Με ισχυρές ενδείξεις συνέχειας της πιστωτικής επέκτασης και το 2026 εισέρχεται η εγχώρια τραπεζική αγορά, καθώς το μακρο-οικονομικό περιβάλλον, το χαμηλότερο κόστος χρήματος και η αυξανόμενη ζήτηση για χρηματοδοτήσεις από επιχειρήσεις και νοικοκυριά δημιουργούν ένα ευνοϊκό υπόβαθρο για την ενίσχυση των χορηγήσεων.

Οι εξελίξεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τις διοικήσεις των τραπεζών, σε μια περίοδο κατά την οποία η σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων συμπιέζει τα έσοδα από το υφιστάμενο απόθεμα δανείων, καθιστώντας αναγκαία τη μεγέθυνση του ενεργητικού μέσω νέων εκταμιεύσεων.

Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζονται ιδιαίτερα αισιόδοξες για τη συνέχεια, εκτιμώντας ότι η πιστωτική επέκταση θα κινηθεί και το 2026 με ρυθμούς 8% έως 10%. Το μήνυμα αυτό μεταφέρθηκε ξεκάθαρα και στις πρόσφατες επαφές με διεθνείς επενδυτές στο Λονδίνο, στο πλαίσιο συνεδρίων μεγάλων επενδυτικών οίκων, όπου παρουσιάστηκαν τα έως τώρα αποτελέσματα. Στο εννεάμηνο του 2025, η καθαρή πιστωτική επέκταση έφτασε συνολικά τα 8,5 δισ. ευρώ, «τρέχοντας» με ρυθμό κοντά στο 9% σε ετήσια βάση.

Η ζήτηση για τραπεζική πίστη εκτιμάται ότι θα διατηρηθεί σε ανοδική τροχιά, με τις επιχειρηματικές χρηματοδοτήσεις να συνεχίζουν να αποτελούν τον βασικό μοχλό, αλλά και το retail banking να επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο.

Το γεγονός ότι το χαρτοφυλάκιο των δανείων προς νοικοκυριά πέρασε εκ νέου σε θετικό έδαφος το 2025, για πρώτη φορά από το 2010, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς σηματοδοτεί την αποκατάσταση της πιστωτικής λειτουργίας σε ένα τμήμα της αγοράς που είχε παραμείνει «παγωμένο» επί περισσότερο από μία δεκαετία.

Σε αυτό το περιβάλλον, η πορεία των χορηγήσεων θα αποτελέσει κεντρικό άξονα των επιχειρησιακών σχεδίων που θα παρουσιάσουν οι τράπεζες στις αρχές του 2026, καθώς από αυτήν θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό η ικανότητά τους να αντισταθμίσουν τις απώλειες στο καθαρό επιτοκιακό αποτέλεσμα.

Η μετάβαση σε καθεστώς χαμηλότερων επιτοκίων, έπειτα από οκτώ διαδοχικές αποφάσεις χαλάρωσης της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής, περιορίζει τα περιθώρια κέρδους από το υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο, εντείνοντας την ανάγκη για αύξηση όγκου.

«Καμπανάκι» της Τράπεζας της Ελλάδος για τις εταιρείες Διαχείρισης Κόκκινων Δανείων - τράπεζες

Θετικές προοπτικές

Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, οι προοπτικές για τη συνέχιση της πιστωτικής επέκτασης παραμένουν θετικές. Στην Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική, η κεντρική τράπεζα επισημαίνει ότι η αναμενόμενη άνοδος του ΑΕΠ, σε συνδυασμό με το χαμηλότερο επίπεδο επιτοκίων, θα συνεχίσει να στηρίζει τη χορήγηση τραπεζικών πιστώσεων προς τον ιδιωτικό τομέα.

Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ρόλο των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων, τα οποία βελτιώνουν τους όρους και τη διαθεσιμότητα της χρηματοδότησης, κυρίως για επενδυτικά σχέδια.

Το μακροοικονομικό υπόβαθρο εμφανίζεται σταθερά υποστηρικτικό. Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 2,1% την περίοδο 2025-2027 και θα υποχωρήσει οριακά στο 2,0% το 2028, επίπεδα που υπερβαίνουν τον μέσο όρο της ευρωζώνης και διατηρούν την ελληνική οικονομία σε τροχιά πραγματικής σύγκλισης. Η κατανάλωση αναμένεται να παραμείνει η βασική συνιστώσα της ανάπτυξης, ενώ επενδύσεις και εξαγωγές θα συνεχίσουν να έχουν θετική συμβολή.

Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της επενδυτικής δραστηριότητας θα εξακολουθήσουν να παίζουν τα αδιάθετα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Μέχρι σήμερα, μόνο περίπου το ένα τρίτο των διαθέσιμων πόρων έχει διοχετευθεί στην πραγματική οικονομία, γεγονός που αφήνει σημαντικά περιθώρια περαιτέρω κινητοποίησης κεφαλαίων τα επόμενα δύο χρόνια.

Ως αποτέλεσμα, οι επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν με υψηλό ρυθμό, της τάξης του 7,3% την περίοδο 2025-2026, πριν επιβραδυνθούν μετά το πέρας του προγράμματος Next Generation EU.

Σημαντική είναι και η συμβολή της αγοράς εργασίας στη στήριξη της πιστωτικής ζήτησης. Οι ονομαστικές αμοιβές ανά μισθωτό αναμένεται να αυξάνονται με ρυθμό περίπου 4% ετησίως, ενώ η ανεργία εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στο 9,2% το 2025 και θα αποκλιμακωθεί περαιτέρω στο 8,0% έως το 2028, βελτιώνοντας το διαθέσιμο εισόδημα και το πιστοληπτικό προφίλ των νοικοκυριών.

Παράλληλα, η σταδιακή μετακύλιση των μειώσεων των επιτοκίων πολιτικής από το Ευρωσύστημα στα επιτόκια τραπεζικού δανεισμού δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες χρηματοδότησης για επιχειρήσεις και ιδιώτες. Οι ελληνικές τράπεζες, αξιοποιώντας τη βελτιωμένη ποιότητα των χαρτοφυλακίων τους και τις ευνοϊκές συνθήκες άντλησης ρευστότητας, έχουν τη δυνατότητα να συγκρατήσουν τα επιτοκιακά περιθώρια και να προσφέρουν ανταγωνιστικότερα δανειακά προϊόντα.

Ενδεικτικό της ενισχυμένης ρευστότητας είναι το γεγονός ότι στο διάστημα Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2025 τα πιστωτικά ιδρύματα συγκέντρωσαν σημαντικά κεφάλαια μέσω εισροών καταθέσεων, προσφυγής στη διατραπεζική αγορά του εξωτερικού και εκδόσεων ομολόγων με σαφώς βελτιωμένους όρους.

Το πλαίσιο αυτό ενισχύει τις προϋποθέσεις για διατήρηση υψηλών ρυθμών πιστωτικής επέκτασης και το 2026, καθιστώντας τις χορηγήσεις βασικό μοχλό στήριξης τόσο της τραπεζικής κερδοφορίας όσο και της πραγματικής οικονομίας.

Ούτε ευρώ από τον προϋπολογισμό στις τράπεζες για στήριξη δανειοληπτών!

Ο «χάρτης» των δανείων του 2025

Την ίδια στιγμή στο δεκάμηνο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου 2025 καταγράφεται ισχυρή επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις και, για πρώτη φορά έπειτα από 15 χρόνια, θετική μεταστροφή της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τα νοικοκυριά.
Σύμφωνα με την ΤτΕ, τα επιχειρηματικά δάνεια «έτρεξαν» με ετήσιο ρυθμό 16%, ενώ τα δάνεια προς τα νοικοκυριά γύρισαν σε θετικό έδαφος, με μέσο ρυθμό αύξησης 0,3%, εξέλιξη που συνιστά ιστορική καμπή.

Όπως επισημαίνει η ΤτΕ, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των τραπεζικών δανείων προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις επιταχύνθηκε σημαντικά το πρώτο δεκάμηνο του 2025, διαμορφούμενος κατά μέσο όρο στο 16,0%, έναντι 8,5% την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Παρά την ισχυρή αυτή δυναμική, η μέση μηνιαία καθαρή ροή χρηματοδότησης παρουσίασε υποχώρηση, περιοριζόμενη στα 438 εκατ. ευρώ από 557 εκατ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατανομή της νέας χρηματοδότησης. Τα δάνεια προς τις μεγάλες επιχειρήσεις εξακολούθησαν να απορροφούν τα δύο τρίτα της ακαθάριστης ροής, ωστόσο κατέγραψαν ετήσια μείωση άνω του 30%. Αντίθετα, η χρηματοδότηση προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ενισχύθηκε, με την ακαθάριστη ροή να αυξάνεται κατά 11,2%, φθάνοντας τα 502 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα, το μέσο μηνιαίο υπόλοιπο της τραπεζικής χρηματοδότησης χωρίς καθορισμένη διάρκεια αυξήθηκε κατά 15%, ενισχύοντας περαιτέρω τη ρευστότητα των επιχειρήσεων.

Η συνολική εικόνα που αποτυπώνει η Ενδιάμεση Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής καταδεικνύει ότι το 2025 σηματοδοτεί μια ουσιαστική επανεκκίνηση της τραπεζικής χρηματοδότησης στην ελληνική οικονομία, με τις επιχειρήσεις να παραμένουν ο βασικός μοχλός και τα νοικοκυριά να επιστρέφουν, έστω και δειλά, στον χάρτη της τραπεζικής πίστης.

Διαβάστε ακόμη: