Μια συμφωνία αγοράς πετρελαίου μπορεί να εξασφαλίσει φορτία για μια χώρα, χωρίς να προσθέσει ούτε ένα βαρέλι στην παγκόσμια αγορά. Αυτή η διαφορά βρίσκεται στον πυρήνα του προβλήματος με τις τιμές της βενζίνης και του ντίζελ: η αλλαγή προορισμού των διαθέσιμων ποσοτήτων δεν ισοδυναμεί με αύξηση της προσφοράς και δεν εγγυάται διατηρήσιμη αποκλιμάκωση για όλους.
Στις ΗΠΑ, σύμφωνα με το Forbes, η επιβάρυνση των οδηγών έχει μετατραπεί σε αντικείμενο κομματικής αντιπαράθεσης. Ωστόσο, η δυνατότητα των πολιτικών αποφάσεων να μειώσουν το κόστος περιορίζεται από τη λειτουργία μιας διεθνούς αγοράς. Η ουσιαστική ανακούφιση προϋποθέτει περισσότερο διαθέσιμο πετρέλαιο, χαμηλότερη ζήτηση ή συνδυασμό των δύο, ενώ οι πολεμικές συγκρούσεις δυσκολεύουν την αποκατάσταση της ισορροπίας.
Το ντίζελ και η ανακατανομή των διαθέσιμων φορτίων
Το πρόβλημα γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στο πετρέλαιο κίνησης. Η προμήθεια καυσίμου από έναν διαφορετικό εξαγωγέα μπορεί να βελτιώσει την τροφοδοσία μιας συγκεκριμένης αγοράς. Εάν, όμως, οι ποσότητες προέρχονται από υφιστάμενη παραγωγή, κάποιοι άλλοι αγοραστές θα πρέπει να αναζητήσουν εναλλακτικές.
Υπό αυτό το πρίσμα, η αγορά ρωσικού ντίζελ από τις ΗΠΑ θα μπορούσε να προσφέρει τοπική ανακούφιση, χωρίς να επιλύσει τη διεθνή στενότητα. Το καύσιμο που κατευθύνεται προς έναν προορισμό παύει να είναι διαθέσιμο για κάποιον άλλο, εφόσον δεν συνοδεύεται από πρόσθετη παραγωγή.
Επομένως, η εξασφάλιση προμηθειών και η μείωση των διεθνών τιμών είναι διαφορετικοί στόχοι. Μια εμπορική συμφωνία μπορεί να υπηρετεί τον πρώτο, αλλά η επίδρασή της στον δεύτερο εξαρτάται από το εάν μεταβάλλει πραγματικά το συνολικό ισοζύγιο.
Η σημασία του ντίζελ υπερβαίνει τον ανεφοδιασμό των ιδιωτικών οχημάτων. Το κόστος του επιβαρύνει τις μεταφορές και τη διακίνηση εμπορευμάτων, δημιουργώντας πιέσεις που μπορούν να περάσουν στις τιμές προϊόντων. Έτσι, η ακριβή ενέργεια μετατρέπεται σε ευρύτερο πληθωριστικό παράγοντα, επηρεάζοντας και καταναλωτές που δεν χρησιμοποιούν αυτοκίνητο.
Ποιος διαθέτει περιθώριο αύξησης της παραγωγής
Η απάντηση στην περιορισμένη προσφορά δεν είναι εξίσου εύκολη για όλους τους παραγωγούς. Βασική διαφορά αποτελεί η δυνατότητα αξιοποίησης δυναμικότητας που παραμένει εκτός αγοράς και μπορεί να ενεργοποιηθεί όταν οι συνθήκες το απαιτούν.
Ο OPEC συντονίζει την παραγωγική πολιτική των μελών του, επιδιώκοντας επίπεδα τιμών και εσόδων που θεωρεί ικανοποιητικά. Η επιλογή περιορισμού της παραγωγής μπορεί να αφήνει διαθέσιμο περιθώριο για μελλοντική αύξηση. Η ύπαρξη αυτού του περιθωρίου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όταν χάνονται ποσότητες από άλλες περιοχές.
Αντίθετα, πολλές επιχειρήσεις εκτός του οργανισμού καθορίζουν την παραγωγή με βάση την κερδοφορία, την ανταγωνιστικότητα και τις αποδόσεις των επενδύσεών τους. Όταν ήδη αξιοποιούν μεγάλο μέρος των δυνατοτήτων τους, η άμεση προσθήκη σημαντικών ποσοτήτων είναι δυσκολότερη.
Αυτό περιορίζει και την αποτελεσματικότητα μιας πολιτικής που στηρίζεται αποκλειστικά στην άρση εμποδίων στην αμερικανική παραγωγή. Η νομοθετική διευκόλυνση δεν δημιουργεί αυτομάτως διαθέσιμα βαρέλια ούτε εξασφαλίζει αύξηση αρκετά μεγάλη ώστε να ανατρέψει τις διεθνείς συνθήκες.
Για τον καταναλωτή, συνεπώς, σημασία έχει το τελικό αποτέλεσμα στην αγορά. Η ανακοίνωση μιας πρωτοβουλίας μπορεί να επηρεάσει τις προσδοκίες, αλλά η διατηρήσιμη αποκλιμάκωση απαιτεί να φτάσουν περισσότερες ποσότητες στους αγοραστές.
Οι πόλεμοι και τα όρια των ιστορικών συγκρίσεων
Οι συγκρούσεις στην Ουκρανία και στο Ιράν δείχνουν πόσο γρήγορα ο φόβος διαταραχής του εφοδιασμού μπορεί να μεταφερθεί στις τιμές. Μετά τη ρωσική εισβολή, το WTIανέβηκε από τα 92,77 δολάρια στα 123,64 δολάρια μέσα σε δώδεκα ημέρες.
Η μεταγενέστερη υποχώρηση δεν απέκλεισε νέα αναζωπύρωση. Την 104η ημέρα της σύγκρουσης, η τιμή έφτασε ξανά στα 121,94 δολάρια, προσεγγίζοντας την προηγούμενη κορυφή. Ακολούθησε πτωτική περίοδος που διήρκεσε περισσότερο από τρεισήμισι μήνες.
Η διαδρομή αυτή αναδεικνύει ότι μια πρώτη διόρθωση δεν σημαίνει οριστική εξάλειψη του κινδύνου. Οι τιμές ανταποκρίνονται τόσο στις πραγματικές μεταβολές της προσφοράς όσο και στις προσδοκίες για όσα μπορεί να ακολουθήσουν.
Οι δύο δρόμοι για φθηνότερα καύσιμα
Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η αποκατάσταση της προσφοράς, μέσω μεγαλύτερης παραγωγής και ασφαλέστερης μεταφοράς των διαθέσιμων ποσοτήτων. Μια συμφωνία που περιορίζει τις πολεμικές επιχειρήσεις μπορεί να μειώσει την αβεβαιότητα και να διευκολύνει την κυκλοφορία των φορτίων.
Αντίθετα, η επέκταση των συγκρούσεων ή νέες επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις μπορούν να εντείνουν την πίεση. Το αποτέλεσμα εξαρτάται από τις ποσότητες που χάνονται και από το πόσο γρήγορα μπορούν να αντικατασταθούν.
Ο δεύτερος δρόμος είναι η υποχώρηση της ζήτησης. Μια παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση θα περιόριζε τις ανάγκες κατανάλωσης, ασκώντας καθοδική πίεση στο πετρέλαιο. Θα συνόδευε, όμως, τη φθηνότερη ενέργεια με κόστος για την παραγωγή, το εμπόριο και τα εισοδήματα.
Εφόσον η οικονομική δραστηριότητα παραμένει ισχυρή, το βάρος μεταφέρεται στην προσφορά – σύμφωνα πάντα με το Forbes. Για την πορεία των καυσίμων, τα κρίσιμα ερωτήματα είναι συγκεκριμένα: πόσο πετρέλαιο παράγεται, πόσο φτάνει χωρίς εμπόδια στην αγορά και πόσο χρειάζονται οι καταναλωτές. Η μεταφορά υφιστάμενων φορτίων μεταξύ χωρών δεν αρκεί από μόνη της για να καλύψει ένα διεθνές έλλειμμα ή να εξασφαλίσει μόνιμα χαμηλότερες τιμές.