Η στεγαστική πολιτική μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων παραμένει βασικός άξονας παρέμβασης στην αγορά ακινήτων, με το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» να προχωρά σταδιακά προς την ολοκλήρωσή του, η οποία τοποθετείται χρονικά το καλοκαίρι του 2026.

Το πρόγραμμα στοχεύει στη στήριξη πολιτών που επιδιώκουν την απόκτηση πρώτης κατοικίας, προσφέροντας χαμηλότοκα στεγαστικά δάνεια που καλύπτουν μεγάλο μέρος της αξίας αγοράς ακινήτου. Δικαιούχοι είναι άτομα και ζευγάρια σε διευρυμένο ηλικιακό φάσμα, με βασικό στόχο την ενίσχυση της ιδιοκατοίκησης και τη βελτίωση της πρόσβασης σε οικονομικά προσιτή στέγη.

Ισχυρή ζήτηση και υψηλή απορρόφηση πόρων

Η χρηματοδοτική δομή του προγράμματος περιορίζει σημαντικά το επιτοκιακό κόστος για τους ωφελούμενους, αξιοποιώντας κρατικούς και αναπτυξιακούς πόρους. Η παρέμβαση αυτή αυξάνει τη ρευστότητα στην αγορά και διευκολύνει την πρόσβαση σε στεγαστική χρηματοδότηση για νοικοκυριά που πληρούν συγκεκριμένα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια.

Σύμφωνα με στοιχεία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΕΑΤ):

  • περίπου 11.500 νοικοκυριά έχουν ήδη αποκτήσει πρώτη κατοικία,
  • έχει απορροφηθεί πάνω από το 70% των διαθέσιμων πόρων,
  • έχουν εγκριθεί δάνεια ύψους 1,44 δισ. ευρώ,
  • σχεδόν 1 δισ. ευρώ βρίσκεται ήδη στο στάδιο συμβασιοποίησης, με εντοπισμένα ακίνητα και ολοκληρωμένη ταυτότητα κτιρίου.

Συνολικά, το πρόγραμμα έχει ξεπεράσει το ορόσημο των 2 δισ. ευρώ σε εγκεκριμένα και συμβασιοποιημένα δάνεια, γεγονός που αποτυπώνει τη μεγάλη ζήτηση για στεγαστική χρηματοδότηση αλλά και τη λειτουργική ετοιμότητα του μηχανισμού υλοποίησης.

Αγορές εκτός μεγάλων αστικών κέντρων

Το οικονομικό επιτελείο αξιολογεί θετικά την πορεία του προγράμματος, ιδιαίτερα σε μια περίοδο έντονης στεγαστικής πίεσης και αυξημένων τιμών ακινήτων.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η πλειονότητα των αγορών πραγματοποιείται εκτός Αττικής και Νοτίου Αιγαίου, όπου οι τιμές αυξάνονται ταχύτερα. Παράλληλα, καταγράφεται σημαντική κινητικότητα σε παραμεθόριες περιοχές, όπως ο Έβρος, όπου νέες οικογένειες απέκτησαν κατοικία, ενισχύοντας δημογραφικά την περιοχή.

Περιορισμένη ανταπόκριση στο «Αναβαθμίζω το σπίτι μου»

Σε αντίθεση με τη δυναμική του «Σπίτι μου ΙΙ», το πρόγραμμα «Αναβαθμίζω το σπίτι μου» δεν παρουσίασε αντίστοιχη ανταπόκριση.

Ο προϋπολογισμός του από το Ταμείο Ανάκαμψης μειώθηκε στα 60 εκατ. ευρώ από τα αρχικά 300 εκατ., ώστε να αποφευχθεί η δέσμευση αδιάθετων πόρων, ενώ οι εγκεκριμένες αιτήσεις καλύπτουν μόλις περίπου το 20% του διαθέσιμου ποσού.

Η χαμηλή απορρόφηση αποδίδεται κυρίως:

  • στον ανταγωνισμό προγραμμάτων επιδότησης όπως το «Εξοικονομώ»,
  • στο γεγονός ότι προσφέρονται δάνεια και όχι άμεσες επιχορηγήσεις,
  • στις διαδικαστικές απαιτήσεις που δεν λειτούργησαν ως ισχυρό κίνητρο συμμετοχής.

Ο ρόλος της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας

Από το 2019 έως σήμερα, η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα έχει διοχετεύσει περίπου 14,5 δισ. ευρώ στην οικονομία μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων, στηρίζοντας περισσότερες από 60.000 επιχειρήσεις.

Τα ενεργά προγράμματα που διαχειρίζεται διαθέτουν συνολικό προϋπολογισμό 4,4 δισ. ευρώ, ενώ βασικό χαρακτηριστικό των συγχρηματοδοτούμενων δανείων είναι ότι οι πόροι επιστρέφουν στο σύστημα και επαναχρησιμοποιούνται, δημιουργώντας διαρκή κύκλο ενίσχυσης της οικονομίας.

Για το 2026 αναμένεται ενεργοποίηση νέων προγραμμάτων αντίστοιχου ύψους με τα περσινά.

Νέα ώθηση μέσω του «Παράγουμε εδώ»

Ενδεικτική δράση αποτελεί το πρόγραμμα «Παράγουμε εδώ», που απευθύνεται σε πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες μεταποιητικές επιχειρήσεις.

Με προϋπολογισμό 200 εκατ. ευρώ, προβλέπει επιδότηση έως 50% επενδυτικών σχεδίων. Ένα σχέδιο ύψους 180.000 ευρώ, για παράδειγμα, μπορεί να λάβει ενίσχυση 90.000 ευρώ, ενώ εκτιμάται ότι θα στηριχθούν 5.000–6.000 επιχειρήσεις, με δυνατότητα περαιτέρω επέκτασης.

Πρόσβαση σε ευρωπαϊκά κονδύλια

Καθοριστικής σημασίας θεωρείται και η διαδικασία πιστοποίησης (pillar assessment) της ΕΑΤ, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη. Με την ολοκλήρωσή της, η τράπεζα θα μπορεί να λειτουργεί ως πιστοποιημένος οργανισμός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, διαχειριζόμενη απευθείας ευρωπαϊκούς πόρους — επιχορηγήσεις, εγγυήσεις και χρηματοδοτικά μέσα του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να αυξήσει σημαντικά τη ροή κεφαλαίων προς την ελληνική οικονομία, ενισχύοντας τόσο τη στεγαστική πολιτική όσο και την επιχειρηματική δραστηριότητα τα επόμενα χρόνια.

Διαβάστε ακόμη: