανότατα καθιστούν τις προβλέψεις της ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας ξεπερασμένες ενώ οι δείκτες PMI φανερώνουν ότι έχει αρχίσει η συρρίκνωση της παραγωγής από τον Ιούλιο. Οι οικονομολόγοι θεωρούν όλο και περισσότερο την ύφεση ως αναπόφευκτη.

Η πρόεδρος της ΕΚΤ Christine Lagarde ισχυρίζεται ότι η ύφεση δεν θα αποσπάσει την προσοχή από το στόχο της ΕΚΤ, να μειώσει τον πληθωρισμό στο στόχο του 2% από 10% του μηνός Αυγούστου.

«Πρωταρχικός μας στόχος είναι η σταθερότητα των τιμών και πρέπει να τον πετύχουμε.

Αν δεν το πετύχουμε θα βλάψουμε πολύ περισσότερο την οικονομία», είπε πριν λίγες μέρες.

Είτε έτσι είτε αλλιώς, τα στοιχεία για το ΑΕΠ της Ευρωζώνης τρίτου τριμήνου θα δημοσιευτούν μετά τις 31 Οκτωβρίου – κι αφού η ΕΚΤ θα έχει πάρει ήδη την απόφαση της για την επόμενη αύξηση των επιτοκίων.

Στην πραγματικότητα, η ύφεση θα καταγραφεί όταν δημοσιευτούν τα στοιχεία για τους τελευταίους τρεις μήνες του 2022 που δημοσιεύονται τον Ιανουάριο.

Διαβάστε ακόμη: